Ετικέτες

, , ,

«… – Τα δικά σας δεν είναι τίποτε μπροστά στα δικά μας, ψέλλισε με αβάσταχτη πίκρα η Εσθήρ, μια Γιαννιώτισσα φίλη μας, που επέστρεψε ζωντανή κι αυτή απ’ το Άουσβιτς, αλλά με την ψυχή της σακατεμένη όχι μόνο από εκείνα που προηγήθηκαν κι απ’ εκείνα που έζησε κι είδε όσο ήταν εκεί, μα κι από αυτά που ακολούθησαν όταν γύρισε στην πατρίδα της.

-Τι θέλεις να πεις, Εσθήρ; τη ρώτησε ο Σαμπίνος Δανιήλ σφίγγοντας τα χείλη με δύναμη.

– Εσάς υπήρξαν άνθρωποι που σας πονέσανε εδώ κι ίσως κάποιοι να σας πρόσφεραν κάτι, έτσι για να μη νιώθετε κυνηγημένοι απ’ όλους κι απ’ όλα στον τόπο σας. Αλλά στα Γιάννενα εμείς…

Κάτι έκρυβε μέσα της η Εσθήρ και της ήταν, φαίνεται, δύσκολο να το βγάλει. Δεν είχαμε, συχνά την ευκαιρία να κάνουμε, συναντήσεις οι Εβραίοι της Άρτας με τους άλλους Εβραίους της Πρέβεζας και των Ιωαννίνων. Ούτε πριν το ολοκαύτωμα ούτε μετά. Κι ήταν μια μικρή και σπάνια χαρά το αντάμωμά μας με την Εσθήρ, που έτυχε να γνωρίζονται οι γονείς μας λόγω της εμπορικής δραστηριότητας του πατέρα μας. Ήταν ένα όμορφο ανοιξιάτικο απόγευμα που μας ήρθε η Εσθήρ και θα την κρατούσαμε το βράδυ μαζί μας. Κι όσο κι αν θέλαμε να μιλάμε λιγότερο για τα δράματά μας και τα τραύματά μας, ήταν αδύνατο να συναντηθούμε οι επιζήσαντες όμηροι και να γλιτώσουμε απ’ το κυνήγι της φρίκης που εντυπώθηκε σ’ όλα τα σημεία της ύπαρξής μας και μας κέντριζε σαν αγκάθι μπηγμένο βαθιά στην ψυχή μας. Κι έπρεπε να μιλήσουμε. Κι ήταν ο λόγος αυτός ένα βάλσαμο που άλειβε τις πληγές μας και καταπράυνε τον πόνο μας.

– Όλοι έχουμε τις ίδιες πίκρες, αφού η ιστορία μας δεν αλλάζει, ό,τι περάσαμε εμείς, τα ίδια περάσανε όλοι, δεν κάνανε οι Γερμανοί εξαιρέσεις, προσπάθησα να ζυγίσω τα πράγματα και να συγκρατήσω την πίκρα της.

– Ήμουν στην ίδια σχεδόν ηλικία, Τζιάκο, με σένα, συνέχισε ασυγκράτητη η Εσθήρ. Δεκαεφτά χρονών κοπέλα, όταν εκείνο το Σάββατο, ξημερώματα της 25ης Μαρτίου, οι χωροφύλακες έλαβαν εντολή απ’ τη Γκεστάπο και περικύκλωσαν τις εβραϊκές συνοικίες γύρω απ’ το Κάστρο. Τα μηνύματα για την τύχη των Εβραίων της Θεσσαλονίκης είχαν φτάσει νωρίτερα και στα Γιάννενα. Κι όσο να ’ναι, μας φέρνανε ανησυχίες. Αλλά εμείς ήμασταν φτωχοί άνθρωποι που δεν είχαμε πειράξει, κανέναν τόσους αιώνες που ζούσαμε μέσα στην πόλη. Όπως κι εσείς, με τους Ιταλούς δεν είχαμε προβλήματα κι εμείς. Ήμασταν κάπου δυο χιλιάδες Εβραίοι στα Γιάννενα και δεν είχε δώσει κανένας δικαίωμα ποτέ.

– Κανέναν δεν πειράξαμε ούτε εμείς τόσους αιώνες εδώ, αλλά για κάποιους αυτό δεν είχε καμιά σημασία· σημασία είχαν οι περιουσίες μας, χρόνια τώρα περίμεναν τη χρυσή ευκαιρία, που τους την προσέφεραν έτοιμη στο πιάτο τους οι ναζί και γίνανε απ’ αυτούς χειρότεροι εκείνοι, διέκοψε την ομιλία της ο Σαμουήλ, καταλαβαίνοντας ωστόσο πως δεν έπρεπε να το κάνει.

