Ετικέτες

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από την «Στρατιωτική γεωγραφία της ευρωπαϊκής Τουρκίας, και ιδίως των όμορων της Ελλάδος επαρχιών, ήτοι Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Ηπείρου και Αλβανίας – εν Αθήναις 1851, συντεταγμένη επί τη βάσει περιηγήσεων και διαφόρων άλλων πληροφοριών» του λοχαγού Μηχανικού Βασ. Νικολαΐδη. Ένα μεγαλύτερο απόσπασμα από το βιβλίο αυτό δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας» (αρ. φύλλου 456) σε επιμέλεια του κ. Θωμά Β. Ζιώγα. Από την δημοσίευση αυτή αναδημοσιεύετε εδώ το τμήμα του κειμένου που αφορά την πόλη των Ιωαννίνων:

ΜΕΡΟΣ Α’ : Τα Ιωάννινα [σελ. 1007 έως σελ. 1013 του βιβλίου]

  • 181. Το υψηλόν, τερπνόν και σημαντικόν εις το κατά της Ηπείρου πόλεμον οροπέδιον τούτο των Ιωαννίνων εκτεινόμενον από μεσημβρίας προς άρκτον, υπό μήκος 8 ώρ. και μέσου πλάτους 2 ώρ., περιστοιχίζεται πανταχόθεν υπό ορέων προς μεν νότον και δύσιν διάκεινται τα Κασσωπαία και τα Ολύτσικα όρη, ενούμενα μεταξύ τους δια του όρους Τύμφης και κλίνοντα, τα μεν προς τον Αμβρακικόν κόλπον, τα δε προς το Ιόνιον πέλαγος· προς άρκτον και προς ανατολάς, κείνται τα όρη του Ζαγορίου, ήτοι Μιτσικέλι, Πάπιγγο, κ.τλ. υψούμενα κλιμακηδόν μέχρι του Πίνδου.

Εν τω μέσω σχεδόν του οροπεδίου τούτου κείται μία λίμνη [η Παμβώτιδα] έχουσα μήκος μεν επί του μεσημβρινού 4~5 ώρ και πλάτος από 1 ~2 ώρ. και συγκοινωνούσα δι’ ελώδους τινός μέρους μετά της λίμνης Λαψίστας: ουδεμίαν έχει φανεράν διέξοδον [μια γραμμή δυσανάγνωστη] ροών εκβάλλει εις τους ποταμούς οίτινες χέονται εις την Αδριατικήν θάλασσαν. Η λίμνη αύτη έχει βάθη διάφορα και ουχί μείζονα των 50 μ. αι όχθαι αυτής εισί βαλτώδεις και καλαμοφόροι προς τα πεδινά μέρη, άχαρεις όμως και ξηραί προς τα ορεινά ο δε πυθμήν βορβορώδης και τα ύδατα ακάθαρτα. Εξάγει ιχθύς διαφόρων ειδών, αλλ’ ουχί και καλής ποιότητος. Η θέα της λίμνης ταύτης άχαρις και σκοτεινή ως σκιαζομένης υπό των ανατολικώς περιβαλλόντων αυτήν γυμνών και τραχέων ορέων, αλλ’ αι δυτικαί όχθαι αυτής, απολήγουσαι εις ομαλά μέρη, εισί τερπνότεροι και καρποφόροι. Προς το μέρος τούτο κείται και η πόλις των Ιωαννίνων.

  • 182. Η πόλις των Ιωαννίνων, η περίφημος αύτη πρωτεύουσα της Ηπείρου δια τε την κοσμιότητα αυτής, την φιλοκαλίαν και ωραιότητα των κατοίκων και της σκληρότητας του τυράννου αυτής Αλή πασιά Τεπελένι, κείται παρά τη δυτική όχθη της λίμνης και επί των προπόδων των περιβαλλόντων αυτήν προς δύσιν. Η πόλις ολόκληρος εκτεινομένη εφ’ ημισεία ώρα κατά μήκος της λίμνης σύγκειται, (ως άπασαι αι τουρκικαί πόλεις), εκ μιας εκτεταμένης και βορβορώδους αγοράς, οδών στρεβλών και στενών, και συνοικιών διαχωρισμένων μεταξύ των υπό νεκροταφείων διαφόρων εθνών. Περιέχει υπέρ τους 30.000 κατοίκων, ων μόλις 1.000 οικογένειαι εισίν Οθωμανοί, 200 Ιουδαίοι, οι δε λοιποί Έλληνες. Διάφοροι ευπρεπείς οικίαι Χριστιανών και Τούρκων, εκκλησίαι, τζαμία, λουτρά, χάνια, τα εναπομένοντα μέρη των παλατίων του Αλή πασιά ως και τινες κηπίσκοι κοσμούσιν αρκετά την πόλιν.

