Ετικέτες

, ,

Άγνωστοι πρωταγωνιστές του προ-απελευθερωτικού αγώνα (1904-1913)

Του Δημητρίου Σαλαμάγκα

Ο Γεώργος -ο αργότερα για το μπόι του και τη λιγνάδα του αποκληθείς Μακαρόνας- ήταν ένα φτωχόπαιδο, γέννημα και θρέμμα της Λούτσας των Γιαννίνων και το σπίτι του, ήταν σ’ ένα στενό της δρομάκι, την οδό Χαόνων, στον αριθμό 27. Πήγα και το είδα το χαμηλό και φτωχικό αυτό σπιτάκι, όπου ζούσαν ο πατέρας του Χρίστος Ζωγράφος κι’ η μάνα του η Φώτω, η θυγατέρα της Ανθίτσας. Κανένας σήμερα δε σώζεται από το σόι τους· ούτε κανένας μπόρεσε να μου πει, αν το πατρωνυμικό τους, ήταν επώνυμο, ή μόνο παραγκώμι.

Το Γεώργο τον πρωτογνώρισα «παιδί» των μαγαζιών και του ταμπακαριού των Γκλιναβαίων, κι η δουλειά τον ήταν, οι μεταφορές πετσιών, και παραγωγών τους, καθώς και τα «θελήματα» . ‘Ήταν 4 -5 χρόνια, μεγαλύτερος μου, και τον θυμάμαι ζωηρά, σαν να τον έχω τώρα δα μπροστά μου. ‘Ήταν τότε τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, που στην Ήπειρο, τα σημειώνει έντονα η λεγόμενη τότε Βερολίνειο γραμμή. Τη θυμάμαι τη γραμμή αυτή -χωρίς και νάχω τότε και πραγματική συνείδηση της- από τα πολύ μικρά μας χρόνια, ήμουν δεν ήμουν στο Ελληνικό, όπως λέγαμε τότε τις τρείς τάξεις του Σχολαρχείου, που αποτελούσαν συνέχεια του τετρατάξιου Δημοτικού, και που συνεχιζόταν, με το επίσης τετραταξίο Γυμνάσιο. Όλοι μιλούσαν τότε για την περίφημη αυτή γραμμή: όλοι, εκεί τα είχαμε σκλαβωμένα, και νου, και ψυχή’ μικροί μεγάλοι, σοφοί κι αγράμματοι, φτωχοί και πλούσιοι, μιλούσαμε γι’ αυτή, σαν για κάτι που κάποτε βρεθήκαμε πολύ κοντά του, μα που από αδικία κάποιων ισχυρών της γης, δεν το κερδίσαμε, δεν το χαρήκαμε, δεν το απολαύσαμε· κι ας το καρτερούσαμε από καιρούς. Και πάντοτε τ’ αποζητούσαμε, σαν κάποιο παράδεισο που χάσαμε.

– Νάρθει το Ρωμέικο!.. -όπως λέγαμε τότε την ελεύθερη Ελλάδα. – Η λευτεριά!.. Να σωθούν της σκλαβιάς τα βάσανα!.. να ιδούμε τη γαλανή σημαία να κυματίζει λεύτερα στον αέρα μας!.. — Να γίνουμε Έλληνες !..

*

Τον είχα τότε περάσει τον Άραχθο, το είχα τότε περάσει -στα 1904- της Άρτας το Γιοφύρι!.. και τώχα γνωρίσει το Ρωμέικο, δέκα χρονών παιδάκι ..

-Ήταν τότε η Αθήνα, μια χούφτα κόσμος: Στην οδό Σταδίου, κυκλοφορούσαν τραμ με άλογα. Όμως εκεί, φυσούσε αλλιώτικος αέρας!. Όλος ο κόσμος φορούσε εκεί καπέλο και κάθε μεσημέρι, κατέβαινε στο Παλάτι η μουσική, για ν’ αλλάξει, με κάθε μεγαλοπρέπεια, η φρουρά. Και χαιρετούσαν οι στρατιώτες τη σημαία, και κατόπι, κι όλος ο κόσμος με ευλάβεια, καθώς μπροστά τους αντιπερνούσε.

Ήταν εκεί μεγάλα σπίτια, που σα σήκωνες το κεφάλι να τα κοιτάξεις, σου πέφτε το φέσι.

