Ετικέτες

, , , ,

Της Ελένης Παναγοπούλου – Παπαθανασίου

Όταν στα Γιάννινα του χθες οι Κυριακές ήταν της εβδομάδας οι γιορτές και οι μέρες οι χρονιάρες, στην κύκλωση του χρόνου έδιναν άλλη αίσθηση στα ήθη και τα έθιμα και στις μικρές συνήθειες τις καθημερινές, τότε και οι Αποκριές…

Μέσα στα χιόνια και την παγωνιά σαν έμπαινε «Τριώδι», η βαρεία χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα άλλαζε. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει» λέγονταν συχνά-πυκνά από τους παλαιότερους που μελετούσαν θυμόσοφα τα σημάδια των καιρών και οι ανθισμένες αμυγδαλιές, και οι κορομηλιές σιγούρευαν θριαμβευτικά εκείνη την γνώση, την πείρα και την εμπειρία απλών καθημερινών ανθρώπων. Η ιδέα και η θέα της φωτιάς, της τζόρας, της τζαμάλας στα σοκάκια και τους μαχαλάδες της παλιάς μικρής μας πόλης, ζέσταινε τις καρδιές και τα κορμιά μικρών και μεγάλων κάνοντας να αναθαρρεύουν στις εποχές και στις συνήθειες τους.

Οι γιαννιώτικες τζαμάλες, ξέχωρες γιορτές και ονομαστές από φημισμένους μαχαλάδες του Κάστρου, του Κουρμανιού, της Σιαράβας, Καλούτσιας στο τζαμί, του Κουραμπά, της Καραβατιάς, των Ζευγαριών, της Λούτσας, έδιναν όψη μυθική στην πόλη των θρύλων και της παράδοσης. Γύρω από αυτές, χόρευαν με κέφι ανεπιτήδευτο οι παλιοί Γιαννιώτες νοικοκυραίοι, τραγουδώντας αποκριάτικα σατιρικά και μη τραγούδια, όπως ο «Χαραλάμπης», «Πώς στουμπίζουν το πιπέρι», «Στα Γιάννενα στον Κουραμπά», «Ο καλαντζής», «Ένα νερό κυρα-Βαγγελιώ», «Στης ακρίβειας τον καιρό», «Της τεμπέλας η μπουγάδα» και άλλα πολλά συρτά εύθυμα και ρυθμικά, πειράζοντας αθώα πρόσωπα και καταστάσεις.

«Ξύλα για τ’ Αποκριές να χορεύουν οι γριές με τις παρδαλές ποδιές, τα βαμμένα τα μαλλιά τα φακιόλια τα πουά πάνω απ’ την καραμπογιά» τραγουδούσαν τα παιδιά από την πρώτη κιόλας εβδομάδα της Αποκριάς που τύχαινε να πέφτει στα διαγωνίσματα του Α’ εξαμήνου για τους μαθητές της 5ης και 6ης Δημοτικών Σχολείων (Καπλάνειος, Ελισσαβέτειο, Μαρούτσειο, Βαλλάνειος, Πρότυπα Ακαδημίας) και των μαθητών Γυμνασίων (Θηλέων, Αρρένων, Ζωσιμαίας και Εμπορική) που είχε τότε η πόλη των Ιωαννίνων, σέρνοντας ξωπίσω τους τα καροτσάκια παίρνοντας «σβάρνα» τις πόρτες των χαμηλών σπιτιών με τις μεγάλες τις αυλές, τα πέτρινα πηγάδια και τα ζεστά μαντζάτα, στο μάζεμα των ξύλων (κούτσουρα, ψάθινες καρέκλες, σανίδες, λάστιχα αυτοκινήτων, δαδί) για το άναμμα της τρανής τους τζαμάλας της δικής τους γειτονιάς, που είχε και μια παράδοση σε ανθρώπους που έκαναν ονομαστό το γλέντι των γειτόνων.

