Ετικέτες

, ,

Του Χρήστου Γκουβή

Στις 12 Δεκεμβρίου 2015, ύστερα από σχετικές συνεννοήσεις, ήρθε στο σπίτι μου ένα τηλεοπτικό συνεργείο να μου πάρει συνέντευξη για τους Γιαννιώτες Εβραίους. Το συνεργείο το αποτελούσαν 4 μέλη: ένας ήταν ο Nathan Beyzak, μετά η Αννίτα Μορδοχάι, η Μαρία Νομικού και η Ηλέκτρα Αρτζιμάνογλου. Ο Nathan Beyzak ήταν ο σκηνοθέτης, η Αννίτα μεταφράστρια και οι άλλες δύο κοπέλες βοηθοί. Το συνεργείο χρηματοδοτείται από το Μουσείο Ολοκαυτώματος της Ουάσιγκτον και σκοπός του είναι να καταγράφει πληροφορίες από διάφορες χώρες και πόλεις. Από τα Γιάννενα αναζήτησαν ηλικιωμένα άτομα (σαν και την … αφεντιά μου…) τα οποία να ζούσαν και να γνώριζαν γεγονότα κατά την περίοδο της κατοχής. Πριν περάσω στη συνέντευξη θ’ αναφερθώ σε κάποιες πληροφορίες του φίλου, Καθηγητή Ιατρικής στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων Μωυσή Ελισάφ, ο οποίος είναι και … χωριανός μου (αφού η γυναίκα του είναι από την Αρίστη).

Κατά τον Μωυσή, λοιπόν, οι Γιαννιώτες Εβραίοι είναι Ρωμανιώτες, δηλαδή ελληνομαθείς (Ρωμιοί). Στην Ελλάδα ήρθαν γύρω στα 1000 μ.Χ. και είναι οι αρχαιότεροι από τους Εβραίους που ήρθαν στην Ελλάδα( οι Σεφαρδί και οι Εσκενάζι ήρθαν πολύ αργότερα, γύρω στα 1500 μ.Χ.). Στα Γιάννενα ήταν η μεγαλύτερη «αποικία» τους και τα Γιάννενα τα έλεγαν «Μητρόπολη» των Ρωμανιωτών.

Πάλι κατά τον Μωυσή, πριν από τον πόλεμο ζούσαν 1950 Εβραίοι στα Γιάννενα από τους οποίους διασώθηκαν 100 ενώ σήμερα η Κοινότητα των Εβραίων στα Γιάννενα αριθμεί 50 άτομα, με πρόεδρο τον Μωυσή Ελισάφ. Απ’ αυτούς που σώθηκαν, κάποιοι τα κατάφεραν να επιζήσουν, κάποιοι έφυγαν από τα Γιάννενα και πήγαν στην Αθήνα όπου κρύφτηκαν μέχρι την απελευθέρωση ενώ κάποιοι άλλοι πήγαν στους αντάρτες (γι’ αυτούς θα μιλήσουμε αργότερα).

Γυρίζοντας στη συνέντευξη, πρέπει να πω πως ο σκηνοθέτης μου έκανε πολλές ερωτήσεις σχετικές με τη ζωή μου (από το πότε και πού γεννήθηκα μέχρι και το 1945). Ας μην πάμε πίσω κι ας αρχίσω με την ερώτηση: πότε γνώρισα για πρώτη φορά Εβραίους. Η απάντησή μου ήταν πως για πρώτη φορά είδα Εβραίους στα Γιάννενα το 1937. Του εξήγησα πως μέχρι την ηλικία των 5 ετών δεν χρειάστηκε να πάω στα Γιάννενα (και γιατροί υπήρχαν τότε στην Αρίστη όπως και σ’ όλα τα Ζαγοροχώρια).