Περί τα μέσα σχεδόν της όχθης εκτείνεται προς την λίμνην χερσόνησός τις, εφ’ ής κείται το φρούριον των Ιωαννίνων, εντός του οποίου συνεκεντρούτο η παλαιά πόλις. Το φρούριον τούτο σύγκειται εκ δύο οχυρωμάτων, το μεν κατέχον την γωνίαν της χερσονήσου, το δε το μεσημβρινόν αυτού μέρος  περιβάλλεται δε άπαν υπό τείχους μετ’ επάλξεων, κανονοθυρίδων και πολεμοθυρίδων. Προς το δυτικόν όμως μέρος υπάρχει οχύρωμα εις απόστασιν 160 μ από του τείχους, ενούμενον εκατέρωθεν μετ’ αυτού και συνιστάμενον εκ προμαχώνων και ημισελήνων, κατεχομένων υπό του τείχους και διαχωριζομένων υπό ευρείας τάφρου, πλήρους ύδατος και διεζευγμένης δια γεφυρών ξυλίνων. Εντός ολοκλήρου του οχυρώματος, υπάρχουσι στρατώνες παλαιοί, παλάτια του Αλή, τσαμία, αποθήκαι, φυλακαί, πυριτοθήκαι κ.τλ., δυνάμενα να περιέξωσιν ικανόν στρατόν εν ώρα ανάγκης.

Προς εποχύρωσιν του φρουρίου τούτου, ο Αλής είχεν εγείρει οχυρόν πύργον προς μεσημβρίαν αυτού, λεγόμενον Λιθαρίτζα, τον οποίον νεόκτιστον τότε όντα κατέστρεψαν οι βασιλικοί δια των τηλεβόλων εν καιρώ της πολιορκίας του. Δια να περιβάλη όμως άπασαν την πόλιν και εν ταυτώ να κρατήση τους προς δύσιν λόφους, κατέχοντας και την πόλιν και το φρούριον, έκοψε τάφρον συμπεριλαβών ολοκλήρους τους λόφους εντός αυτής μέχρι των προς δύσιν υπωρειών των, την οποίαν ωχύρωσε διά τινων προμαχώνων αλλά το έργον τούτο ατελές έκτοτε, έμεινεν ασυντήρητον και επομένως τείνει προς την καταστροφήν.

Όπως και αν έχη η πόλις των Ιωαννίνων, ως και τα οχυρώματα αυτής, καλώς επωχυρωθέντα υπό νοήμονος στρατού δύνανται ν’ ανθέξωσιν σε πολιορκίαν ό,τι όμως φαίνεται προσφορώτερον είναι η δι’ οχυρόν στρατόπεδον διάθεσις των λόφων της.

Κατέναντι του φρουρίου Ιωαννίνων, περί τα δύο τρίτα του πλάτους της λίμνης από Ιωαννίνων μέχρι Μιτσικέλι, κείται νήσος τις γέμουσα ανωμαλιών, προς το βόρειον της οποίας μέρος κείται το χωρίον Νησί, περιέχον υπέρ τας 85 αλιευτικός οικογενείας Ελλήνων. Επί τινων εσοχών και της κορυφής αυτού κείνται 7 εκκλησίαι τιμώμενοι δια του ονόματος των Μοναστηρίων, ων η σημαντικωτέρα είναι η του Σωτήρος. Επί την νήσον ταύτην μεταβαίνοντες οι Ιωαννίται ευωχούσι, και εν αυτή σώζονται εισέτι τα ίχνη των σφαιρών, αίτινες διαπεράσασαι το σώμα του Αλή διεπέρασαν και τα καταστρώματα και τας οροφάς του δωματίου του ηρημένου Μοναστηριού.

Η πόλις των Ιωαννίνων είναι έδρα πασιά Μουσίρη, νομάρχου απάσης της Ηπείρου, Μολλά, Καδδή, Μουχτή, επομένως Μενδιγνίου και εμποροδικείου, και έχει φρουράν εκ πεζικού τάγματος και ημιλοχίας πυροβολιστών, φρουρούντων εντός του φρουρίου ως υπηρετούντων τα 6~10 μικρά και κακά πυροβόλα των επάλξεων.

  • 183. Εν ταύτη έχει τον θρόνον του και ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων και Βελλάς (Κονίτζης), υπό την ποιμαντικήν ράβδον του οποΰ υπάγονται αι ακόλουθοι επαρχίαι μετά των χωρίων και πληθυσμών των εις οικογενείας.
Advertisements