Η Εσθήρ ήθελε απόψε να μας ανοίξει την καρδιά της, που δυσφορούσε σαν κάδος κλειστός και γεμάτος πατικωμένα χαρτιά, και να βγάλει από μέσα της αυτά που ίσως δεν μπορούσε σε άλλους να πει. Και κάναμε ησυχία περιμένοντας τη συνέχεια.

– Κάποιοι μυρίστηκαν τα μαύρα μαντάτα, άκουγαν, λέει, τη μυστική βουή των γεγονότων που πλησίαζαν, και πρόλαβαν κι ανέβηκαν στα βουνά και σώθηκαν κοντά στους αντάρτες. Μα οι άλλοι, 1725 άντρες, γυναίκες και παιδιά, και βρέφη ακόμη, πήραμε το δρόμο που δεν είχε επιστροφή. Τα χαράματα εκείνα, όπως σας είπα, όρμησαν οι Γερμανοί στρατιώτες στα σοκάκια ουρλιάζοντας και πυροβολώντας προειδοποιώντας μας στον αέρα, κι ύστερα χτυπούσαν με τα κοντάκια των όπλων τους μανιακά πόρτες, παράθυρα… σπάζοντας τζάμια και γεμίζοντας θρύψαλα τις αυλές μας.

Πετάχτηκαν τα μάτια μας έξω μόλις ακούστηκε η φράση της «σπάζοντας τζάμια». Κι ανασύραμε αυτομάτως την παλιά ιστορία της νύχτας των κρυστάλλων που συντάραξε τους Εβραίους της Γερμανίας την 9η Νοεμβρίου του 1938 και εγκαινίασε τη φριχτή εποχή των διώξεων και της εξόντωσης. Γνώρισαν και οι αδελφοί μας Γιαννιώτες μια παρόμοια «νύχτα των κρυστάλλων». Κι αυτό ήταν ένα στοιχείο που ξεχώριζε τη δική τους απ’ την περιπέτεια τη δική μας και των αδελφών μας σε άλλες πόλεις, όπως της Πρέβεζας και της Κέρκυρας.

– Τι πάθατε; διέκοψε ρωτώντας ανήσυχη.

– Τίποτε, τίποτε, βιάστηκε να απαντήσει εξ ονόματος όλων μας ο Σαμπίνος Δανιήλ. Και λοιπόν; ρώτησε για να της δώσει το έναυσμα να συνεχίσει.

– Λοιπόν, μας διέταξαν με άγριες φωνές να πάρουμε έναν μπόγο μαζί μας και σε μια ώρα να είμαστε όλοι στην πλατεία. Σε μια ώρα βρεθήκαμε στην πλατεία Μαβίλη άλλοι με παντόφλες, άλλοι ξυπόλητοι, άλλοι με πιζάμες, τι να σας πω; Αλλά, αλλά, αλλά… ψιθύρισε η Εσθήρ μ’ έναν κόμπο να στέκεται στο λαιμό της. Αλλά μια κουρτίνα δεν τράβηξε κανείς, ένας δε δάκρυσε, κανένας δεν πόνεσε, λυπούμαι που το λέω, αλλά… Κουβαλήσαμε το δράμα μας μόνοι μας… Είχαμε παρακαλέσει πολλούς να μείνουμε για λίγο κάπου εκτός των εβραϊκών συνοικιών, μέχρι να περάσει η μπόρα, αλλά δε μας δέχτηκαν. Έτσι, θα είχαμε γλιτώσει.

Έκανε μια μικρή διακοπή η Εσθήρ για να σκουπίσει ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της. Έβγαινε μια περίεργη πίκρα από μέσα της, που μας άφηνε κάπως μετέωρους. Γιατί ήταν πολύ μπλεγμένη αυτή η ιστορία με τους αδελφούς χριστιανούς και τη στάση τους τις τραγικές εκείνες στιγμές που μας μάζευαν και μας στάβλιζαν για τα περαιτέρω» οι ναζί. Στην περίπτωση της δικής μας πόλης, δεν κρατήσαμε μέσα μας ίσκιους από εκδηλώσεις ανακούφισης και χαράς των Αρτινών φίλων μας και αδελφών μας. Αντιθέτως, μας συνόδευε η αίσθηση της συμπαράστασης και της αγωνίας τους για την τύχη μας. Αλλά πολλές φορές η πίκρα που μας πλημμυρίζει ανασύρει απ’ τους βυθούς της ψυχής μας και ανεβάζει στην επιφάνεια της ύπαρξής μας τις πιο σκιερές εικόνες και τα πιο πονεμένα επεισόδια της δραματικής διαδρομής μας.