Στην ηλικία των πέντε ετών έπρεπε να ταξιδέψω για τη Σερβία. Στην ερώτηση γιατί και πώς πήγα στην Σερβία, του εξήγησα πως οι Ζαγορίσιοι, όπως και οι χωριανοί μου ταξίδευαν παντού από τις Βαλκανικές χώρες πήγαιναν και πιο πάνω (Ρωσία, Ουγγαρία, Αυστρία, Μογγολία) και Κίνα ακόμα- υπάρχει φωτογραφία στο άλμπουμ που έχει εκδώσει η Ριζάρειος με τίτλο «Ζαγορισίων Βίος», όπου ένας χωριανός μου κάποιος Πριμηκύρης, βρίσκεται στη Μογγολία, καθισμένος σ’ ένα χειροκίνητο αμαξίδιο που το σέρνει ένας «κούλης» – (φωτογραφία σελ. 373). Πήγα λοιπόν στη Σερβία όπου ζούσε σχεδόν όλη η οικογένεια μου (οι γονείς μου, ο αδελφός του πατέρα μου και ο συνώνυμος παππούς μου – τον τελευταίο χρόνο ο παππούς μου είχε πεθάνει).

Για το πώς πήγα στη Σερβία, είπα στον Nathan ότι ταξίδεψα στη Σερβία, μέσω Αλβανίας, με λεωφορείο. Εξήγησα στο σκηνοθέτη ότι για να πάει κανείς τότε στη Σερβία ή έπρεπε να πάει μέσω Αλβανίας στη Θεσσαλονίκη πρώτα, με λεωφορείο, κι από κει με τρένο στη Σερβία. Εναλλακτικά, θα μπορούσα να ταξιδέψω από την Αρίστη και μέσω Ιωαννίνων στην Πρέβεζα- Πειραιά-Θεσσαλονίκη με τρένο ή με πλοίο. Εγώ ταξίδεψα όταν πήγαινα στη Σερβία μέσω Αλβανίας στη Θεσσαλονίκη με λεωφορείο (οδηγός ήταν κάποιος Μπέτζιος από την Κόνιτσα) και από κει στη Σερβία. Έτσι δε χρειάστηκε να πάω στα Γιάννενα, αφού το λεωφορείο έκανε στάση στο χάνι της Καλλιθέας (χάνι της Αρίστης), που ήταν στη διαδρομή Γιάννενα-Αλβανία (εγώ μέχρι τότε δεν είχα δει λεωφορείο και θυμάμαι πως μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Όταν το είδα μου φάνηκε σαν… τέρας της αποκαλύψεως…). Όταν γύρισα το 1937 από τη Σερβία ήρθα με τρένο στη Θεσσαλονίκη κι από κει με πλοίο στον Πειραιά και στη συνέχεια με πλοίο στην Πρέβεζα (αν θυμάμαι καλά το πλοίο ονομαζόταν «Πέτρος»). Έτσι λοιπόν, όταν πήγα στα Γιάννενα το 1937 είδα για πρώτη φορά Εβραίους. Στην ερώτηση αν είχα κάποιους συμμαθητές ή φίλους Εβραίους απάντησα πως στο δημοτικό δεν είχα, στο γυμνάσιο όμως, είχα δύο φίλους Εβραίους. Ο ένας συμμαθητής μου κι ο άλλος του αδερφού μου. Το επίθετο του συμμαθητή μου ήταν Λεβή ενώ το επίθετο του άλλου Κοέν. Υπάρχει μια φωτογραφία στο άλμπουμ «Μνήμη Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων» (έκδοση 2000), στη σελίδα 326 (κάτω) όπου στην τελευταία σειρά (όρθιοι) εμφανίζονται, πρώτος από δεξιά (με τα γυαλιά) ο αδελφός μου Κώστας και πλάι του ο συμμαθητής του Κοέν (η φωτογραφία εμφανίζει τους αποφοίτους της Ζωσιμαίας του έτους 1942).

