Ετικέτες

,

Της Αντιγόνης Ντίνου-Βρέλλη

Μια ξαφνική διακοπή νερού, αναστάτωσε την πολυκατοικία. Άρχισαν να χτυπούν τηλέφωνα, κουδούνια, ν’ ανοίγουν πόρτες κι οι νοικοκυρές, να εμφανίζονται και να ρωτούν, η μια την άλλη, αν έχουν νερό και πού οφείλεται η διακοπή. Άρχισε η κάθε μια τα δικά της. Αχ! και είχα βάλει πλυντήριο, θα μου μείνουν τα ρούχα άπλυτα. Πωπώ! η άλλη και δεν έπλυνα τα χόρτα, θέλω να κάνω πίτα, κι η κάθε μια έλεγε τα δικά της. Μα να μην ειδοποιήσουν, είπε μια τρίτη, να ξέρουμε να προγραμματίσουμε τις δουλειές μας;

Την άλλη φορά, που η ειδοποίηση έγινε, εκτός της γκρίνιας, αμάν αυτές οι διακοπές, άρχισε η άσκοπη σπατάλη νερού. Να γεμίσουμε λεκάνες να έχουμε για το μπάνιο, μπουκάλια, κανάτες κατσαρόλες για την κουζίνα και μετά από λίγες ώρες που ερχόταν το νερό, όλα τα δοχεία άδειαζαν στους νιπτήρες και τους νεροχύτες.

Αυτή η εικόνα, έφερε στο μυαλό μου άλλες εποχές, τότε που δεν υπήρχε υδραγωγείο, που μαζεύαμε το νερό με το σταγονόμετρο, που λέει ο λόγος και δεν απολαμβάναμε την ευκολία που προσφέρει το στρίψιμο του διακόπτη, να έχουμε άφθονο, το πολύτιμο αυτό αγαθό, που λέγεται νερό και που όλοι ξέρουμε ότι το νερό είναι πηγή ζωής και πολιτισμού.

Πριν γίνει το υδραγωγείο στην πόλη των Γιαννίνων, οι άνθρωποι εξυπηρετούντο με νερό που αντλούσαν από πηγάδια. Υπήρχαν πολλά συνοικιακά πηγάδια, αλλά οι κάτοικοι, φρόντιζαν όταν έχτιζαν δική τους κατοικία, πρώτα ν’ ανοίξουν πηγάδι για να τους εξυπηρετήσει στην αποπεράτωση της οικοδομής και εν συνεχεία για την καθημερινή εξυπηρέτηση. Το νερό των πηγαδιών, δεν ήταν κατάλληλο για πόση, γιατί περιείχε πολλά άλατα και ήταν βαρύ στο στομάχι. Πολλά πηγάδια, δεν πληρούσαν τους απαραίτητους υγιεινούς όρους, ήταν ξεσκέπαστα και κοντά στους καμπινέδες που τότε ήταν έξω από την κατοικία, σε κάποιο μέρος της αυλής.

Όπως καταλαβαίνετε, με τις βροχές, γινόταν απορροφήσεις από το έδαφος· και όπως τα πηγάδια ήσαν με ξερολίθι χτισμένα, δεν ήσαν στεγανά, όπως οι στέρνες, ό,τι υπήρχε επάνω στο έδαφος, κατέληγε στο πηγάδι, φιλτραρισμένο βέβαια, αλλά μολυσμένο.

Γ’ αυτό εκείνη την εποχή, θέριζαν ο τύφος και οι δυσεντερίες. Όσοι ήταν οικονομικά καλύτερα, φρόντιζαν τα πηγάδια τους να είναι σκεπασμένα και μακρυά από μολυσμένους χώρους. Εξάλλου αυτοί οι προνομιούχοι, ας πούμε, έφερναν από τη Ντραμπάτοβα ή άλλες πηγές.