Την Τσικνοπέμπτη όλοι οι μαχαλάδες μοσχοβολούσαν απ’ άκρη σ’ άκρη. Έσπαζαν οι μύτες από τις γαργαλιστικές ευωδια-αραδιασμένες μυρουδιές που έβγαιναν μέσα απ’ τα μαγειριά των νοικοκυράδων. Όλες οι νοικοκυρές αυτή τη μέρα την ξεχωριστή «τσίκνωναν» στα μπακιροχαλκοματένια σκεύη τους του κόσμου τα καλούδια. Κρεασόπιττες, κοτόπιττες, σκωταριές, γαρδούμπες και σπληνάντερα, γλώσσες γεμιστές, ψητά άνοιγαν την όρεξη και δεν έβλεπε κανείς την ώρα που θα’ πέφτε το σούρουπο για να στρωθούν στο γλεντζέδικο τραπέζι. Κι όταν το σκοτάδι απλώνονταν, οι γανωμένοι μασκαράδες τυλιγμένοι με χιντιάνες και χιράμια, σίτες και ντουντούκες-καραμούζες έμπαιναν στα φιλικά τους σπίτια, ρίχνοντας έξω στα χαγιάτια, χαρτοπόλεμο και τρακατρούκες κάνοντας την είσοδο τους πιο εντυπωσιακή.

Γύρω απ’ το τραπέζι, στη ζεστασιά που σκόρπιζαν τζάκια και μαγκάλια απολάμβαναν το τσίπουρο, το ούζο, το κρασί, περιμενοντας-πειράζοντας ο ένας τον άλλον με ανέκδοτα αποκριάτικα στιχοπλάκια-το έμπα της κυράς με τις πιατέλες γεμάτες από τις καλομαγειρεμένες λιχουδιές που οι συνταγές τους ήταν πάντα μέσα από την οικογενειακή παράδοση και πήγαιναν παράλληλα με την νοικοκυροσύνη από μάνα, στη θυγατέρα, από γιαγιά στην εγγονή κ.ο.κ.

Στη Σιαράβα περιοχή των Ταμπάκηδων, σοκάκι γραφικό κάτω απ’ τις παλιές στρατώνες ανάμεσα από τα ξυλάδικα — βαρελάδικα και τα «χατζουμέργα» —που αγνάντευε από ψηλά κάποιος χατζής Ομέρ αγάς τις καλαμιές της λίμνης, στο δρόμο με τις λεύκες, ήταν ο κυρ-Χαρίσης. Γλεντζέδικος τύπος, παραδοσιακός ταμπάκος, κεφάτος και γελαστός, ροδοκόκκινος και χαρωπός με την αιώνια κοκκινισμένη μύτη πότε από τη χειμωνιάτικη χιονίστρα του, πότε από το καλοκαιρινό τσουρούφλισμα στο χώρο της δουλειάς του, μα πιότερο από το γλυκόσπιτο κρασί που του άρεσε ιδιαίτερα.

Πρώτος στο γλέντι, στο χορό πρώτος και στο άναμμα της τζαμάλας. Κάθε τελευταία Κυριακή της Αποκριάς μασκαρεύονταν κι εκείνος με γάνες στο πρόσωπο για προσωπίδα, κονίστρα στο κεφάλι για καπέλο κι ένα ριγέ αργαλίσιο μαλλινοσέντονο στο κορμί, παριστάνοντας, τι άλλο, Αράπη αρκουδιάρη, χαρακτηριστικές φιγούρες εκείνης της εποχής που έκαναν εντύπωση στα ήθη και έθιμα της ήρεμης γιαννιώτικης κοινωνίας και μαζί με τους άλλους μασκαράδες της γειτονιάς έμπαινε στο γλέντι. Έξω στο πλακοστρωμένο κατώφλι του σπιτιού του, αντικριστά στο στενό πέρασμα για τη λίμνη προσφέρονταν απ’ τον πρωτομάστορα του γλεντιού, κρασί, ρακί και σπιτικός πατσιάς, με πολύ κέφι και άλλο τόσο καμάρι απ’ τον κυρ-Χαρίση γιατί ο ίδιος τον έφτιαχνε με ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα σαν Γιαννιώτης σκωταράς-καλοφαγάς που όταν είχε και ξέχωρες συνταγές για διαλεχτές στιγμές καλληώρα σαν και κείνες. Κι αφού δοκίμαζε πρώτα τη νοστιμιά του με κανα-δυο ποτηράκια κρασί έσερνε το χορό τραγουδώντας: Πως στουμπίζουν το πιπερ’ οι διαόλ’ του καλοκαιρ’ με το γόνα το στουμπίζουν και κατόπ’ του κοσκινίζουν, και δώστου ο κυρ-Χαρίσης να γονατίζει και να κοπανάει μύτες, γόνατα, αγκώνες κλπ. στο πετρόχωμα του σοκακιού κατά πως πρόσταζαν οι στροφές του τραγουδιού κι ύστερα απ’ το: «Για σκωθείτε παλληκάρια μ’ με σπαθιά και με χαντζάρια», έπαιρνε το γενικό πρόσταγμα και ακολουθούσε με ρυθμό τα βήματα στο χορό.

