Ετικέτες

,

Του Σωτήρη Δάκαρη, Επιμελητού αρχαιοτήτων Ηπείρου

Σχετικά με όσα αναφέρει ο φίλος κ. Δ. Σαλαμάγκας για την ύδρευση των Γιαννίνων στους χρόνους της Τουρκοκρατίας στο δημοσίευμά του με τον τίτλο «η Βρύση του Παζαριού» (Ηπ. Εστία τεύχος ΙΒ’ σελ. 488 κ. έξ.), θα είχα να προσθέσω λίγα ακόμα στοιχεία. Στις αρχές του Αυγούστου του 1951, ενώ εργάτες εκτελούσαν τη διεύρυνση του αμαξιτού δρόμου, πού οδηγεί απ’ την πόλη στο νεοσύστατο Σανατόριο, ακριβώς κοντά στους Αμπελώνες Σάρρα, αποκαλύφτηκε υπόγεια θολωτή κι επιμήκης στοά με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, σκαμμένη μέσα στο σκληρό άργιλο της περιοχής, 1.50 μ. περίπου βαθύτερα απ’ τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους.

Κατά την εργασία αυτή εθίγει μέρος της παρειάς της υπονόμου αυτής και παρουσιάστηκε μεγάλο άνοιγμα. Στο σημείο που ανακαλύφθηκε η σήραγγα είχε ύψος 1.70 και πλάτ. 0.75 μ. Με τη βοήθεια εργατών, που ευγενώς διέθεσε ο Νομάρχης Ιωαννίνων κ. Χρ. Κιτσίδης, επιχείρησα μικρή σκαφική έρευνα. Η ανασκαφή έδειξε ότι επρόκειτο για τουρκικό υδραγωγό, αρκετά ενδιαφέροντα για τον τρόπο της κατασκευής του.

Το δάπεδο της σήραγγας, που ήταν, όπως εσημείωσα 1.70 μ. χαμηλότερα απ’ την καμαρωτή οροφή, ήταν στρωμένο με σχιστολιθικές πλάκες, που πατούσαν σε δυό χαμηλά λίθινα πεζούλια, παράλληλα προς τα τοιχώματα της υπόγειας στοάς. Κάτω στις πλάκες αυτές βρέθηκε σχεδόν άθικτος ο πήλινος υδραγωγός.

Κάθε σωλήνας είχε το ένα στόμιο στενότερο του άλλου, έτσι, ώστε το ευρύτερο άκρο κάθε σωλήνα (διάμ. 0.11 μ.) να αποδέχεται το στενότερο του άλλου. Η συνοχή τους εξασφαλιζόταν καλύτερα με τη βοήθεια άσβεστο κονιάματος.

Κατά μήκος της καμαρωτής οροφής διακρινόταν κατ’ αποστάσεις ανοίγματα (οπαία), που έφταναν ως την επιφάνεια του εδάφους, τα όποια μετά την αποπεράτωση του έργου καλύφτηκαν με πέτρες και χώματα. Τα οπαία αυτά χρησίμευαν για την εύκολη εξαγωγή των ανασκαπτομένων χωμάτων έξω από την υπόγεια σήραγγα κι ακόμα για τον αναγκαίο αερισμό και το φωτισμό της στοάς, κατά τη διάρκεια της παραμονής των εργατών στην υπόνομο κατά τις ώρες της δουλειάς. Στα τοιχώματα της σήραγγας διακρίνονταν και κατά το χρόνο της ανασκαφής οι καπνιές λυχναριών, πού κρεμασμένα εκεί φώτιζαν τον ανεπαρκώς φωτιζόμενο χώρο. Τα οπαία τούτα θα είχαν και ένα άλλο προορισμό· να αποβαίνει δηλ. εύκολη η διαπίστωσή της τυχόν βλάβης των υδροσωλήνων. Για τον ίδιο άλλωστε λόγο η στοά είχε και τις μεγάλες διαστάσεις, που σημείωσα παραπάνω, ώστε να είναι εύκολη η κάθοδος απ’ τα οπαία κι η κυκλοφορία ανθρώπου κατά μήκος της σήραγγας.

Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής βρέθηκε στο δάπεδο της στοάς μια σπασμένη πήλινη καπνοσύριγγα (τσιμπούκι) των χρόνων της τουρκοκρατίας, πού κάποιος εργάτης θα την χρησιμοποιούσε κατά την περίοδο της κατασκευής της. Όμοιοι σωλήνες, όπως με πληροφόρησαν περίοικοι, που παραβρέθηκαν στην ανασκαφή, είχαν βρεθεί και προηγουμένως νοτιότερα, στις δυτικές παρυφές της πόλης, κατά την ανέγερση προχείρων εγκαταστάσεων για τους ανταρτόπληκτους εκεί περίπου που σήμερα βρίσκονται τα δημοσιοϋπαλληλικά οικήματα.

Ο υδραγωγός αυτός δηλαδή μάζευε τα νερά της βορειοδυτικής ορεινής περιοχής, που εκτείνεται δυτικά της λοφοσειράς Αγ. Γεωργίου – Σανατορίου και προοριζόταν για τις κρήνες της βόρειας περιοχής της πόλης, όπως εκείνες, που περιγράφει ο κ. Δ.Σ. για την νότια περιοχή,

Η τόσο επιμελημένη κατασκευή του αγωγού απέβλεπε και στη μονιμότητα του έργου, άλλα και στη διατήρησή του νερού δροσερού αφού περνούσε 5 μέτρα βαθύτερα απ’ την εδαφική επιφάνεια, προϋποθέσεις δαπανηρές άλλα αναγκαίες για την ύδρευσή, που συχνά παραβλέπονται απ’ τα σύγχρονα υδρευτικά συστήματα πόλεων.

Σύντομη ανακοίνωση για την έρευνα αυτή δημοσιεύτηκε στο γαλλικό αρχαιολογικό περιοδικό, Bulletin de Correspondanuce Hellenique, τομ. 76 (1952), σελ. 226 27

*

Σχετικά με το νοτιοδυτικό υδρευτικό σύστημα, για το όποιο κάνει λόγο o κ. Δ.Σ. θα είχα να προσθέσω, ότι τούτο πρέπει να κατέληγε σε δυό ημιυπόγειες δεξαμενές, που βρίσκονται ολίγα μέτρα ανατολικά της οικίας Κενάν Μεσσαρέ, μεταξύ της οδού Μανωλιάσσας και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας.

Οι δεξαμενές αυτές, που ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος υπό το έδαφος και ορατές μόνο κατά το βόρειο τμήμα, που αποτελούσε την κύρια όψη, δηλ. την πρόσοψη του οικοδομήματος, με τον καιρό αποσκεπάστηκαν εντελώς με νεώτερες τυχαίες επιχώσεις και σήμερα είναι δύσκολο να αντιληφτεί κανένας την εξωτερική τους μορφή και την επιβλητική τους εντύπωση. Απομάκρυνση αυτών των τυχαίων επιχώσεων και διευθέτηση του γύρω χώρου θα ανάδειχνε το όλο οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο, απ’ ότι μπορεί κανένας να δει σήμερα, ήταν αξιόλογο και ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα μνημεία πρακτικής χρήσης, που μας άφησαν οι χρόνοι της Τουρκοκρατίας.

Οι δυό δεξαμενές, πανομοιότυπες και παράλληλες, έχουν προσανατολισμό από νότο προς βορρά, με πρόσοψη δηλ., την ορατή και επιμελημένη που βλέπει προς το κέντρο της πόλης. Εξωτερικός περίβολος, πού είχε σχήμα μεγάλου Π, διαστ. 16.85 χ 25.40 μ., με το άνοιγμα εστραμμένο πάλι προς βορρά, περιέβαλλε με τις τρεις πλευρές του τις δυό δεξαμενές, που απείχαν μεταξύ τους 9 μ. περίπου. Οι δυό πλευρές κάθε δεξαμενής ήταν κοινές με τους τοίχους του εξωτερικού περιβόλου. Ο περίβολος δηλαδή τούτος χρησίμευε και σαν οργανικό μέρος των δεξαμενών, άλλα και σαν προστατευτικός τοίχος, γιατί μετά την κατασκευή των δεξαμενών, επισωρεύθησαν επίτηδες επιχώσεις, που κάλυψαν τις οροφές των οι όποιες έτσι έγιναν κατάγειες, εκτός φυσικά τμήματος της βορ. πλευράς, πού έμενε φανερό.