Τα Γιάννινα ως προς αυτό, ήταν προνομιούχα, γιατί είχαν ό,τι καλύτερο μπορούσε να τους δώσει ο Θεός, την όμορφή μας Παμβώτιδα, που τότε ήταν πεντακάθαρη. Πολλοί πήγαιναν με βάρκες στο κέντρο της λίμνης και έπαιρναν από εκεί νερό σε γκιούμια και το είχαν για πόσιμο. Επίσης υπήρχαν πολλές πηγές ολόγυρα της λίμνης· όπως η Ντραμπάτοβα στο Στρούνι, σήμερα Αμφιθέα, η Κρύα απ’ όπου υδρεύεται η πόλη των Γιαννίνων και οι γύρω περιοχές, οι πηγές στο Πέραμα, στου Σαντινίκου, στην Τούμπα, και σε άλλα σημεία εντός του λεκανοπεδίου. Η βρύση της Σαντοβίτσας, πίσω από τη Δροσιά προς τα Καρδαμίτσια, έλεγαν πως είχε χωνευτικό νερό και όσοι διέθεταν ποδήλατα ή άλλα μέσα έπαιρναν από κει νερό.

Το νερό των πηγαδιών, όπως ανέφερα πιο πάνω, είχε πολλά άλατα, ήταν σκληρό και δυσχέραινε την πλύση των ρούχων. Οι νοικοκυρές, σοφίζονταν χιλιάδες τρόπους για να τα ξεγαριάσουν.

Το χειμώνα ήταν εύκολο, γιατί χρησιμοποιούσαν το νερό της βροχής, που μάζευαν από τα σταλάματα. Όλα τα σπίτια, κάτω απ’ τις υδροροές, είχαν ένα μεγάλο τεπόζιτο για το σκοπό αυτό, και ήταν πάντα γεμάτο και σκεπασμένο. Σε καιρούς αναβροχιάς έπαιρναν νερό από κει για την κυρίως πλύση και το ξέβγαλμα των ρούχων γινόταν απ’ τα πηγάδια. Όσα σπίτια ήταν κοντά στη λίμνη, έπαιρναν από κει νερό, ειδικά για λούσιμο, γιατί τα μαλλιά γινόταν σαν μετάξι.

Τα απορρυπαντικά της εποχής εκείνης, εκτός από τα σαπούνια, πράσινο και άσπρο, το βασικότερο ήταν η αλυσίβα. Χωρίς αλυσίβα τα ρούχα δεν καθάριζαν, ειδικά τα ασπρόρουχα.

Η αλυσίβα, ήταν στάχτη χωνεμένη, την οποία έπαιρναν από το φούρνο, ή απ’ τα μαγκάλια που έκαιγαν κάρβουνα για τη θέρμανση του σπιτιού, την κοσκίνιζαν σε ψιλή σίτα και την έβαζαν σε μια σακκούλα άσπρη καποτένια, την οποία κρεμούσαν μέσα στο καζάνι, που ζεσταίνονταν το νερό για τη μπουγάδα. Ή την έβραζαν χωριστά σε μια κατσαρόλα μεγάλη μπακιρένια κι αυτή, όπως και το καζάνι, ειδικά γι’ αυτό το σκοπό, άφηναν να κατακάτσει η στάχτη, και μετά, το νερό αυτό, το σούρωναν και το έριχναν στη σκάφη σιγά σιγά και σε μικρή ποσότητα γιατί ήταν ισχυρή και ξεφλούδιζε τα χέρια. Μαλάκωνε το νερό και έκαμε τα ασπρόρουχα να λάμπουν. Άλλο απορρυπαντικό ήταν το τρινάλ και η βαρεκίνα για σκληρούς λεκέδες, στα ασπρόρουχα βέβαια.