Από προπολεμικά ακόμη ήξερα τον Ιωσήφ Μάτσα (υαλοπώλη) και τον Λέοντα Μπατή (έμπορο υφασμάτων), είχαν και οι δύο τα μαγαζιά τους στην οδό Ανεξαρτησίας. Τον Ιωσήφ Μάτσα τον γνώρισα καλύτερα από το 1955 και μετά και τον έβλεπα τακτικά, μέχρι που πέθανε πριν από λίγα χρόνια (ο Ιωσήφ Μάτσας ήταν αξιόλογος άνθρωπος, ενδιαφερόταν για την πνευματική ζωή της πόλης. Για κάποια περίοδο νομίζω πως υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Ηπειρωτική Εστία». Από το μαγαζί του αγόρασα διάφορα όμορφα πράγματα, όπως φλιτζάνια, ρακοπότητα, κλπ τα οποία, στην 10/ετία του 50, έμοιαζαν με αντίκες, πόσο μάλλον σήμερα). Ο Λέων Μπατής έζησε στην Αθήνα και πρόκοψε (ο ίδιος δεν ζει, ο αδελφός του όμως, μέχρι πρόσφατα, απ’ ότι ξέρω, ζούσε). Τα παιδιά και τα εγγόνια του ζουν σήμερα στην Αθήνα και συνεχίζουν την ίδια επιχείρηση του προγόνου τους (κάνουν εισαγωγές μάλλινων ειδών όπως πουλόβερ κλπ).

Στην ερώτηση αν οι Εβραίοι πήγαιναν στρατιώτες, απάντησα πως οι Εβραίοι που είχαν την ελληνική ιθαγένεια στρατεύονταν κανονικά, όπως όλο οι Έλληνες πολίτες. Κάποιοι Εβραίοι διακρίθηκαν ιδιαίτερα ως αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Μαρδοχαίος Φριζής ο οποίος θεωρήθηκε ήρωας του ελληνοιταλικού πολέμου. Σε κάποια φάση του πολέμου (ο Φριζής ήταν διοικητής ίλης ιππικού) με την επέμβαση του ιππικού του, έσωσε, κυριολεκτικά, την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Οι ιταλικές φάλαγγες (της Μεραρχίας Τζούλια) προσπαθούσαν να φτάσουν στο Μέτσοβο μέσα από τη χαράδρα του Αώου. Αν το κατάφεραν θα είχαν υπερφαλαγγίσει το Καλπάκι που ήταν το κέντρο της άμυνας των Ελλήνων με την 8η Μεραρχία (που με πείσμα διοικούσε ο στρατηγός Κατσιμήτρος) κι ο πόλεμος θα τελείωνε. Ο Μαρδοχαίος Φριζής σκοτώθηκε στην Πρεμετή της Αλβανίας στις 5/12/1940.

Όπως θυμάμαι, γύρω στα μέσα Δεκεμβρίου 1940 (νομίζω 17 ή 18 Δεκεμβρίου) έγινε κάποια τελετή (κάτι σαν μνημόσυνο) στην Εβραϊκή Συναγωγή των Ιωαννίνων. Όπως μαθεύτηκε θα μιλούσε ο διεθνώς γνωστός, καθηγητής τους Πανεπιστημίου Αθηνών ιστορικός Νίκος Βέης. Ο Βέης ήταν αντίθετος στην δικτατορία του I. Μεταξά και βρήκε την ευκαιρία να ξεσπάσει εναντίον της ονομάζοντας το φασισμό «γέννημα του σατανά». (Ίσως ο χαρακτηρισμός να έγινε από άλλους κι αυτός τον επανέλαβε). Τι είχαν απογίνει αυτοί οι άνθρωποι, είναι γνωστό. Ο Νίκος Βέης απολύθηκε από καθηγητής το 1945 και πέθανε σ’ ένα ράντζο του Ευαγγελισμού χωρίς να ’χει κάποιον να του συμπαρασταθεί αφού δεν είχε οικογένεια (μόνο κάποιοι φοιτητές του τον επισκέπτονταν όπως π.χ. ο Λέανδρος Βρανούσης κι ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος). Όσο για το Μαρδοχαίο Φριζή έμεινε στον τάφο του σε κάποιο ύψωμα της Πρεμετής για πάνω από 50 χρόνια. Όταν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μας με την Αλβανία (αρχές του 90) ο γιος του Φριζή βρήκε τον τάφο και μετάφερε τα οστά του στη Χαλκίδα (πόλη απ’ όπου καταγόταν) και τα έθαψε στο εκεί εβραϊκό νεκροταφείο.