Ο εξωτερικός περίβολος στη χαμηλότερη ζώνη του, που χρησίμευε για κρηπίδωμα, είναι επιμελέστατα κατασκευασμένος, όπως ακριβώς και η βόρεια πρόσοψη των δυό δεξαμενών, για τις όποιες γίνεται αμέσως παρακάτω λόγος. Στα δύο δηλαδή κάθετα σκέλη του Π οι τοίχοι φέρουν σε κανονικές αποστάσεις από τέσσερα ανοίγματα, που χρησίμευαν για φεγγίτες των δεξαμενών γιατί, όπως σημειώθηκε παραπάνω, τα κάθετα σκέλη του περιβόλου χρησίμευαν συγχρόνως και ως τοίχοι των δύο δεξαμενών. Οι φεγγίτες τούτοι, ορθογώνιοι εξωτερικά με αποστρογγυλευμένες γωνίες, είναι καλοχτισμένοι από εκλεκτό ασβεστόλιθο Σαντοβίτσας και πλαισιώνονται με λίθινο περιθύρωμα, κοσμημένο με την χαρακτηριστική στην εποχή της Τουρκοκρατίας λίθινη, ημικυλινδρική ταινία.

Ψηλότερα η τοιχοποιία του ισχυρού περιβόλου, που έχει πάχος 0.75 μ., είναι αμελέστερα κατασκευασμένη από κοινό λιθάρι και ασβέστη για συνεκτική ύλη. Κατ’ αποστάσεις δεύτερη σειρά ανοιγμάτων, που χρησίμευαν για παραθύρια επίσης, δείχνει ότι ο χώρος, που περιέκλεινε ο περίβολος, ήταν στεγασμένος. Τούτο άλλωστε υποθέτει και το μεγάλο πάχος των τοίχων (0.75).

Το βορειότερο όμως τμήμα των δεξαμενών, όπως σημειώσαμε παραπάνω, δεν καλύφτηκε από τις επιχώσεις αυτές, με σκοπό να παραμένει ορατό. Τούτο συμπεραίνεται από πολλούς λόγους. Και πρώτα η πρόσοψη, αντίθετα προς τη λοιπή κατασκευή (αμελή τοιχοδομία των δεξαμενών), παρουσιάζει την ίδια επιμελημένη κατασκευή,

katopsi_ydragogeioy

που έχει και η κρηπίδα του εξωτερικού περιβόλου. Το ανώτερο μάλιστα σημείο του τοίχου του ορατού τμήματος της δεξαμενής επιστέφεται από δυό λίθινα διακοσμητικά γείσα, το ένα κοίλο και το άλλο κυρτό. Επίσης κατά το σημείο α του σχεδίου της εικόνος 1 ο εγκάρσιος παχύς τοίχος, που ένωνε τις δυό ημιυπόγειες δεξαμενές, είναι κατασκευασμένος με τον ίδιο προσεχτικό τρόπο. Η τόσο φροντισμένη εργασία των δυό τούτων σημείων ασφαλώς προϋποθέτει, ότι το βόρειο μέρος μέχρι τον εγκάρσιο τοίχο α ήταν προορισμένο να μένει ορατό διαφορετικά θα ήταν άσκοπος ο προσεκτικός εξωραϊσμός της πρόσοψης.

Το κυριότερο όμως τεκμήριο είναι η ύπαρξη φεγγιτών στη βόρεια πλευρά των δεξαμενών (δες κάτοψη εί. 1). Οι φεγγίτες αυτοί, που ήταν αναγκαίοι για τον αερισμό της δεξαμενής και την συντήρηση του νερού, όμοιοι με τούς προηγουμένους, βρίσκονταν σε ύψος 1,30—1,40 μ. από το δάπεδο της δεξαμενής. Στο εσωτερικό της δεξαμενής το πλάτος τους είναι μεγαλύτερο (1 μ.), εξωτερικά όμως στένευαν, έχοντας σχήμα σε κάτοψη τραπεζίου. Τρίτο άνοιγμα, ορθογώνιο αυτό, υπήρχε κοντά στον εγκάρσιο τοίχο α, που χρησίμευε για κανονική θυρίδα καθόδου στη δεξαμενή. Ασφαλώς και οι φεγγίτες και η είσοδος φανερώνουν ότι το βορειότερο τμήμα των δεξαμενών, ως τον εγκάρσιο τοίχο α, ήταν ορατό. Τέσσερις άλλοι φεγγίτες για τον ίδιο προορισμό του αερισμού διακρίνονται εντοιχισμένοι τώρα στην ανατολική πλευρά της δεξαμενής, που, όπως είπαμε παραπάνω, είναι αυτός ο τοίχος του εξωτερικού περιβόλου και τους οποίους περιγράψαμε. (δες κάτοψη είκ. 1).

