Ετικέτες

,

Του Δημητρίου Σαλαμάγκα

Αναμνήσεις από την εποποιία του 1912-1913

Όμως, Δοξασμένος νάνε ο Μεγαλοδύναμος! Το σπίτι του, το είχε ο γέρο Κωνσταντής· τα παιδιά του, είχαν μεγαλώσει καλά και προκομμένα τα κορίτσια του, είχαν τα προικιά τους λίγο-πολύ, είχε το δικό του· η δουλειά περιορίστηκε, μα δε σταμάτησε εντελώς. «Ο Κύριος έδωσεν, ο Κύριος αφείλετο».


Μήπως ήταν μικρό που είδε την πατρίδα του ελεύθερη; που να το πίστευε! ούτε και στονειρό του ακόμα !
Δοξασμένος νάνε ο Μεγαλοδύναμος!
Ξαναπήρε τώρα τη μασιά στα χέρια του, κι ανακάτευε τη ζεστή τη στάχτη· η φωτιά, είχε μερώσει· και τα πεσμένα από το τζάκι κάρβουνα, έχυναν μία γλυκιά θαλπωρή στο χαμηλό μαντζάτο.
*
Τα κομιτάτα!
θυμήθηκε τώρα ανταρκτικά! Τον Καπετάν Κρεμμύδα και τον Καπετάν Πουτέτση! Ένα πρωινό, βρήκαν μέσα στο Κάστρο λίγα ζευγάρια κομμένα αυτιά, γιατί κάποιος γυρολόγος είχε χρησιμοποιήσει τα δικά του για κάποια προδοσία! Στη Μακεδονία, γινόταν τότε χαλασμός· μα η κίνηση είχε ξαπλωθεί και στην Ήπειρο.
Γύρισε τα μάτια του κατά τις μεγάλες οστρέχες της κρεβάτας, ὀπου ήταν κρυμμένα οι γκράδες και τα μαλιχέρια. Πόσες λαχτάρες και πόσοι φόβοι !.. Κάθε τόσο, τσαρούχια και σελχάχια και κάπες έφευγαν κρυφά, με μπιστικούς ανθρώπους, για τους αντάρτες, που προετοίμαζαν στα λαγκάδια το μεγάλο κίνημα! Οι Ρουμάνοι βλέπεις κι οι Βουργάροι, δούλευαν τότε εντατικά.
*
θυμήθηκε ύστερα το Μπανταλογιώργο, που τον είχαν για θελήματα στο μαγαζί. Παλικάρι, ἰσαμε κει απάνου, πανύψηλο, άντρας γερός· λίγο απλοϊκός, μα ενθουσιώδης και πατριώτης. Άκουγε αντάρτικο, κι έλαμπε το μάτι του
Τρέλα τον είχε πλάσει να πάει στο Ελληνικό. Είχε δεν είχε, το κατάφερε να πάει στην Αθήνα τον καιρό των Ολυμπιακών. Σα γύρισε από κει, ήταν άλλος άνθρωπος· ο αέρας της λευτεριάς, τον έκανε να μη λογαριάζει πια κανέναν. Με την καραμπογιά, είχε ζωγραφίσει στους τοίχους της κρεβάτας δυό τεράστιους αντάρτης, με τα φυσεκλίκια τους, τα τσαρούχια τους, τις κάμες και τούς κούκους, και δίπλα, δυό τεράστιες Ελληνικές σημαίες.
Που ν’ ακούσει ο Γιώργος συμβουλές! Σε λιγάκι, τον έχασαν, και το μαγαζί μα κι η πατρίδα μα κι οι δικοί του· πήρε τις κορφές και γίνηκε καπετάνιος: «- Ο Γιώργο Μακαρόνας· Σκοτώθηκε κι αυτός σε κάποια συμπλοκή, κοντά στην Παραμυθιά!.. – Θεός σχωρέσοι το καλό, το άγνωστο το παλικάρι: – Τον Αφανή Αντάρτη!..».
*
Ήρθε ύστερα το Δώδεκα, ο αποκλεισμός, η πολιορκία, το Μπιζάνι. Θυμήθηκε τους ανώνυμους μάρτυρες, που κρεμόταν μετέωροι από τα πλατάνια των Γιαννίνων. Ποιος θυμάται τώρα, ούτε τα ονόματα τους!..
Σα να βγήκε μέσ’ από τη θλίψη του ψυχρού κι υγρού εκείνου βραδινού, μία φρικτή εικόνα ζωντάνεψε μέσα του απ’ τα παλιά θυμήθηκε, πως όταν οι δικοί μας πολεμούσαν με το Μπιζάνι και με το κρύο στις ανακρυνές κορυφογραμμές, κάποια μέρα, καθώς ανέβαινε προς το Παζάρι, σ’ ένα χοντρό κλαρί του πλάτονα, είδε να κρέμεται από μία τριχιά ένας ξυπόλυτος Ρωμιός χωριάτης.
Μία φρικτή γκριμάτσα είχε παγώσει στ’ ωχρό κι αδυνατισμένο του πρόσωπο, κι ένα μεγάλο άσπρο χαρτί, γεμάτο τούρκικα καλλιγραφικά γράμματα, σκέπαζε ολόκληρο το στήθος του: ήταν το Ιλιάμι που έγραφε την καταδίκη του.
Κάπου – κάπου, το φρικτό εκείνο πράγμα, κουνιόταν μονοκόμματο, από κάποια ριπή αγέρα. Εκείνη την ημέρα, είχαν κρεμάσει πέντε Ρωμιούς, στα πέντε πιο μεγάλα πλατάνια των Γιαννίνων.