Έτσι φτάσαμε στην ημέρα που έγιναν οι συλλήψεις των Εβραίων στα Γιάννενα. Οι συλλήψεις έγιναν πρωί πρωί στις 25 Μαρτίου 1944. Από την προηγούμενη μέρα, κυκλοφορούσαν φήμες για συλλήψεις. Εγώ ήμουν έτοιμος να βγω «στο βουνό» και στις 25 Μαρτίου αποφάσισα να φύγω. Πολύ πρωί, μετά την έναρξη κυκλοφορίας των πολιτών (οι Γερμανοί απαγόρευαν την κυκλοφορία στην πόλη από τις 9 το βράδυ μέχρι τις 7 το πρωί) πήρα μαζί μου ότι μου χρειαζόταν και πήγα στην έξοδο, στον «κάτω φόρο» όπως τον λέγαμε, που βρισκόταν λίγα μέτρα πριν από τη Γεωργική Σχολή. «Φόροι» υπήρχαν σε πολλά σημεία της πόλης όπου παλιά γινόταν η είσπραξη των δημοτικών φόρων.

Στην κατοχή υπήρχε εκεί ένας χωροφύλακας που έκανε έλεγχο ταυτοτήτων. Έδειξα την ταυτότητά μου και είπα ότι πηγαίνω στο χωριό μου την Αρίστη (τότε το συνηθισμένο μέσω συγκοινωνίας ήταν τα… πόδια). Ο χωροφύλακας μου είπε να περιμένω μήπως περάσει κανένα «γκαζοζέν» (τα φορτηγά της εποχής που αντί για βενζίνη χρησιμοποιούσαν κάρβουνα) και γλιτώσω ένα κομμάτι της διαδρομής. Κανένα φορτηγό δεν φάνηκε, σε λίγο όμως εμφανίστηκε μια φάλαγγα από γερμανικά καμιόνια που πλησίαζε. Στο πρώτο καμιόνι που στάθηκε μπροστά μου είδα να εμφανίζεται ένα πρόσωπο (μάλλον νέου άντρα) ανασηκώνοντας για λίγο το μουσαμά που κάλυπτε το πίσω μέρος του καμιονιού. Αυτό ήταν όλο κι ήταν αδύνατο να μαντέψω ποιοι βρίσκονταν στα καμιόνια.

Βλέποντας πως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, να περάσει κάποιο «γκαζοζέν» να με πάρει, έφυγα με τα πόδια. Στην πορεία μου συνάντησα ένα φορτηγό που πήγαινε από το Πέραμα προς την Κόνιτσα και μ’ αυτό πήγα ως το Ραντοβάνι (διακλάδωση που οδηγεί προς τα χωριά του Κεντρικού Ζαγοριού). Από κει πήρα την ανηφόρα και τράβηξα προς την Βίτσα. Στην είσοδο του χωριού είδα κάποιους (πολίτες) του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Ανάμεσά τους ήταν κι ο χωριανός μου Κώστας Παπακώστας, ο οποίος με ρώτησε αν ξέρω κάτι για τις συλλήψεις των Εβραίων στα Γιάννενα. Τότε μόνο κατάλαβα ποιοι ήταν μέσα στα γερμανικά καμιόνια. Οι Γερμανοί, για να σιγουρευτούν ότι οι αντάρτες δεν θα χτυπούσαν τη φάλαγγα στη διαδρομή Γιάννενα-Μέτσοβο-Λάρισα (η Λάρισα ήταν η πρώτη στάση των Εβραίων πριν οδηγηθούν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων της Γερμανίας), είχαν αναπτύξει κάποιες δυνάμεις στη διαδρομή Γιάννενα-Μέτσοβο. Αυτές τις κινήσεις είδαν οι παρατηρητές των ανταρτών και κινητοποιήθηκε κι ο εφεδρικός ΕΛΑΣ. Όταν πέρασε η φάλαγγα με τους Εβραίους, οι δυνάμεις των Γερμανών αποσύρθηκαν και η κινητοποίηση έληξε (κάποιοι Εβραίοι, δυο-τρεις νομίζω, κατάφεραν να πηδήξουν από τα καμιόνια και να σωθούν).