Φυσικά και δεν ήταν άκαρδοι κι άστοργοι όλοι οι Γιαννιώτες, πέραν βέβαια μιας θλιβερής μειοψηφίας η οποία ήταν πλήρως συντονισμένη με τον καταχτητή και αναμασούσε τα κηρύγματα του μίσους που διέσπερνε προς κάθε κατεύθυνση η γερμανική ναζιστική ιδεολογία του ρατσισμού. Αντιθέτως, υπήρξαν πάρα πολλοί οι καλοσυνάτοι εκείνοι Γιαννιώτες που είχαν σχέσεις φιλίας και αγάπης με τους Εβραίους και συμπαραστάθηκαν στο δράμα των συμπολιτών τους κλαίγοντας γοερά μ’ ένα βάρος να κάθεται στο στομάχι τους την ούρα που βλέπανε τα γεμάτα καμιόνια να διασχίζουν την οδό Ανεξαρτησίας τραβώντας για Μέτσοβο και Κατάρα. Και στέκονταν αποσβολωμένοι στις άκρες με την ειρωνεία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους, καθώς ο κεντρικός αυτός εμπορικός δρόμος ήταν γεμάτος απ’ τα εβραϊκά μαγαζιά, κι έμοιαζε το πέρασμα των Εβραίων απ’ αυτά σαν μια θλιβερή παρέλαση των ιδιοκτητών τους, για να τ’ αντικρίσουν για τελευταία φορά, λίγο πριν τους φάνε οι φλόγες και λίγο πριν τους πάρει μαζί του το μαύρο σκοτάδι.

Κι ένιωσε ο Θανάσης Τσολάκης απ’ το Ηλιοχώρι Ιωαννίνων να κατολισθαίνει η καρδιά του και συντρίμμια να γίνεται, όταν ευρισκόμενος στη Λάρισα την Κυριακή 26 Μαρτίου πληροφορήθηκε πως κουβαλήσανε εκεί τους Γιαννιώτες Εβραίους, ξεφορτώνοντάς τους απ’ τα καμιόνια στην Καλαμπάκα και μεταφορτώνοντας τους στα βαγόνια του τρένου, για να συνεχίσουν το μακρινό κι αγύριστο ταξίδι του πόνου. Κι ανέσυρε αυτόματα τις γλυκύτατες μορφές της Σάρας και της Αναίς, που ήταν συμμαθήτριές του στη Ζωσιμαία Σχολή και δεν μπορούσε ούτε κατά διάνοια να τις συναγωνιστεί στη γνώση της γαλλικής. Ούτε αυτός ούτε κι άλλος κανείς. Kι έτρεξε σαν αστραπή στο σταθμό αναζητώντας τες και φωνάζοντας δυνατά τα ονόματά τους από βαγόνι σε βαγόνι, απ’ όπου έβγαιναν δραματικές οι εκκλήσεις απ’ όλα τα στόματα: νερό, νερό. Και κατόρθωσε εντέλει ν’ ακούσει τη φωνή τους σε κάποιο απ’ αυτά. Kαι βρήκε έναν τρόπο να τους ρίξει απ’ το παράθυρο, χωρίς τίποτε να λογαριάζει, μποτίλιες νερού, αναπαύοντας την ψυχή του, όσο βέβαια μπορούσε ν’ αναπαυτεί μέσα σ’ εκείνο το κολασμένο τοπίο της ντροπής και του τρόμου.

Μα η προπαγάνδα των Γερμανών προσπαθούσε να διαμορφώσει την εικόνα του διαχωρισμού και του μίσους μεταξύ χριστιανών και Εβραίων και να περάσει το μήνυμα πως ο εκτοπισμός μας έβρισκε σύμφωνο τον υπόλοιπο πληθυσμό. Ο οποίος, διέδιδαν, προέβαινε μάλιστα και σε πανηγυρισμούς καθώς ξεφορτωνόταν το φορτίο των Εβραίων απ’ την πλάτη του και θα ζούσε τώρα καλύτερα χωρίς αυτούς αλλά με τις περιουσίες τους που θα περνούσαν στα χέρια του!

Ευτυχώς η Εσθήρ δε διάβασε τις κρυφές αυτές σκέψεις μας, που όχι λίγες φορές μεταξύ μιας τις είχαμε συζητήσει. Πήρε ανάσα μονάχα και συνέχισε βγάζοντας την ίδια όπως πριν πίκρα.