Πολύ αργότερα, άρχισε να κατακλύζεται η αγορά από παντός είδους και τύπου απορρυπαντικά. Το νερό απ’ τα πηγάδια, εξυπηρετούσε για την καθημερινή λάτρα του σπιτιού, το πότισμα των λουλουδιών, των λαχανόκηπων και όλες οι οικοδομές της εποχής εκείνης κτίζονταν με τη δύσκολη άντληση του νερού απ’ τα πηγάδια. Τα χοντρά ρούχα, στρωσίδια, καρπέτα, κλινοσκεπάσματα κλπ. πλένονταν στη λίμνη. Με νταλίκες, οι Γιαννιώτες τα κατέβαζαν σε ορισμένα σημεία που είχαν επιλέξει για το σκοπό αυτό.

Εκεί μονίμως υπήρχαν άσπρες μεγάλες πλάκες, οι οποίες είχαν γίνει κάτασπρες και γυαλιστερές απ’ το πολύ κοπάνισμα που έτρωγαν κατά το πλύσιμο των ρούχων και απ’ το μαλακό νερό της λίμνης που ήταν μονίμως βυθισμένες σ’ αυτό. Η δουλειά αυτή γινόταν προς τα μέσα ή τέλος Ιουνίου, όταν τελείωναν τα σχολεία και κατά τη διάρκεια όλου του καλοκαιριού, άκουγες το ρυθμικό κτύπημα του κόπανου.

Όλη η οικογένεια, συνήθως όμως μανάδες και θυγατέρες έφερναν σε πέρας αυτές τις δουλειές, κοπανίσματα, ασβεστώματα και γενικά όλη την καθαριότητα του σπιτιού για να φύγει η βρωμιά του χειμώνα. Γιατί εδώ που τα λέμε, πλήρης καθαριότητα, όπως την εννοούμε και τη βλέπουμε σήμερα, δεν υπήρχε.

Τώρα σκεπτόμαστε, πώς λειτουργούσαν εκείνο τον καιρό, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα καφενεία και άλλοι Δημόσιοι χώροι με τόσο λιγοστό νερό; Οι άνθρωποι κουράστηκαν πολύ ώσπου να βρεθούν στο σημερινό επίπεδο. Ουδέποτε είχαν διανοηθεί, όταν έβγαζαν νερό απ’ το πηγάδι, ότι θα ‘ρχόταν η εποχή που θα είχαν μέσα στο σπίτι τους, στην κουζίνα τους, στο μπάνιο τους και μια πηγή κατάδική τους. Με την κατασκευή του υδραγωγείου, το νερό βέβαια δεν ήλθε κατευθείαν στα σπίτια. Έγιναν πρώτα οι συνοικιακές βρύσες. Το κουβάλημα με τα γκιούμια και τους τενεκέδες συνεχίστηκε για καιρό ώσπου σιγά σιγά ο καθένας, ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση, απόλαυσε το πολύτιμο αυτό αγαθό μέσα στο σπίτι του. Με το γύρισμα του διακόπτη απολαμβάνει το μπάνιο του, που τον καιρό εκείνο μόνο μέσα στη λίμνη απολάμβανε σωστό πλύσιμο.

Όμως από τότε άρχισε η ρύπανση της λίμνης και σιγά σιγά χωρίς να το καταλάβουμε, την καταντήσαμε σήμερα, ένα δημόσιο ανοικτό βόθρο.