Τον Οκτώβριο του 1944 (είχαν ήδη φύγει οι Γερμανοί) η ομάδα μου (η ομάδα της ΕΠΟΝ του 2/85 Τάγματος) πήρε εντολή να πάει στην κορυφή του Μιτσικελιού (πάνω από το Δίκορφο) για να παρατηρεί τις κινήσεις του ΕΔΕΣ στα Γιάννενα (το τι έβλεπε χωρίς κιάλια και γιατί το παρατηρούσε, ας τ’ αφήσουμε καλύτερα…). Όπως είναι γνωστό, με τη συμφωνία της Καζέρτας, στα Γιάννενα είχαν εγκατασταθεί μόνο τα τμήματα του ΕΔΕΣ, ενώ στην υπόλοιπη περιοχή ήταν μόνο ο ΕΛΑΣ.

Στην κορυφή του Μιτσικελιού μείναμε σε κάτι σκηνές και καλύβες βλάχικες. Τις μέρες που μείναμε (καμιά δεκαπενταριά) έβρεχε συνέχεια νύχτα και μέρα. Η βροχή περνούσε τις σκηνές και τις καλύβες κι επειδή κοιμόμαστε κατάχαμα (είχαμε νερό από πάνω και λάσπη από κάτω) πολλοί από μας αρρώστησαν. Εγώ αρρώστησα από πυώδη αμυγδαλίτιδα με υψηλό πυρετό και πήγα στο αναρρωτήριο στο χωριό Φραγκάδες. (Αργότερα η πυώδης αμυγδαλίτιδα μου δημιούργησε περικαρδίτιδα κι ευτυχώς που υπήρχε το σαλυκιλικό οξύ. Το διέλυα με νερό και το έπινα. Ήπια πολλές καραβάνες απ’ αυτό).

Στη συνέντευξη που έδωσα, είπα ότι στο αναρρωτήριο που βρέθηκα, γνώρισα και δύο Εβραίους οι οποίοι μου διηγήθηκαν την ιστορία τους. Την ημέρα που έγιναν οι συλλήψεις αυτοί, μαζί με άλλους δύο, είχαν βγει στα χωριά έξω από τα Γιάννενα (Ζίτσα, κλπ) ν’ αγοράσουν διάφορα πράγματα και να τα μεταπουλήσουν στα Γιάννενα (είναι γνωστό πως οι φτωχότεροι Εβραίοι της πόλης ασκούσαν το λεγόμενο «πλανόδιο εμπόριο» ή «εμπόριο της γύρας»). Οι δύο αποφάσισαν να μη γυρίσουν και κατατάχτηκαν στον ΕΛΑΣ. Οι άλλοι δύο γύρισαν και παραδόθηκαν στους Γερμανούς! (Όπως είπαν, ήθελαν να ξανασμίξουν με τις οικογένειες τους και να έχουν την ίδια τύχη μ’ αυτές). Πάλι, σύμφωνα με τον Μωυσή, οι Γιαννιώτες Εβραίοι που πήγαν στην αντίσταση ήταν 6 άτομα (μαζί μ’ αυτούς που προανέφερα). Ο ένας από τους τέσσερις ήταν ο Ιωσήφ Μάτσας (αυτό, ομολογώ πως με ξάφνιασε) που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, κατέφυγε στους αντάρτες της Μακεδονίας και πολέμησε τους Γερμανούς μέχρι το τέλος του πολέμου. Το ίδιο έκανε κι ένας άλλος Γιαννιώτης Εβραίος ο Σαλβατώρ Μπακόλας (πέθανε κι αυτός πριν από λίγα χρόνια). Αυτά σε ότι αφορά τους Γιαννιώτες Εβραίους, ο αριθμός όμως των Εβραίων που στην κατοχή πολέμησαν τους Γερμανούς (από άλλες πόλεις) ήταν αρκετά μεγάλος).

Μ’ αυτά, συμπληρώθηκε η συνέντευξη και το τηλεοπτικό συνεργείο έφυγε από το σπίτι μου. Φεύγοντας, ο Nathan μου είπε πως θα μου στείλει το DVD της συνέντευξης κι η Αννίτα πρόσθεσε πως θα μου το φέρει η ίδια. Περιμένω.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», Μάρτιος 2016, τεύχος 453

Advertisements