– Μας τσουβάλιασαν στις καρότσες οι Γερμανοί στρατιώτες βοηθούμενοι απ’ τους Έλληνες χωροφύλακες και ανεβήκαμε τα χιονισμένα βουνά της Κατάρας. Ήμασταν όλη η οικογένεια εκεί. Φορτωμένοι σαν σακιά στην καρότσα με το κορμί παγωμένο και τα σαγόνια μας να τουρτουρίζουν μέσα στο παγωμένο τοπίο. Ο πατέρας, η μάνα, οι τέσσερις αδελφές, ο αδελφός μας και η νύφη μιας ετοιμόγεννη. Έντεκα μέρες μείναμε κλεισμένοι στη Λάρισα. Σ’ ένα χάνι χωρίς παράθυρα και στέγη. Πέθαναν εκεί μέσα μωρά και μεγάλοι. Και τρεις φορές την ημέρα μας έστηναν στη γραμμή και μας έκαναν έρευνα με τα όπλα στα χέρια. Και μιας άρπαζαν τα κοσμήματα, που τα έριχναν σε κοφίνια όπου έβαζαν τα καρπούζια. Ελεεινοί και τρισάθλιοι. Καθένας μας κάτι είχε κρύψει για μια δύσκολη ώρα. Κι εμείς, από πείσμα, ρίχναμε χρήματα και χρυσαφικά στον καμπινέ, ελπίζοντας πως εκεί μπορεί να τα βρουν Έλληνες. Από εκεί μας έβαλαν στα τρένα. Σ’ ένα παγωμένο βαγόνι χωρίς φως, όπου με το ζόρι χωρούσαν δύο άλογα, μπήκαμε εβδομήντα πέντε άτομα. Έντεκα μέρες κράτησε το ταξίδι, χωρίς φαγητό και νερό. Κι έπιασαν τη νύφη μας οι πόνοι της γέννας. Φτάσαμε νύχτα στο Άουσβιτς. Los, los, raus, raus, ακούγονταν οι άγριες φωνές των οπλισμένων στρατιωτών, που μας έσπρωχναν χτυπώντας με τα κοντάκια των όπλων τους να βγούμε γρήγορα έξω. Μα η νύφη μας γεννούσε μόνη και σφάδαζε ξαπλωμένη στο βρόμικο δάπεδο. Το μισό έμβρυο έξω και το μισό μέσα. Κι οι στρατιώτες στο έργο τους! Κι εκεί κάποιος έδωσε μια με τη μπότα του και το σκότωσε το έμβρυο πριν βγει ολόκληρο έξω. Κι απ’ ό,τι φαίνεται σκότωσε και τη νύφη μας, γιατί δεν την είδαμε από τότε, ίσως την πήγαν κατευθείαν στους φούρνους. Τους άλλους μας χώρισαν. Κι από τότε δεν είδα ποτέ ξανά ούτε τους γονείς μου ούτε τα πέντε μου αδέρφια. Τους έβαλαν σε μεγάλα αυτοκίνητα, μαζί με όσα παιδιά πρόλαβαν και σκαρφάλωσαν σ’ αυτά. Κοριτσάκι εγώ τότε, πώς μπορούσα ν’ ανέβω; Εκείνη την ώρα είδα τη μητέρα μου. «Είστε κορίτσια, προσέξτε την τιμή σας», φώναξε καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν. Μείναμε άφωνες, εγώ και η αδερφή μου η Ευτυχία, δεν έβγαινε φωνή, είχε κολλήσει η γλώσσα μας. Μας έβαλαν στη γραμμή και μας έκαναν τατουάζ με το νούμερό μας στο χέρι. Ήμουν το νούμερο 77102. Δεν ήμουν πλέον άνθρωπος, ήμουν ένας αριθμός. Δεν είχα όνομα, δε με είχε γεννήσει μάνα, δεν είχα οικογένεια. Έπειτα μας πήγαν να μας κόψουν τα μαλλιά. Το κούρεμα το είχαν αναλάβει κάποιες κοπέλες από τη Θεσσαλονίκη, κρατούμενες και αυτές. «Σε παρακαλώ», είπα σε μία, «πού μπορεί να πήγαν τους γονείς μου;» «Θέλεις σίγουρα να μάθεις;», μου είπε εκείνη και μου έδειξε το απέναντι κτίριο. «Βλέπεις αυτή τη φλόγα; Εκεί καίνε τη μάνα σου και τον πατέρα σου». Λιποθύμησα. Με συνέφεραν και με πήγαν στο θάλαμο, που ήταν σαν κοτέτσι. Για καταμέτρηση κι έπειτα καταναγκαστική εργασία. Σπάζαμε πέτρες και τις φορτώναμε σ’ ένα βαγονάκι. Ήμασταν πέντε κορίτσια. Αφού το γεμίζαμε, το σπρώχναμε για ένα χιλιόμετρο και το αδειάζαμε. Τις εντολές μάς της έδινε μια Γερμανοεβραία πολιτική κρατούμενη, αλλά είχε δίπλα της μιαν άλλη Γερμανίδα, με γκλομπ στο χέρι, πιστόλι και στολή με τα ναζιστικά εμβλήματα.