Ο σκοπός του εγκαρσίου επιμελημένου τοίχου α δε γίνεται αμέσως φανερός. Υποθέτω όμως, ότι ο τοίχος αυτός προχωρώντας δυτικότερα συναντούσε σε απόσταση 9 μέτρων την δυτική δεξαμενή, ενώνοντας έτσι και τις δυό δεξαμενές. Στο μέσο του τοίχου αυτού ίσως υπήρχε μικρή κλίμακα, που έφερνε στο επίπεδο β (είκ. 1), το όποιο, όπως παρατηρήσαμε ήδη, ήταν στεγασμένο και είχε σχηματισθεί με τεχνικές επιδώσεις με σκοπό να κατακαλύψει τις δυό δεξαμενές κατά το μεγαλύτερο μέρος, αφήνοντας ορατό μόνο το βόρειο επιμελημένο τμήμα των δεξαμενών, Για το λόγο αυτό καμιά απ’ τις δυό δεξαμενές δε φέρει φεγγίτες προς την πλευρά που είναι προς το κέντρο του περιβόλου, το σκεπασμένο δηλ. με τις επιχώσεις.

foto_ydragogeioy

Μπορούμε να φανταστούμε λοιπόν την εξωτερική όψη του τουρκικού υδραγωγείου σαν ένα μεγάλο Π, με μήκος καθέτων πλευρών 16.84 μ., όσο περίπου το μάκρος των δεξαμενών, και πλάτος 25.40 μ. περίπου. Μέσα στον ορθογώνιο στεγασμένο αυτό χώρο περικλειόταν οι δύο δεξαμενές, οι οποίες κατά το βόρειο τμήμα ήταν ορατές, Το λοιπό μεγαλύτερο μέρος ήταν καλυμμένο από τεχνικές επιχώσεις πού σχημάτιζαν ένα είδος ανδήρου, Στο άνδηρο αυτό, που το υποβάσταζε ο επιμελημένος εγκάρσιος τοίχος α, οδηγούσε πιθανώς μικρή κλίμακα, χτισμένη περί το μέσο των δύο δεξαμενών και του εγκάρσιου τοίχου α.

Οι δεξαμενές, ορθογώνιες το σχήμα, με εσωτερικές διαστάσεις 15.20 X 7.10μ, και εξωτερικούς τοίχους πάχους (0.60,-0.75 μ.) είναι χτισμένες κατά τα λοιπά ορατά σημεία και στις κοινές με τον περίβολο πλευρές από κοινό λιθάρι, συνδεόμενο με ασβεστοκονίαμα. Η ημικυλινδρική οροφή, πάχους 0.25 μ. περίπου κατασκευασμένη από πλακωτές λιθοπλινθίδες και ασβέστη, υποβαστάζεται από τέσσερα τόξα που στηρίζονται στους τοίχους και σε τρεις ενδιαμέσους στύλους (ύψους 1.05, διαμ. 0.62, είκ. 2 και κάτοψη είκ. 1).

Με τούς στύλους αυτούς, που υποβαστάζουν τα απαραίτητα για την στήριξη της οροφής τέσσαρα τόξα (δές την κατά μήκος τομή του σχεδίου είκ. 1) και με τις δώδεκα παραστάδες των τοίχων που βρίσκονται σε αντιστοιχία με τους στύλους, διαιρείται ο εσωτερικός χώρος της δεξαμενής σε οχτώ τετραγωνικούς χώρους, καλυπτόμενους με σταυροθόλια (είκ. 1 και 2). Τα σταυροθόλια αυτά στηρίζονται στους στύλους του κέντρου και στις 12 παραστάδες των τοίχων.

Το δάπεδο της δεξαμενής, οι τοίχοι και οι στύλοι μέχρι υψ. 1.05 μ. ως το σημείο δηλ. που χρησιμεύει για αφετηρία των τόξων, είναι επιχρισμένα με τσιμέντο, απαραίτητο για την στεγανότητα των τοιχωμάτων.