Με το που ήρθε άφθονο το νερό στο σπίτι μας, κοιτάξαμε τη βολή μας. Κλείσαμε τα πηγάδια και οι μηχανικοί, κτίζοντας τις καινούργιες οικοδομές, χωρίς φόβο και πάθος, για δική τους ευκολία και οικονομία, διοχέτευσαν τα λήμματα των οικοδομών στα πηγάδια κι αυτά με τη σειρά τους στους κεντρικούς υπονόμους και εν συνεχεία, στο μεγάλο βόθρο, τον ανοιχτό που λέγεται λίμνη. Τα γάργαρα και καθαρά νερά της που άλλοτε μας δρόσιζαν, μας πότιζαν και μας ξεγάριαζαν, σήμερα έγιναν καταπράσινα, με φυσαλίδες από λάδια, σαπούνια και παντός τύπου ρύπους. Στην επιφάνειά της κατά καιρούς αιωρούνται και νεκρά ψάρια. Τα ψάρια που μας έσωσαν απ’ την πείνα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα νόστιμα κυπρίνια, τα γλίνια, τα μαρίτσια, οι δρομίτσες, οι τσίμες, οι καραβίδες τα χέλια… Ποιος τρώει τώρα ψάρια έτσι που την καταντήσαμε; Ως πότε θα συνεχίζεται αυτό το κακό;

Έχω ακούσει, ότι υπάρχουν ακόμη δημόσια κτίρια που δεν έχουν συνδεθεί με το δίκτυο του βιολογικού καθαρισμού και συνεχίζουν τα λήμματα να πέφτουν στη λίμνη. Αν είναι αλήθεια αυτό, ποιος είναι αρμόδιος να επιληφθεί στην απαράδεκτη πια αυτή κατάσταση;

Οι νόμοι υπήρχαν, αλλά κανένας δεν τους τήρησε. Η ρύπανση, συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια και η πόλη των Γιαννίνων υπέφερε από την αποπνικτική μυρωδιά των βόθρων. Ήταν μια απαράδεκτη κατάσταση πολιτισμού.

Ευτυχώς με την κατασκευή του βιολογικού καθαρισμού, ανάσανε η πόλη και η λίμνη γλύτωσε από τη βαριά αυτή ρύπανση. Όμως χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμη. Για όλα, είμαστε υπεύθυνοι, όλοι οι πολίτες, απ’ τον μικρό ως τον μεγαλύτερο. Κοιτάζομαι τη βολή μας και αφήνουμε, όλα να λυθούν από μαγικά χέρια.

Καιρός είναι να γίνουμε υπεύθυνοι, πολιτισμένοι πολίτες. Το ίδιο ισχύει και για το μπάζωμα της λίμνης. Ποιος και σε ποιον έδωσε το δικαίωμα του μπαζώματος;

Στις ακρολιμνιές, εκεί που το κύμα χάιδευε τη στεριά και ανάμεσα στις καλαμιές είχαν το στέκι τους οι φαλαρίδες κι άλλα αγριοπούλια, εκεί που τα βατραχάκια αραδιάζονταν κι άρχιζαν την νυκτερινή συναυλία και μας διασκέδαζαν με τα κοάσματά τους, φύτρωσαν ξαφνικά, εστιατόρια, καφενεία, πλατείες και πάρκιν αυτοκινήτων. Η λίμνη μας, το καμάρι μας απ’ όλες τις μεριές μαζεύτηκε. Εγώ μεγάλωσα κοντά της, δίπλα της κι αισθάνομαι πολύ δεμένη μαζί της. Το σπίτι που μεγάλωσα, ήταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου τότε, σήμερα οδός Μαυρογιάννη. Απ’ το πίσω μέρος απλώνονταν τα μποστάνια, απ’ τη Λιμνοπούλα, ως του Μάτσικα. Χαρά Θεού να τα βλέπεις καταπράσινα, περιποιημένα, όλες τις εποχές με τα κάθε λογής ζαρζαβατικά. Πιο κάτω, η αγαπημένη μας λίμνη σε όλο το μεγαλείο της.

Το σπίτι μας ήταν δίπατο, σχεδόν όπως όλα τα σπίτια της εποχής εκείνης, με μεγάλα ψηλοτάβανα δωμάτια, μεγάλα παράθυρα, μακρύ πλακόστρωτο διάδρομο, μαγειριό και πλυσταριό, εκτός της κυρίας οικοδομής.