Βυθιστήκαμε για λίγο σε μια μικρή σιωπή. Και ανασύραμε οι τρεις μας, εγώ, η Ελβίρα και ο Σαμπίνος Δανιήλ, τις δικές μας εικόνες, κουρελιασμένες, ανακατωμένες και στριμωγμένες σ’ ένα κουβάρι που δε θέλαμε να το ξετυλίξουμε.

– Είχα γίνει ένα ράκος τυλιγμένο μέσα σε βρόμικα κουρέλια που τα έσερνα στη δουλειά και το βράδυ κοιμόμουν μ’ αυτά. Κάπως έγινε κάποια μέρα και κοίταξα έναν σπασμένο καθρέφτη που βρέθηκε κατά τύχη μπροστά μου. Μ’ έπιασε τρόμος μ’ αυτό που αντίκρισα. Νόμισα πως ήταν άντρες με τα κεφάλια τους ξυρισμένα και τα μάγουλα ρουφηγμένα. Μα ήταν γυναίκες, ήταν αυτές που τραβούσαν το ίδιο με μένα μαρτύριο, κι ανάμεσά τους εγώ κουρεμένη γουλί και με πρόσωπο γερασμένο. Ήθελα να βάλω τα κλάματα, μα δεν περίσσευε χρόνος για τέτοια. Με πήραν μετά και με πήγαν σ’ ένα εργοστάσιο που φτιάχναμε σφαίρες. Έφτιαχνα σφαίρες για να σκοτώνουν μ’ αυτές οι Γερμανοί τον ανυπεράσπιστο κόσμο. Έκλαιγε με σπαραγμό η καρδιά μου, αλλά…

Σιώπησε για λίγο και κούνησε το κεφάλι της λυπημένα, ενώ εμείς την κοιτάζαμε ακίνητοι και προσπαθούσαμε να στήσουμε νοερά την εικόνα της να λιώνει και να χάνεται μες στα κουρέλια, σκυμμένη πάνω από χυτήρια, μολύβια και μέταλλα που πλάθονταν κι ετοιμάζονταν για να σκορπίσουν το θάνατο.

– Θα μου πείτε τώρα πώς έζησα και βρίσκομαι σήμερα εδώ; μας επανέφερε η Εσθήρ στο δικό της Γολγοθά. Το ξέρουμε πια όλοι πως όσοι σωθήκαμε, οι ελάχιστοι δηλαδή εμείς οι… τυχεροί, το χρωστάμε σε κάποιο θαύμα. Εγώ σώθηκα χάρη στην ανθρωπιά μιας Γερμανίδας – Εβραίας γιατρού και κάποιων ομόθρησκων νοσηλευτριών. Ήμουν κι εγώ ξεγραμμένη, άρρωστη στο νοσοκομείο, όταν τα Ες Ες ζήτησαν να πάρουν ολόκληρο το θάλαμό μας για το κρεματόριο. Με πήραν οι καλοί μου αυτοί άγγελοι και με κρύψανε θαρρείς κάτω απ’ τις φτερούγες τους. Και με κράτησαν στη ζωή. Αλλά η τραγωδία μου βρίσκεται αλλού. Κι όχι μόνο η δική μου, μα των περισσότερων, αν όχι όλων, των αδελφών μας. Γυρίσαμε κάποτε εγώ κι η αδερφή μου η Ευτυχία. Απ’ τους εννιά που φύγαμε, επιστρέψαμε απ’ το θάνατο οι δύο. Έρημες και σκελετωμένες. Ελπίζαμε πως θα βρούμε στα Γιάννενα το σπίτι μας άθικτο και την περιουσία μας απείραχτη. Πού πήγαν όσοι επέστρεψαν ζωντανοί από εκεί; αναρωτήθηκε διακόπτοντας ξαφνικά η Εσθήρ τον ειρμό της. Και πού πάνε οι άνθρωποι που γυρίζουν απ’ τον κατατρεγμό; Απ’ όποιον κατατρεγμό;

Δε μιλούσε για λίγο κανείς, περιμένοντας κρεμασμένοι απ’ τα χείλη της την κατάληξη. Μα τώρα δε βιαζόταν εκείνη. Κάτι μέσα της την έκοβε και δεν την άφηνε να προχωρήσει. Κι ένας μικρός στεναγμός βγήκε απ’ τα στήθη της. Που ανέσυρε πόνο και θλίψη. Κι ο πόνος κι η θλίψη βγάζουν απανωτά ερωτήματα. Και γυρίζουν το μυαλό πίσω. Και κάποιες φορές το βάζουν να ψάχνει ποιος έφταιξε πρώτος και ποιος πρώτος και ποιος πιο πολύ καταδίκασε τόσους ανθρώπους βάζοντάς τους στα σαγόνια της Τελικής Λύσης.

