Ετικέτες

, , , , , ,

Του Κώστα Φωτόπουλου

 Κ ι ά φ α: Παμπάλαιο τοπωνύμιο λιβαδιών και χωραφιών στα Ν.Δ. της πόλεως με σύνορο το λόφο Βελισαρίου, το Βενετσιάνικο λάκκο (τάφρος Βαϊμούνδου) και τον Ακραίο (Σταθμό) τί πιο ψηλό σημείο με μέτωπο προς Ν. και Ν.Δ. στα οχυρά Μπιζανίου, Καστρίτσης και Αυχένα Δρίσκου. Τώρα όλος ο χώρος κατέχεται από το συνοικισμό Συρακιωτών.

Εκεί τα απογεύματα του Δεκέμβρη – Γενάρη 1912-13 «το έπιαναν» όμιλοι Τουρκογιαννιωτών και Χριστιανών καθισμένοι στο ανάχωμα του ορύγματος, τις ντάμπιες, του Λάκκου να παρακολουθήσουν τις σκληρές και επίμονες μονομαχίες με τις φωτεινές τροχιές των οβίδων των αντιμαχομένων πυροβόλων Μπιζανίου – Αετοράχης, πολιορκητών και αμυνομένων Τούρκων. Εκεί θάκουγες, όπως μολογούσαν, και τα ζωηρά σχόλια των Τουρκογιαννιωτών και Χριστιανών:

  • Ιτούτα, Βαλλαΐ, εινι θ’κά μας τα τόπια (πυροβόλα).
  • Οχ (ι), εΐνι θ’κά μας, αποκρίνονταν οι Χριστιανοί με αφέλεια και χωρίς φόβο παρεξήγησης, άλλα με φιλική διάθεση σαν ουδέτεροι παρατηρηταί…

Η γωνιά αυτή χρησίμεψε υστέρα για την ομαδική ταφή εκατοντάδων δύστυχων Τούρκων ιμσιαρήδων (φαντάρων) που τους έθαβαν οι Χοτζιάδες απωνατούς κατά το διάστημα της πολιορκίας μεταφέροντάς τους από τα διάφορα επιταγμένα κτίρια, σχολεία, και στρατώνες. Τις εκκλησίες και τα τζαμιά τα σεβάστηκαν.

Εκτός από τις Ντάμπιες του Βαϊμούνδου είχαν και τους μπαμπάδες, νεκροταφείο της αιρέσεως του Αλή (αλήτες) στο τέρμα Βηλαρά κ.ά.

Όταν μπήκε ο Έλλην. Στρατός στην πόλη βρήκε ημιαποσυντεθημένα πτώματα στους στρατώνες. Τους έβαναν στο προσκέφαλο των ασθενών ένα κομμάτι ξηρή μπομπότα αντί για ρόφημα, αλλά κι’ αυτό δεν είχαν τη δύναμη οι νοσηλευόμενοι να το πάρουν. Δεν πρόφθαναν τα συνεργεία να θάβουν.

Πολλοί – σκιές κινούμενες -χέρι – χέρι για αλληλοστήριξη στους δρόμους φώναζαν ξεψυχισμένα: εκμέκ, και σωριάζονταν νεκροί. Το ίδιο και άλογα του πυροβολικού Ουγγαρέζικα τριγυρνούσαν στους δρόμους μαζεύοντας τα χαρτιά, που ο βοριάς μάζευε στις γωνίες. Γέμιζαν τα σοκάκια από τα πτώματά τους. Οι αγγαρείες τα σέρναν από τα πόδια στα προάστια της πόλεως κι’ εκεί τα πασάλειβαν με λίγο χώμα, τα δε κοράκια και οι σκύλοι αποτελείωναν το έργο τους.

Βρωμοκοπούσε ο τόπος…

Φρικτό θέαμα και θλιβερό μέχρι δακρύων! Οι γυναικούλες στους φτωχομαχαλάδες μάζευαν περιπλανώμενους στρατιώτες – ζητιάνους, τους έμπαζαν στις αυλές τους και τους έφτιαχναν λίγο κουρκουτάλευρο, τίποτε λάχανα (που νάτανε κι’ αυτά κρυφά!) από το φόβο του Ζαμπίτ του Φρουραρχείου – ένα βλογιοκομμένο κρεμανταλά λοχαγό – που έδερνε με το λουρένιο γκριμπάτς όσους εύρισκε στο δρόμο… η αξιοπρέπεια του Ντουβλετιού, ως προαναφέραμε.

Εμείς τα παιδιά καιροφυλακτούσαμε μήπως φανεί ο δήμιος αυτός και ειδοποιούσαμε να βγουν με ασφάλεια οι δύστυχοι στρατιώτες.

  • …Άιντε στο καλό καψουπαίδια και να πάτε στις μάνες σας γερά…, ήταν το ξεπροβόδισμα τους.
  • «Τεσεκιούρ εντέριμ» οι ευχαριστίες τους (ευχαριστώ πολύ)… τα δεινά του πολέμου!..

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Κώστα Φωτόπουλου «Τα Γιάννινα».

Advertisements