xilografia_meksi
*
Περνούσαν οι μήνες, και μία πάγωναν, μια ζωντάνευαν οι ελπίδες στα στήθια των πολιορκημένων.
Ένα πρωινό, καθώς έβγαινε για το μαγαζί, βλέπει στο σπίτι τού Αλκαλάϊ – που ήταν γάλλος υπήκοος – τη γαλλική σημαία.
Παραξενεύτηκε!.. Ρίχνει το μάτι κατά το Κάστρο, τί να ίδη!.. σειρά από άσπρες σημαιοὐλες!.. Δεν τολμούσε να πιστέψει τα μάτια του!.. Βγαίνει στα Μώλο, όλος ο κόσμος, ένα σωρό γυναικόπαιδα, είχαν μαζευτεί στα καφενείο του Γεώργη της Σταμάτως, κι αντίκριζαν κατά το δρόμο τ’ Αη – Νικόλα, σαν κάτι να πρόσμεναν, κάτι που δίσταζαν αυτοί τους να πάνε προς αυτό, από φόβο μην ήταν ψέμα, όνειρο, αχνός!
*
Και να πουρχόταν από την Αγορά ο καημένος ο Βασίλης ο Μαϊντάτσης, τρικλίζοντας σά μεθυσμένος!
Μπρε τι συμβαίνει που να μιλήσει!.. Ποτάμι, καλοκαιριάτικος χείμαρρος, ροβολούσαν άφθονα τα δάκρυα στο διψασμένο πρόσωπο· λυγμοί κι αναφιλητά’ κανένας δεν τολμούσε να χαράξει την ερώτηση που έκαιγε ολουνών τα χείλια:
– «Ήρθαν;..».
Ανάμεσ’ απ’ τα δάκρυα κι απ’ τους λυγμούς, το κατάφερε ο καημένος ο κυρ Βασίλης να μας δώσει το ανεπάντεχο το μήνυμα:
– «Ήρθαν!..». Γέμισαν δάκρυα τα μάτια του γέρο Κωνσταντή στην ανάμνηση της στιγμής εκείνης: φιλιά, χαρές, αγκαλιάσματα, λυγμοί, Χριστός Ανέστη, σωστό παραλήρημα!..
*
Νταπαντάπ! . . νταπαντάπ!.. Χακί καβαλαρέοι, ηλιοκαμένοι, μαλλιαροί, κατέβαιναν από το δρόμο του Κάστρου· χύθηκε απάνου τους ο κόσμος να τους καταπιεί! Αυτοί γελούσαν, φρόντιζαν να μη πατήσουν κανένα ταλογά τους, και μοίραζαν άσπρη κουραμάνα.
Ήλιος και καλοκαίρι, χαρά θεού!.. άνοιξη στις σκλάβες τις ψυχές, καμπάνες στις Εκκλησιές και ντουφεκιές και πλατεία κατακόκκινη από φέσια.
Που βρέθηκαν μονομιάς όλα εκείνα τα καπέλα, σκληρά και μιραμπό και κλακ, μαγειρικοί σκούφοι και νχρίτσες παιδικές σε γέρικα κεφάλια;
*
– Δοξασμένος νάνε ο Μεγαλοδύναμος!.. Μήπως ήταν μικρό που είδε την Πατρίδα του ελεύθερη ο γέρο Κωνσταντης ο Λίβανος; μία μικρή τρεμούλα περνούσε σα ρίγος στα σπυριά του κομπολόγι του· μα ήτανε μικρό πράμμα αυτό που αξιώθηκα να ζήσει.
– «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα!»
Και θυμήθηκε μονομιάς το μακαρίτη το γαμπρό του το γιατρό το Στέφανο, που το φώναξε απ’ τα κατάβαθα της ψυχής, που τουφέυγε το πρωινό εκείνο, σαν έμαθε πώς έπεσαν τα Γιάννινα. Την άλλη μέρα, κάναν την κηδεία του. Κι ήταν ο πρώτος νεκρός στον όποιο παρουσίασαν όπλα οι Ελληνικές περίπολες και χαιρέτησαν οι Έλληνες αξιωματικοί!.. Ο καημένος ο γιατρός!.. κι είχε τόσο δουλέψει για την ωραία, τη μοναδική εκείνη ώρα!..
– «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα!» ξανάπε μονολογώντας ο γέρο Κωσταντής· και δεν ξεκαθάριζε μέσα του καλά, αν τώλεγε τώρα για το γαμπρό του, ή για τον ίδιο του τον εαυτό!..

Αθήνα, 1938. Δ. ΣΑΛΑΜΑΓΚΑΣ

Advertisements