Αλλά τα επεισόδια αυτής της ιστορίας ελάχιστες διαφορές παρουσίαζαν μεταξύ τους. Είχε συμβεί και στα Γιάννενα ό,τι ακριβώς είχε συμβεί και με μας: μπορεί να νιώθαμε κάπως αόριστα όλοι πως η τύχη μας ήταν προ πολλού προσδιορισμένη απ’ τα ναζιστικά επιτελεία, ωστόσο μας αποκοίμιζε η ελπίδα πως κάτι θα γίνει στο τέλος, θα βοηθήσει ο θεός, θα μας λυπηθεί ο θεός και δε θα πάρουμε κι εμείς το δρόμο που πήρανε οι άλλοι. Και συντηρούσαμε αυτή την ελπίδα κι όταν ακόμα μας μάζεψαν και μας έβαλαν στα φορτηγά πρώτα και μετά στα βαγόνια και, μας πήγαιναν στα τυφλά.

Στα Γιάννενα, μάλιστα, όπου έδρευαν οι ανώτατες γερμανικές αρχές του 22ου Σώματος Στρατού και της 1ης Μεραρχίας ορεινών καταδρομών, της επονομαζόμενης Εντελβάις, Γερμανοί αξιωματούχοι διαβεβαίωναν τους τοπικούς παράγοντες των Εβραίων και των Ελλήνων κατοίκων πως oι ελληνόφωνοι ρωμανιώτες Εβραίοι δε θα ’χουν την τύχη που είχαν οι ξενόγλωσσοι, ομόθρησκοί τους της Θεσσαλονίκης. Κι εκείνοι τα χάφτανε! Και περισσότερο απ’ όλους ο πνευματικός ηγέτης της Εβραϊκής Κοινότητας, ο αρχιραβίνος Σαμπεθάι Καμπιλής, που πειθαρχούσε τυφλά στις γερμανικές διαδόσεις και απέδιδε τα βάσανα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στον αμαρτωλό τους βίο και στη δίκαιη οργή του θεού! Μα οι Εβραίοι της Ηπείρου ήταν ρωμανιώτες Εβραίοι που μιλούσαν την ελληνική κι όχι άλλη γλώσσα. Αυτά έλεγε ο αρχιραβίνος των Ιωαννίνων Σαμπεθάι Καμπιλής. Κι αφού έτσι τα ’λεγε αυτός, πώς αλλιώς να τα λέγανε οι άλλοι;

Αλλά αυτό το τροπάριο περί αμαρτωλού βίου και αποσκίρτησης των Εβραίων απ’ τον ίσιο και δίκαιο δρόμο του θεού τους δεν αποτελούσε «προνόμιο» μόνο του Σαμπεθάι Καμπιλή. Καθώς πύκνωναν τα σύννεφα των συλλήψεων και των διώξεων πάνω απ’ τις γειτονιές μας, ανέλαβαν παντού σε όλες τις χώρες, σε όλες τις πόλεις και τις γειτονιές του κόσμου οι γηραιότεροι κι εμπειρότεροι να παρηγορήσουν τα πλήθη πως ο θεός θα τιμωρήσει εκείνους που έχασαν παντελώς την πίστη τους προς αυτόν και θα σώσει τους άλλους που μένει ακλόνητη η πίστη τους. Θα ευσπλαχνιστεί ο παντοδύναμος και πανάγαθος ακόμη κι εκείνους που θα μετανοήσουν και θα βρουν το δρόμο για να γυρίσουν πάλι κοντά του!

Φρούδες ελπίδες! Κι η γνωστή ναζιστική προπαγάνδα που μας άρεσε, γιατί απαντούσε σ’ εκείνο που θέλαμε να ισχύσει για μας, ανεξάρτητα απ’ το τι είχε συμβεί με τους άλλους. Μα η ναζιστική μηχανή δούλευε μεθοδικά κι είχε ήδη λάβει τις αποφάσεις της. Το ζήτημα ήταν να οργανωθεί το σχέδιο των συλλήψεων με την επιτυχία που άρμοζε στις ανώτατες υπηρεσίες του Χίτλερ και να βαθμολογηθούν με το άριστα οι αρχές κάθε τόπου. Και μας άφηναν να πιστεύουμε πως όλα βαίνουν καλά. Και καλούσαμε μάλιστα να επιστρέφουν απ’ το βουνό και την Αθήνα στο ασφαλές μέρος των Κοινοτήτων μας τ’ αδέρφια μας που είχαν αναζητήσει τη σωτηρία τους μακριά μας. Κι έτσι, όταν ετοιμάστηκαν όλα και βεβαιώθηκαν πως το σύνολο των Εβραίων βρισκόταν κλεισμένο στα σπίτια, παράταξαν τα καμιόνια τους με τις μηχανές αναμμένες και διέταξαν με κραυγές, απειλές και, ξυλιές να μαζευτεί ο πληθυσμός μ’ έναν μπόγο στην πλάτη και να επιβιβαστεί για το μεγάλο ταξίδι!