Με τενεκεδένια βρύση κρεμασμένη στον τοίχο με θήκη για το σαπούνι να πλενόμαστε, κι από κάτω, πάνω σε πεζουλάκι, μια μπακιρένια λεκάνη να πέφτουν τα βρώμικα νερά, τα οποία για λόγους οικονομίας τα ρίχναμε στον καμπινέ, που ήταν στο βάθος του κήπου.

Στη μέση του κήπου, το πηγάδι, που εκτός τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη λάτρα του σπιτιού, το πότισμα των λουλουδιών και του λαχανόκηπου, εκτελούσε και χρέη ψυγείου το καλοκαίρι.

Εκεί κρεμούσαμε με τριχιά σε ένα δοχείο τα καρπούζια, πεπόνια, όχι να βουτούν στο νερό αλλά λίγο πιο πάνω, για να κρυώσουν ως την επομένη που θα τα κόβαμε. Κατά τον ίδιο τρόπο κρεμούσαμε και το κρέας, για να μη χαλάσει στο μουσκέτο ως την επομένη που θα το μαγειρεύαμε.

Στο βάθος του κήπου υπήρχε η μποστανόπορτα. Από αυτή την πόρτα, κάθε μέρα με τα αδέλφια μου, πηγαίναμε στα μποστάνια στις άκρες απ’ τις νερομάνες και μαζεύαμε καρδάματα, χόρτα που άρεσαν ιδιαίτερα στα κουνέλια μας. Χαζεύαμε, με τις ώρες, παρακολουθώντας το μαγκάνι πώς γύριζε, κι αντλούσε το νερό απ’ τις νερομάνες και πότιζε τα ζαρζαβατικά. Από αυτή τη πόρτα, παίρναμε το δρομάκι, που οδηγούσε στην ακρολιμνιά στο σημείο που πλέναμε τα χοντρά ρούχα το καλοκαίρι. Από αυτή την πόρτα, ο πατέρας μου, μαζί με το σκυλί μας, τη Ρόζα, πήγαινε στην ακρολιμνιά και κυνηγούσε φαλαρίδες. Τις έκαμε η μαμά μου πλακί και ήταν πεντανόστιμες.

Απ’ τα μποστάνια ψωνίζαμε τα ζαρζαβατικά, φρέσκα, φρέσκα όλο δροσιά και άρωμα. Απ’ το παράθυρο του υπνοδωματίου, που ήταν στο επάνω πάτωμα του σπιτιού, κάθε μέρα αντίκριζα τη λίμνη απ’ τα χαράματα, ως τη νύχτα που έβγαιναν τα άστρα. Είχε δεθεί με το είναι μου.

Παρατηρούσα όλες τις φάσεις και όψεις που άλλαζε κι η ομορφιά της μ’ είχε μαγέψει. Το πρωί, που δειλά ο ήλιος ξεπρόβαλε το φωτεινό πρόσωπό του απ’ το Μιτσικέλι, και φώτιζε τα νερά της, άλλαζε χίλια χρώματα, σα να είχες ρίξει στο βυθό πολύχρωμα πετράδια. Κι όσο ο ήλιος ανέβαινε κι έσκυβαν ολόγυρα, δέντρα βουνοκορφές και κάμποι, να καθρεφτιστούν, στον πελώριο κρυστάλλινο καθρέφτη της, άστραφτε από ομορφιά, χαμογελούσε όλη η πλάση κοντά της. Κι όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, κι οι τελευταίες του ακτίνες φώτιζαν το τζαμί πάνω στο κάστρο, γινόταν θλιμμένη λες και θρηνούσε την κοπελιά την αδικοπνιγμένη.

Όμως τις βραδιές αστροφεγγιάς, που το φεγγάρι γελαστό, ξέπλεκε τα μαλλιά του τα χρυσά και τα’ πλενε στη λίμνη, ήτανε χάρμα ομορφιάς, νεράιδα ονειρεμένη.