*

Σα γύρισα στα Γιάννινα, όλοι με ρωτούσαν για το Γκιουνάνικο, και -θυμάμαι- έλεγα, έλεγα … και δε σταματούσα· κι εκείνοι, μ άκουγαν προσεκτικοί και μαγεμένοι’ και μέσ’ τα μάτια τους χοροπηδούσαν σπίθες και λαχτάρες. – Αχ !.. πότε θάρθει το Ρωμέικο!.. πότε θα ιδούμε το Σταυρό να κυματίζει στο Κονάκι (Το μεταγενέστερο Στρατηγείο, τότε έδρα του Βαλή των Γιαννίνων)!.

*

Κατόπι άρχισαν τ’ αντάρτικα …

Στα 1904, σκοτώνεται ο Παύλος ο Μελάς, και στην Κορυτσά, στα 1906, ο Μητροπολίτης Φώτιος. Οι αντάρτες εμφανίζονται και στα ηπειρώτικα βουνά. Ο Γεώργος ήταν ένας έφηβος γελαστός και κεφάτος, πρόθυμος για κάθε εξυπηρέτηση, και φιλότιμος· δεν ξέρω πως, μα τον αγαπούσαν, όλοι όσοι τον πλησίαζαν. Ο Γεώργος ήταν ένας τύπος γεμάτος ενθουσιασμούς και αφοσιώσεις και πολύ τίμιος· και φλογερός πατριώτης άκουγε αντάρτικο, κι άναβαν φλόγες μέσα του.

*

Στα 1906, με τους Ολυμπιακούς, δεν ξέρω πως, τα κατάφερε να πάει στην Αθήνα. Γύρισε από κει άλλος άνθρωπος: όπου κι αν στεκόταν, όπου κι αν βρισκόταν, σχεδίαζε αντάρτες και σημαίες. Σ’ ένα από τούς τοίχους της απέραντης κρεββάτας του ταμπακαρειού των Γκλιναβαίων στο Μώλο, είχε ζωγραφίσει μα καραμπογιά, ένα τεράστιο αντάρτη, με στολή, σαν αυτή που φορούσε ο καημένος ο Μελάς, και δίπλα του, δυό διασταυρούμενες Ελληνικές σημαίες: μια με το μεγάλο λευκό σταυρό, και μια του ναυτικού. Σ’ αυτή ακριβώς την εποχή συναντούμε στα Γιάννινα και το Νικόλα Μάιο, τον τόσο πολύ γνωστό και σε πολλούς από τους σύγχρονους μας.

*

Με τον Μάιο συνεργάζονται την εποχή αυτή, πολλοί μυημένοι στην Ηπειρωτική Εταιρεία· και τους απελευθερωτικούς σκοπούς της. Μονάχα πολύ αργότερα, έμαθα ότι και κάτω από το μύλο του ταμπακαρειού των Γκλιναβαίων, όπου άλεθαν τα πεύκα και τα βελανίδια για την κατεργασία των πετσιών, καθώς και στις οστρέχες της σκεπής της κρεββάτας του, ήταν κρυμμένα ένα σωρό ντουφέκια.

*

Ο Γεώργος, όσο κόρωναν οι αγώνες στη Μακεδονία, δε βαστιόταν με κανένα τρόπο. Την εποχή αυτή, τον βρίσκουμε καταταγμένο στο σώμα τον Καπετάν Βάρδα.

Με το Τούρκικο Σύνταγμα, βγήκαν οι κρατούμενοι από τις φυλακές, και δόθηκε αμνηστία. Ο Γεώργος τότε γύρισε στα Γιάννινα. Τον θυμάμαι, πανύψηλο και στεγνό, με την αντάρτικη μπλε στολή του, τα σταυρωτά φυσεκλίκια, τη ντουφέκι στην πλάτη και την τεράστια κάμα στο πλευρό, ακριβώς όπως στις ζωγραφιές του της κρεββάτας. Με την αδερφοσύνη του Συντάγματος, ο Γεώργος ξεντύθηκε και ξαναγύρισε στα αστικά του έργα: Ξανάγινε εργάτης. Μα η Ιστορία του, δεν τελειώνει ως εδώ. Ο Γεώργος ήταν παλικάρι, και τώδειχνε παντού και πάντοτε.