Όλη η γειτονιά και οι περιδιαβαίνοντες μασκαράδες των άλλων σοκακιών χαίρονταν και ευχαριστιόνταν με την ψυχή τους σε εκείνη τη μικρή στάση χαράς, όαση ξενοιασιάς-εύθυμη παρέα και συντροφιά του κυρ-Χαρίση. Εκείνο το γλέντι κράταγε μέχρι τα ξημερώματα της Καθαρής Δευτέρας, όπου και τελείωνε με το περιβόητο χάσκο του κυρ-Χαρίση και το «εωθινό» εμβατήριο των ανδρών της Σιαράβας.

Το χάσκο ήταν παιχνίδι αποκριάτικο και έπαιρναν μέρος όλοι οι γανωμένοι μασκαράδες γύρω απ’ τη Τζαμάλα. Ένα αυγό σφιχτοβρασμένο δεμένο με κυρωμένο σπάγκο βουτηγμένο σ’ ένα τσυνί (κεσέ) γιαούρτι πήγαινε πέρα δώθε στα ανοιχτά στόματα των παικτών που στο τέλος από «αραπάδες» γίνονταν φαντάσματα έτσι όπως πασαλείβονταν απ’ το γιαούρτι ώσπου να χάψουν το αυγό. Τότε άρχιζαν να τραγουδάνε και να χορεύουν το: «Κάτω απ’ την παλιά στρατώνα τ’ ακούς κουμπάρα μ’ τ’ ακούς, αγαπώ μια κοπελιά κουμπαρούλα μου γλυκεία...». «Θέλω να την παντρευτώ όταν φύγω απ’ το Στρατό….», τιμής ένεκεν για τους Στρατώνες και τα πολλά κορίτσια της Σιαράβας.

Με φωνές και ζητωκραυγές τελείωναν οι χοροί της αποκριάς, οι εύθυμες στιγμές της ξενοιασιάς και τα απομεινάρια της τρανής τζαμάλας, χωνεμένα κάρβουνα στα μαγκάλια της κάθε νοικοκυράς που από κείνη κιόλας τη μέρα ανασκουμπώνονταν για τις προετοιμασίες της Λαμπρής, στα νοικοκυριά τους.Λαγάνες, ταραμάδες, ελιές και τα καθιερωμένα νηστήσιμα φαγητά τρώγονταν στρωματσάδα στις καταπράσινες ισιάδες του Μελέτ Μπαχτσέ, στου Σπύρου του Καμπούρη ως το Αεροδρόμιο, από τις γιαννιώτικες μεγάλες φαμίλιες που πήγαιναν άλλοι πεζοί και άλλοι με τ’ αμαξάκια, τα παϊτόνια με τ’ άλογα τότε στα Γιάννενα του 50′-60′ που ήταν ακόμη μικρά, απλά, σε πλήρη αρμονία οι άνθρωποι και οι εποχές και που οι παππούδες εύχονταν σ’ εγγόνια και παιδιά τους να ζήσουν να γεράσουν και να θυμούνται πάντοτε τα ήθη και τα έθιμα της όποιας γειτονιάς τους.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του «Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών», «σεργιάνι στα περασμένα…»

 

Advertisements