Μέχρι του ύψους αυτού επομένως, 1 μέτρο περίπου, θ έφτανε η στάθμη του νερού των δυο δεξαμενών γιατί ψηλότερα οι τοίχοι ήταν ακάλυπτοι από την αναγκαία επίχριση τσιμέντου και γιατί ακόμα τα ανοίγματα των φεγγιτών, που αρχίζουν σε ύψος 1.30 μ., και κυρίως η θυρίδα, που έφτανε χαμηλότερα, δεν επέτρεπαν την ανύψωση του νερού περισσότερο του μέτρου. Η συνολική λοιπόν χωρητικότητα κάθε μιας δεξαμενής, τουλάχιστον στους χρόνους που έγινε η επίχριση της τσιμεντοκονίας, δεν υπερέβαινε τα 100 κυβικά μέτρα νερού. Φυσικά η ποσότητα αυτή, των 200 κυβικών περίπου για τις δύο δεξαμενών, δεν ήταν αρκετή για τον εφοδιασμό των τουρκικών κρηνών της νοτίας περιοχής των Γιαννίνων.

Στις δεξαμενές αυτές κατέληγαν βέβαια οι αγωγοί, που συγκέντρωναν τα νερά της νοτιοδυτικής υπαίθρου και από εκεί διαρκώς διοχετεύονταν βορειότερα προς τις κρήνες της πόλεως. Τα πλεονάζοντα νερά συγκεντρώνονταν στις δεξαμενές, σαν εφεδρεία σε εποχή ξηρασίας και του καλοκαιριού, όταν οι φυσικές πηγές περιείχαν λιγότερο νερό. Απ’ εκεί τα νερά με αγωγούς κατέβαιναν προς την οικία Κ. Ρώιμπα- Στρατ. Λέσχη κ.λ.π. όπως περιγράφει ο κ. Δ. Σαλαμάγκας στο δημοσίευμα που μνημονεύσαμε στην αρχή.

Δυο λοιπόν τουλάχιστο υδρευτικά συστήματα συνέλεγαν τα νερά απ’ όλη την δυτικά των Γιαννίνων λοφώδη περιοχή και τα έφεραν προς την πόλη, για τον εφοδιασμό των κρηνών· το ένα απ’ την βορεινή πλευρά, με κατεύθυνση από Σανατόριο προς Αμπελοκήπους, και το άλλο απ’ την νότια πλευρά, με ενδιάμεσο σταθμό τις δυό ενδιαφέρουσες δεξαμενές, που περιγράψαμε.

Ο  χρόνος κατασκευής των δεξαμενών

Η επίχριση των εσωτερικών τοιχωμάτων,  του δαπέδου και των κιόνων με τσιμεντοκονία είναι στοιχείο νεώτερο. Αλλά απ’  τη χρήση του δεν μπορούμε αναγκαία να συμπεράνουμε και την σύγχρονη κατασκευή του οικοδομήματος. Γιατί είναι πιθανό να προϋπήρχαν οι δεξαμενές και μεταγενέστερα να επιχρίσθησαν με τσιμέντο. Πάντως η τοιχοδομία της πρόσοψης του κτηρίου και ιδιαίτερα τα γεισώματα, με το κοίλο και το κυρτό κυμάτιο, που περιέχουν τον εξωτερικό περίβολο και την βόρεια όψη των δεξαμενών είναι στοιχεία μεταγενέστερα της αρχιτεκτονικής στους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Επίσης και το ημικυλινδρικό λίθινο πλαίσιο, που κοσμεί εξωτερικά τους φεγγίτες και τις θυρίδες των δεξαμενών και του περιβόλου είναι στοιχεία νεωτεριστικά των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας.

Πρέπει πάντως να κατασκευάστηκε το οικοδόμημα αυτό προ του 1835. Τούτο συμπεραίνεται απ’ την όμοια κατασκευή της δευτερεύουσας θύρας της γειτονικής οικίας Μεσσαρέ. Η θύρα αυτή φέρει το ίδιο ακριβώς ημικυλινδρικό πλαίσιο και το περιθύρωμα της δεν σχηματίζει ορθές γωνίες, άλλα καμπύλες, όπως ακριβώς και τα περιθυρώματα των φεγγιτών και των θυρίδων στο υδραγωγείο, που περιγράψαμε.

Η απομίμηση αυτή στη δευτερεύουσα θύρα της οικίας Μεσσαρέ, που κατά την επιγραφή της κυρίας τοξωτής πύλης κτίσθηκε κατά το έτος 1835, προϋποθέτει την ύπαρξη ήδη του τουρκικού υδραγωγείου, το οποίο πρέπει επομένως να κατασκευάσθηκε προ του 1835. Ίσως το έργο αυτό πρέπει να θεωρηθεί έργο των χρόνων του Αλή – Πασά ή και ακόμα αρχαιότερο.

 

Αναδημοσίευση από το τεύχος 17 του περιοδικού της «Ηπειρωτικής Εστίας» που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1953.

Advertisements