*

Όταν τον Ιούλιο τον 1908, προκηρύχτηκε στην Τουρκία το Σύνταγμα, οι Ρωμιοί -μιλώ πάντοτε για τα Γιάννινα – κόντεψαν να παλαβώσουν από τη χαρά τους. Είχαν φαντασθεί ότι είχεν έλθει κιόλας το Ελληνικό. Πολυάνθρωπα συλλαλητήρια χαράς και ξέφρενου ενθουσιασμού, σαν ορμητικά ποτάμια γέμιζαν τους κεντρικούς δρόμους των Γιαννίνων. Σαν τώρα θυμάμαι, το μικρό τότε εαυτό μου, ανακατεμένο στο πλήθος που αλάλαζε, και ξελαρυγγίζεται φωνάζοντας: – Γλασλασλίν κανουνλγιέ ! .. Γλασλασλίν χουριέτ! (ζήτω το σύνταγμα, ζήτω η ελευθερία)..

*

`Ένας Τούρκος μπίμπασλης, είχεν ανέβει απάνω στο Ρόλοι -μπροστά τότε από το ξενοδοχείο Αβέρωφ -τότε Ιχσανιέ- κι ανάγγειλε με βροντερή φωνή την προκήρυξη του Συντάγματος.

– Μπού γκλούν, μπίρ τελεγκράμ γκελ- (σήμερα, ένα τηλεγράφημα ήρθε..)

*

Τούρκοι, Ρωμιοί, Εβραίοι, γενήκαμε αμέσως αδέρφια· φιλιά, αγκαλιές, ενθουσιασμοί· είδα τότε κι έναν παπά, ν’ αγκαλιάζεται και να φιλιέται μ’ ένα χότζια: Βαλλαή, μπιλλαή… έξω από μια πίστη, είμαστε αδέρφια!..

Μουσικές, βιολιά, νταούλια, χαλούσε ο κόσμος!

Κι’ η Τουρκογιαννιώτικη μούσα, χαιρέτισε κι αυτή -ρωμέϊκα πάντοτε- με τις συνθέσεις της, την καινούργια κατάσταση της αδερφοσύνης :

Κατφουρνάου στου Παζάρι

γλιέπου κόσμου κι ντουνγιά,

κι του μπίμασλη (συνταγματάρχης, χιλίαρχος) καβάλα

να φουνάζ’ ιληντηριά (ελευθερία)..

*

Όμως, μερικά πράγματα, θάπρεπε από τότε να μας μετριάσουν κάπως τους ενθουσιασμούς, και να μας έκαναν περισσότερο επιφυλακτικούς. Ανάμεσα στα λάβαρα και τις σημαίες, κυκλοφορούσε —σα να τη βλέπω και τώρα μπροστά μου— και μια ολομέταξη κίτρινη Αλβανική, με μαύρο δικέφαλο αετό, και μεγάλα αλβανικά γράμματα: ΡΟΦΤ ΛΥΡΙΑ (ζήτω η ελευθερία).

Ύστερα από λίγες μέρες, καρφώθηκε στο Ρολόι της Πλατείας μια επιγραφή, με το καινούργιο όνομα της -Ομόνοιας ή Ελευθερίας, δε θυμάμαι τώρα καλά- σε τέσσερες όμως γλώσσες: Τούρκικα, Ελληνικά, Αλβανικά και Ρουμανικά. – Μειονότητες βέβαια κι αυτές μέσα στην ελληνικότατη Ήπειρο και τα Γιάννινα, που βρήκαν την ευκαιρία, με την υστερόβουλη ανοχή των Τούρκων, να υπογραμμίσουν έντονα τα δικαιώματα τους.

*

Μα οι Ρωμιοί είμαστε και λιγάκι παλαβοί. Όταν τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, ο Ράλλης, μαζί με άλλους δύο βουλευτές ξεκίνησαν από την Αθήνα για περιοδεία στον γειτονικό υπόδουλο Ελληνισμό, κι ήρθαν και στα Γιάννινα, τί ήταν εκείνο το κακό πού έγινε!.. Πνίγηκε ο κόσμος στο γαλάζιο.

Βγήκαν, επίσημοι και άρχοντες, Πρόκριτοι, και Σκολειά, να τους υποδεχτούν, στον δρόμο της Πρέβεζας, και γενικός συναγερμός των Χριστιανών, πλημμύρισε από κόσμο την Πλατεία. Φουστανελάδες με στολές ελληνικές, κρατούσαν -«αδελφωμένες» βέβαια με τούρκικες- μεγάλες ελληνικές σημαίες.