Μα δεν έφτασαν μόνο αυτά. Μέσα σ’ αυτές τις πυρωμένες και σταχτωμένες μεταβολές όλα, και τα πιο απίθανα, ήταν δυνατό να συμβούν. Δεν είχαν περάσει παρά λίγες μόνο μέρες που πήραν τ’ αφτιά μας την είδηση πως, λίγο πριν την απελευθέρωση, διέρρευσαν φήμες πως στα Γιάννενα κάποιοι ντόπιοι εκεί, όχι προφανώς όποιοι κι όποιοι, σχεδίαζαν να βάλουν φωτιά και να πυρπολήσουν τα δικαστήρια της πόλης για να καούν τα χαρτιά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εβραίων, παρότι κανένας δε γνώριζε αν και ποιοι απ’ αυτούς θα επέστρεφαν ποτέ ξανά ζωντανοί στην πατρίδα τους! «Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους». Η βουλιμία, η απληστία, η δίψα του γρήγορου κι εύκολου κέρδους αποθηριώνει τον άνθρωπο και στεγνώνει μέσα του και τις τελευταίες σταγόνες ηθικής. Η κινητοποίηση την τελευταία στιγμή κάποιων ευαίσθητων λειτουργών της δικαιοσύνης απέτρεψε το σατανικό αυτό σχέδιο κι έσωσε την ιστορία και το γόητρο της πόλης.

– Λοιπόν; κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της ο Σαμουήλ και διέκοψε απότομα την εσωτερική μας σιωπή.

– Φτάνοντας στην πόλη, πήγα κατευθείαν στο σπίτι μας, συνέχισε να μιλά με αργό ρυθμό η Εσθήρ και κουνούσε ταυτόχρονα το κεφάλι της μες σε μιαν απέραντη θλίψη. Κάνω να μπω μέσα, όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι ένας άγνωστος. «Πού πας;» με ρώτησε. «Στο σπίτι μου», του απάντησα. «Φούρνο είχατε στην κουζίνα σας;» συνέχισε εκείνος. «Φυσικά, εκεί ψήναμε το ψωμί, δεν ξέρω το σπίτι μου;» είπα εγώ. Κι εκείνος συνέχισε: «Ε, αφού δε σ’ έκαψαν οι Γερμανοί, θα σε κάψω εγώ αν τολμήσεις και μπεις μέσα»! Κι έφυγα διωγμένη απ’ το σπίτι μου, όπου δεν ξαναπήγα ποτέ.

Κοιτάζαμε αμήχανοι. Σιωπηλοί και αμήχανοι. Κουνούσε το κεφάλι της πάνω κάτω η Εσθήρ με τα χείλη σφιγμένα. Η κάθε ιστορία, προσωπική και συλλογική, δεν ήταν παρά ιστορία όλων μας. Παντού μας περίμενε η ίδια σκληρότητα, ο ίδιος δόλος, η ίδια ιδιοτέλεια «να καρπωθείς το αίμα των άλλων». Κάποιοι που τα ’χαν καλά με τις γερμανικές και ελληνικές αρχές, δεν έβλεπαν την ώρα να φύγουμε εμείς διαπαντός για να γίνουν πλούσιοι εκείνοι αρπάζοντας τις περιουσίες μας. Μόλις φύγανε οι Γιαννιώτες Εβραίοι και μείνανε άδεια τα μαγαζιά και τα σπίτια τους, δεν κρατιόνταν με τίποτε οι συμπατριώτες τους χριστιανοί. Δυο μέρες μετά μπούκαραν μέσα και τα κάνανε γης μαδιάμ! Η κινητή περιουσία των Εβραίων που η αξία της ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια χρυσές λίρες λεηλατήθηκε. Κι αυτοί που τη λεηλάτησαν δεν ήταν οι ανώνυμοι και απλοί. Μα ήταν οι επώνυμοι και, οι υψηλά ιστάμενοι.

Ευυπόληπτοι πολίτες της γιαννιώτικης κοινωνίας διορίστηκαν απ’ τις αρχές κατοχής μέλη των επιτροπών παραλαβής και διαχείρισης των εβραϊκών περιουσιών κι άρπαξαν μ’ ένα απλό σημείωμα της διοίκησης τα μαγαζιά και τα σπίτια των εκτοπισμένων Εβραίων. Κι ορθώνανε ύστερα χίλια εμπόδια βάζοντας μπροστά το τέρας της γραφειοκρατίας για να κλείσουν το δρόμο σ’ αυτούς που επιστρέψανε και ζητούσαν να πάρουν πίσω τα σπίτια τους, τα μαγαζιά των γονέων τους κι ό,τι απέμεινε απ’ τις περιουσίες τους.

