Ετικέτες

, , ,

Του Pedro Olalla

Μόλις αποβιβάστηκε, η περίπολος αποσύρθηκε στο στρατόπεδο αφήνοντας δυο φρουρούς να προσέχουν τις βάρκες. Ο πιο νέος είναι δεν είναι είκοσι χρόνων· ο γηραιότερος, ο Βασίλης ο Αρβανίτης, είναι εδώ και καιρό στην υπηρεσία του Βεζίρη. Κάνει κρύο, και οι κρωγμοί των πουλιών της λίμνης δεν έχουν ακόμα σπάσει τη σιωπή. Τώρα που χαράζει, αρχίζουν να διαλύονται μαζί με την ομίχλη οι τρομερές εικόνες της περασμένης νύχτας, μια κόλαση που έμοιαζε πως δεν θα τελείωνε ποτέ.

Έχοντας βρει κι οι δυο απάγκιο πλάι στ’ αραξοβόλι, ο νεαρός ρωτά τον Βασίλη αν ξέρει στ’ αλήθεια γιατί τις σκοτώσανε. Ο Βασίλης λέει, γιατί ήταν παλιογυναίκες· αν και μετά, σαν να παρασύρεται απ’ τη διάθεση για κουβέντα, λέει κάτι για τη ζήλια της νύφης του βεζίρη, αφού ο άντρας της, ο Μουχτάρ, είχε για ερωμένη μια απ’ τις καταδίκους, τη Φροσύνη που όλοι γνωρίζουν.

Τα γένια του Βασίλη έχουν πιάσει πάγο από το κρύο της νύχτας· αφού τα τινάζει, συνεχίζει λέγοντας πως προχτές το βράδυ που βγήκαν με τον βεζίρη για να πιάσουν όλες αυτές τις γυναίκες, το έκαναν γιατί ο αφέντης δεν μπορεί να παραβλέψει ότι η νύφη του είναι κόρη του Ιμπραήμ, του πασά του Βερατιοΰ, και ότι είναι υποχρέωσή του να αποκαταστήσει την τιμή της. Ο Αρβανίτης γνωρίζει καλά τον Αλή Πασά.

Ο νεαρός συγκλονίστηκε βλέποντας τις γυναίκες να αρπάζονται από τα μονόξυλα όταν τις πέταγαν στη λίμνη. Σύμφωνα με τον παλαίμαχο, όλο αυτό το σκάνδαλο -και ο κίνδυνος να σοβερτάρουν μες στην καταιγίδα- θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν τις είχαν πετάξει χωμένες μέσα σε σάκους όπως κάνουν στην Πόλη. Ανάμεσα στις δέκα επτά καταδικασμένες υπήρχαν χριστιανές και τουρκάλες. Ήταν οι Σελεκοπούλες -οι τέσσερις αδελφές ράφτρες-, κι ακόμη μια παρακόρη της Φροσύνης, που δεν θέλησε να εγκαταλείψει την κυρά της όταν πήγαν να την βγάλουν απ’ την κάμαρη της. Πριν από δυο μέρες, ο Αλί Πασάς διέταξε να τις συλλάβουν όλες για προσβολή των χρηστών ηθών. Μιας και την ίδια νύχτα δεν πρόλαβε να τις τιμωρήσει, χρειάστηκε να τις κρατήσουν μια μέρα στο κάστρο, και να περιμένουν το χθεσινό βράδυ. Τώρα όλα έχουν τελειώσει.

Μετά από κάποια σιωπή, ο νεαρός ρωτά τον Βασίλη ποια ήταν εκείνη με την πράσινη φορεσιά που έμοιαζε γκαστρωμένη.

  • Α ναι! Η γυναίκα του Γιάγκου, ενός από τους Καλαρρύτες. Ο αφέντης του κάνει συνήθως χάρες. Και μη ρωτάς άλλα, καλά να πάθουν. Ήταν όλες τους παλιογυναίκες.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Pedro Olalla «Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία»

Advertisements