*

Ήμουν τότε στο Γυμνάσιο, και, θυμάμαι, είχα βγει μαζί με την τάξη μου σε προϋπάντηση του «Σατραζάμη» -όπως έλεγαν τότε οι Τούρκοι τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας. Ανάμεσα στους άλλους, βγήκε για υποδοχή του και η ωραιότατη κόρη του Γεωργίτση Βασιλικούλα, έχοντας στο αμάξι της, μονάχα μια μεγάλη Ελληνική σημαία. Συνοδός του αμαξιού ο Γεώργος μας.

*

Κάποιο επεισόδιο έγινε στον Αη-Γιάννη της Μπουνίλας, χωρίς όμως εκεί συνέχεια. Όταν όμως το αμάξι της Γεωργίτση έφτασε κοντά στο Ρολόι της Πλατείας τούρκοι στρατιώτες, στους όποιους οι φανατικοί Τουρκογιαννιώτες έλεγαν ότι ο Σατραζάμης των Γκιουνάνηδων ήρθε για να παραλάβει τα Γιάννινα, επετέθησαν για ν’ αρπάξουν και να ποδοπατήσουν την Ελληνική σημαία.

*

Ο Μακαρόνας ήταν ταυτόχρονα και σημαιοφόρος της συντεχνίας των βυρσοδεψών. Ακριβώς εκεί που είναι το γήπεδο του Στρατιωτικού Θεάτρου, ήταν μαζεμένοι και πολλοί ρεντίφηδες (έφεδροι) τσιάμηδες, που δεν είχαν ακόμα ντυθεί. Καμιά εικοσαριά από αυτούς, μόλις είδαν την Ελληνική σημαία πηδάν από τον τοίχο κι ορμούν να την αρπάξουν από τα χέρια του Μακαρόνα. Στη δύσκολη αυτή περίσταση, ο «ηρωικός αυτός παίδαρος» όπως μου τον απεκάλεσε ο Α. Λιβαδεύς, τύλιξε τη σημαία στον κοντό, τραβάει από τη μέση την κάμα κι «όρμησε σαν αετός» κατ’ επάνω τους. Τους κυνήγησε ίσαμε του Παγγέλη το πηγάδι (όπου ένας πλάτανος στου Ράδου απέναντι) (τον Τουρκοστάλο όπως τον έλεγαν εκείνη την εποχή) σα γελάδια.

Στην Πλατειούλα αυτή, ήταν τότε τούρκικοι καφενέδες.

*

Η ατμόσφαιρα ήταν τη μέρα αυτή πολύ ηλεκτρισμένη, δεν έλειπε, παρά μονάχα ο σπινθήρας· μα μπήκαν στη μέση μερικοί -ανατολίτες- αξιωματικοί, και προλήφθηκε τό μακελειό.

Σημειώθηκε όμως πανικός.

*

Ο Γεωργός, ξέφυγε τότε τη σύλληψη· όμως ξανάκανε το θάμα του. – Την ώρα της Δοξολογίας που γινόταν στη Μητρόπολη για τούς Έλληνες επίσημους, ανέβηκε στο καμπαναριό της, και ξεπέταξε από κει μια γαλανόλευκη. Έτρεξαν να τον πιάσουν μα τους τώσκασε πάλι.

Ο Γεωργός ήταν ένας «ντελής» (λέξη τούρκικη· παλαβός, τρελός, με την έννοια του ακαταλόγιστα γενναίου και ζωηρού) .

*

Με την προοπτική των καιρών που πέρασαν, συλλογιέμαι τώρα πόσο ανεκτική ήταν η στάση των Τούρκων· όμως, σκέπτομαι, πως αυτό, μπορεί να μην ήταν και τόσο Συνταγματική -τάχα- ψυχραιμία· μα πιο πολύ, πραγματικός φόβος: Λίγοι σχετικά Τούρκοι μέσα σαι μια πολυπληθέστατη Χριστιανοσύνη που παραληρούσε από πατριωτικό ενθουσιασμό, και που οι Τούρκοι τώξεραν αυτό καλά- είχε στα χέρια της ένα σωρό ντουφέκια.