Θέλαμε κάτι να πούμε, μα δε μας βγαίνανε οι λέξεις. Και βάθαινε περισσότερο η σιωπή μας. Απ’ τους 1725 και περισσότερους που πιάστηκαν κι έφυγαν απ’ τα Γιάννενα για το Άουσβιτς επέζησαν μόνο οι 163. Που επιστρέφοντας βρήκαν τα σπίτια τους κατειλημμένα και τις περιουσίες τους διαρπαγμένες. Απ’ τις κραυγές πόνου, απ’ το αίμα και τη στάχτη των εκτοπισμένων Εβραίων, κάποιοι άλλοι, Γερμανοί κι Έλληνες, κολυμπούσανε στο χρυσάφι. Και η ύβρις που διαπράξανε κανείς δεν ξέρει αν στα μετέπειτα χρόνια έγινε νέμεσις.

– Δυστυχώς οι τοπικές αρχές έδειξαν το βάρβαρο πρόσωπό τους, διέκοψε τις σκέψεις μας η Εσθήρ. Στα δικά μας σπίτια έφεραν και εγκατέστησαν διάφορους απ’ τα ορεινά χωριά της Ηπείρου που είχαν καταφύγει στην πόλη για να γλιτώσουν απ’ τις συγκρούσεις του ΕΑΜ με τον ΕΔΕΣ που μαίνονταν εκεί πάνω. Το θέμα είναι πως δε μας πήραν μόνο το σπίτι. Μας πήραν και τις περιουσίες. Είχε σκάψει ένα λάκκο στο σπίτι ο πατέρας μας κι έκρυψε εκεί κάτι λίρες που είχε. Δε βρήκαμε τίποτε. Το κρασοπωλείο του πατέρα μας το οικειοποιήθηκε μια χριστιανή συγγενής μας παρουσιάζοντας ψεύτικα χαρτιά, όπου εμφανίζεται πλαστή η υπογραφή της μητέρας μας. Τις καταθέσεις της οικογένειάς μου, μας ενημέρωσαν απ’ την τράπεζα που πήγα και, ρώτησα, τις είχαν πάρει οι Γερμανοί. Ακόμη και δύο ραπτομηχανές Singer που είχαμε σπίτι μας, τις έχουμε, κι εκείνες χαμένες. Μάθαμε πως βρίσκονται στη μητρόπολη. Απευθύνθηκα στο μητροπολίτη κι εκείνος με παρέπεμψε στη νομαρχία. Πήγα εκεί. Δεν ξέρουμε τι απέγιναν, μου απάντησαν. Για να τις βρουν, μου ’παν, πρέπει να τους δώσω τους αριθμούς τους. Πού να τους ξέρω εγώ; Σήκωσα το μανίκι μου και τους έδειξα τον αριθμό του Αουσβιτς. «Αυτόν μόνο θυμάμαι», τους είπα και έφυγα*.

Η κτηνωδία και το αίσχος δε διαμέλισαν μόνο τα σώματά μας. Διαμέλισαν και τα ιμάτιά μας. Και σε τούτο το έγκλημα έπαιξαν το ρόλο τους αρκετοί. Περισσότερο άλλοι κι άλλοι λιγότερο. Γι’ αυτό «κι η φρίκη/ δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/ γιατί είναι αμίλητη και προχωράει/ στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο/ μνησιπήμων πόνος».

*Οι ραπτομηχανές: Η Γενική Διοίκηση Ηπείρου, λίγο μετά τον εκτοπισμό των Εβραίων, συγκέντρωσε από τα σπίτια τους 220 ραπτομηχανές, τις οποίες παρέδωσε υπό μεσεγγύηση σε διάφορους κατοίκους των Ιωαννίνων. Πολλοί από όσους διασώθηκαν και επέστρεφαν από την ομηρία, διεκδίκησαν ο καθένας τη ραπτομηχανή της οικογένειας του. Δυόμισι χρόνια μετά την απελευθέρωση, οι αρχές δεν απέδωσαν ούτε μία, γιατί ζητούσαν από τους δικαιούχους να προσκομίσουν τον αριθμό της ραπτομηχανής, τον οποίο φυσικά δεν μπορούσαν να θυμηθούν.

 

  • Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου «Ισαάκ Μιζάν, αριθμός βραχίονα 182641», εκδόσεις «apiroshora»

Advertisements