Τέτοιες βραδιές, οι Γιαννιώτες, με βάρκες με κουπιά, έβγαιναν τσάρκα οικογενειακώς με φίλους κι απολάμβαναν τα κάλλη της. Αυτές τις καλοκαιρινές βραδιές τις θυμάμαι ακόμα. Ένιωθες να σε τυλίγει ένα μυστήριο κι ένας φόβος, μήπως η βάρκα γυρίσει ξαφνικά, γιατί σαν παιδιά που είμαστε, δεν σιγουρεύαμε σ’ ένα μέρος. Σκύβαμε και πιάναμε τα νερά, κάνοντας κουπιά τα χέρια μας. Οι ομορφιές της λίμνης κι οι χαρές που μας πρόσφερε δεν τελειώνουν. Τους χειμώνες, με τις παγωνιές και τα ξεροβόρια, μας έδειχνε το άγριο πρόσωπό της. Όταν ο βοριάς λυσσομανούσε, αγρίευε, και το κύμα θεριό πλημμύριζε τη γύρω περιοχή, χτυπούσε με μανία τους κορμούς των δένδρων κι έπλεκε με τα κλαδιά άσπρες δαντέλλες με πάγο και δημιουργούσε ένα φανταστικό θέαμα.

Όπως και νά ‘ναι είν’ όμορφη η λίμνη μας. Είτε θλιμμένη, ή γελαστή, είτε φουρτουνιασμένη, ή παγωμένη απ’ του χιονιά τ’ άγριο ξεροβόρι. Είναι η αρχόντισσα, η κυρά, στολίδι των Γιαννίνων. Η λίμνη με το ιστορικό νησί τ’ Αλή πασιά, των θρύλων.

Είναι αλήθεια, ότι τα τελευταία χρόνια, οι Δημοτικοί μας άρχοντες, εξωράισαν και αξιοποίησαν όλο τον παραλίμνιο χώρο, από τη λιμνοπούλα, το Ναυτικό Όμιλο ως το Du Lac. Σ’ αυτό συνέτεινε βέβαια και η ιδιωτική πρωτοβουλία. Είναι ένα πραγματικό στολίδι. Ο χώρος κατακλύζεται από ντόπιους και ξένους, που απολαμβάνουν την ομορφιά του τοπίου και τη βόλτα, κάτω απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια γύρω απ’ το κάστρο.

Όμως η λίμνη μέσα, χρειάζεται ακόμα τη φροντίδα μας, για να πάρει την αξία που της πρέπει.

Εκτός από τις ομορφιές της λίμνης, του νησιού και του κάστρου, με τους θρύλους και την ιστορία τους υπάρχουν και άλλα αξιοθέατα σημεία στη πόλη των Γιαννίνων, που τραβούν το ενδιαφέρον του επισκέπτη.

Όπως στο δασύλλιο ψηλά, που είναι και η ανάσα της πόλης, το τουριστικό περίπτερο του Φρόντζου και το υπαίθριο θέατρο, απ’ όπου η θέα της πόλης είναι απαράμιλλη. Το πάρκο Λιθαρίτσια, με εξίσου υπέροχη θέα. Το Γιαννιώτικο Σαλόνι στο πάρκο Πυρσινέλα, η άνω και κάτω πλατεία, ο Κουραμπάς και άλλες ομορφιές που ο επισκέπτης ανακαλύπτει μόνος του.

Τα Παλιά Γιάννινα, έχουν εξελιχθεί σε μια σύγχρονη πόλη, που σφύζει από ζωή και κίνηση. Είναι μια πόλη με προσωπικότητα.

Ο χρόνος τρέχει, οι εποχές αλλάζουν και οι άνθρωποι προσαρμόζονται στις νέες καταστάσεις. Όμως η ιστορία έχει καταγραφεί, δεν αλλάζει.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο «σεργιάνι στα περασμένα…» του Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών

Advertisements