Γι’ αυτό, αναγκαστικά, στις αρχές του Συντάγματος, οι Νεότουρκοι, περιορίστηκαν μονάχα στο να παρατηρούν και να σημειώνουν. Αργότερα όμως άρχισαν να παίρνουν τα μέτρα τους· και τότε μόνο ο ρωμιός κατάλαβε το λάθος του. Μα πάλι, πως μπορούσε να κρατήσει τον ενθουσιασμό του; Στον αέρα, σαν κάτι ανήσυχο να φτερούγιζε.

*

Τα κομιτάτα συνέχισαν – ίσως πιο εντατικά- τη δράση τους και μετά το Σύνταγμά. Οι σκοποί των Νεότουρκων ήταν καθαροί: δίνοντας Σύνταγμα και -δήθεν- ισοπολιτεία στις εθνότητες της Βαλκανικής, στην ουσία, αγωνιζόταν να τις κρατήσουν ακόμα σκλάβες, και να σώσουν την Ευρωπαϊκή Τουρκία από διαμελισμό. Αυτό κατέληξε, όπως ξέρουμε σε συμμαχία των Βολκανικών, και στον πόλεμο τού 1912 – 1913, με τα γνωστά του αποτελέσματα.

Ο Γεώργο-Μακαρόνας, με την κήρυξη τού πολέμου, ξαναντύθηκε τ’ αντάρτικά, κι έγινε παλικάρι του Καπετάν Ζαρκάδα.

Δρούσαν τότε στα ηπειρώτικα βουνά ο Καπετάν Πουτέτσης, ο Καπετάν Κρομμύδας, ο Καπετάν Φορτούνας (από τη Σωτήρα της Β. Ηπείρου), ο Ζαγορίσιος Σχολάρχης Σακελλαρίου, και κάποιος άλλος, ιεροκήρυκας, που φορούσε γαλόνια αξιωματικών, αλλά που επίμονα αρνιόταν να πει ποιος ήταν κι από πούθε καταγόταν.

Όλοι αυτοί, και τα σώματα τους, κι η δράση τους περιμένουν τον Ιστορικό τους.

*

Στη Σκάλα της Παραμυθίας, ο Καπετάν Ζαρκάδας, κατείχε γραμμή στην αριστερή πτέρυγα της παράταξης, μαζί και μ’ άλλους καπεταναίους της περιοχής. Σε μια φάση επίθεσης τους κατά Τουρκαλβανών -ύστερα από την οποία οι τελευταίοι αυτοί, τελικά αναγκάστηκαν να το βάλουν στα πόδια- ο Γεωργό – Μακαρόνας, πολεμώντας παλληκαρήσια, γοργός κι ακράτητος, ανεβαίνει στις απόκρημνες κορφές, ανεμίζοντας περήφανα την ελληνική σημαία. Όμως, ανάμεσα στους βράχους τού κακοτράχαλου βουνού, ήταν ακινητοποιημένος ένας τραυματίας Τουρκαλβανός, που ο Γεώργο-Μακαρόνας, στη φούρια του, δεν τον είχε προσέξει.

Και τον χτύπησε μπαμπέσικα.

*

Εκεί στα βράχια, απάνου στις κορφές, στα πόδια της σημαίας που τόσο την είχε αγαπήσει, και πού ανέμιζε τώρα, επάνω στο άψυχο πια κορμί του, τον ίσκιο της, έπεσε ηρωικά στο απόγειο της δόξας του –  ήταν δεν ήταν είκοσι πέντε χρόνων- ο Γεώργος ο Ζωγράφος ή Μακαρόνας, το ασύγκριτο αυτό Γιαννιώτικο παλληκάρι.

*

Οι συντοπίτες του, μπορεί να μη του στήσαν ακόμα μνημείο, στον τόπο που τον γέννησε, όμως, ο ανώνυμος Έλληνας, στον τόπο που σκοτώθηκε, του έστησε λιθοσωριά· κι ακόμα και σήμερα, η περιοχή εκείνη είναι τοπωνύμιο: Στου Μακαρόνα!

*

Έτσι ανώνυμα και σεμνά, διαιωνίζεται κι η μνήμη του.

  • Ο Θεός, ας αναπάψει την ψυχή του!.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό της «Ηπειρωτικής Εστίας», τεύχος 11, Μάρτιος 1953

Advertisements