Ετικέτες

,

Του Κώστα Ι. Φωτόπουλου

Κουρμανιό: Η πλατεία Νεομάρτυρος Γεωργίου προ του Κάστρου. Σ’ αυτήν καταλήγουν η οδός Αβέρωφ, Καλάρη, Κουντουριώτου, Ψαλίδα, Γιωσέφ Ελιγιά, Εθν. Αντιστάσεως και Κ. Καραμανλή. Πήρε το όνομα του Αγίου Γεωργίου επειδή στον υπάρχοντα ακόμη φούρνο (Χριστοφ. Τσαμπαλίκα) απαγχονίστηκε ο μάρτυς (17.1.1838), από την «ποδιά» της στέγης του. Στην πλατεία αυτή κατά την παράδοση, μοιράζονταν το κακής ποιότητος μαύρο ψωμί, η «κουραμάνα», όπως λέγονταν, στην εργατιά που δούλευε κατά τη γενική επισκευή του Κάστρου (1810—15).

Ο χώρος αυτός συνδέεται και μ’ ένα γεγονός σπουδαίο: τη δραματική δηλ. σύγκρουση Χριστιανών κι’ Εβραίων κατά το Μ. Σάββατο 15 ’Απριλίου 1872, η οποία πήρε μεγάλες διαστάσεις, όπως την άκουσα από τον πατέρα μου, εικοσάχρονο τότε, με λεπτομέρειες. Την ημέρα αυτή, ένας Εβραίος, κάνοντας το μεθυσμένο, πάτησε τα σταυροψώματα, πούχε ένα σιμτζιόπουλο σε μια κάνιστρά για διανομή σε χριστιανικά σπίτια, που ήταν στην Οβριακή. Τη στιγμή που την είχε αποθέσει κατά γης για να σιάξει στο κεφάλι του την πεδολόγα (κουλούρα) να μην τον τρυπάει.
Το παιδί 17χρονο, χτύπησε τον Εβραίο. Με τις φωνές μαζεύτηκαν πολλοί Εβραίοι και το ξυλοκόπησαν άσχημα. Το γεγονός μαθεύτηκε σ’ όλους τους μαχαλάδες τους Χριστιανικούς των Γιαννίνων. Οι Χριστιανοί το θεώρησαν μεγάλη προσβολή κατά της θρησκείας μας και μάλιστα Μεγαλοβδόμαδο, που πάντα αυτές τις μέρες τα πνεύματα ήταν εξημμένα.
Κατέβηκαν λοιπόν πλήθος με ξύλα και πέτρες και σπάσανε τα κεραμίδια και τζάμια εβραϊκών σπιτιών, ενώ οι Εβραίοι είχαν κλειστεί μέσα. Η Χωροφυλακή και έπειτα ο Στρατός που κατέβηκαν δε μπόρεσαν να τους διαλύσουν.
Μας πάτησαν το Σταυρό, μας χτύπησαν και το παιδί, φώναζαν οι Χριστιανοί.
Κατέβηκε κι’ αυτός ο Σεβφέτ – Πασιάς με ασκέρι από τον Κουσλά, αδύνατον όμως να τους κατασιγάσουν. Ειδοποιείται ο Δεσπότης ο Σωφρόνιος και σπεύδει με άμαξα και με το διασιαχτσή του (ακόλουθο). Μόλις είδαν το Δεσπότη που τους φώναξε: «μη τε παιδιά μου, ησυχάστε, μη τε, ευλογημένα, διαλυθείτε’ να πάτε στα σπίτια σας κι’ εγώ θα κάνω καλά με τον Πασιά εφέντη», αμέσως σταμάτησε το πετροβολητό και τα ξύλα που ήταν σηκωμένα χαμήλωσαν.
Ο Βαλής όταν είδε πως μόνο από το Δεσπότη ησύχασαν, λέει στο Σωφρόνιο επιτιμητικά: «Πως από μένα δε φοβήθηκαν ενώ συ μόλις ήρθες ησύχασαν; Εσύ τους έβαλες».
Ο Δεσπότης, με ύφος αξιόπρεπο του απάντησε: «Πασιά εφέντη, γι’ αυτό το λόγο που είπες θα πάμε στην Πόλη να κριθούμε, Φερμανλής και συ, Φερμανλής κι’ εγώ»! (Διορισμένοι δηλ. και οι δυο μη σουλτανικό φερμάνι). Κι’ έφυγε αμέσως θυμωμένος δίχως άλλη κουβέντα.

Πρώτη του δουλειά να βγάλει προφορική διαταγή προς το λαό να μη ψωνίζει κανένας πλέον από Εβραίο. Από την ίδια μέρα οι Χριστιανοί δεν ζύγωναν σε Εβραϊκά μαγαζιά, ούτε από Εδραίους γυρολόγους μη «πραμάτειες» ψώνιζαν. Ως και τους Εβραίους χαμάληδες δεν έπαιρναν. Το κακό αυτό για τους Εβραίους ήταν μεγάλο, γιατί από τους Χριστιανούς Γιαννιώτες και χωριάτες ζούσαν… Απραξία μεγάλη στα εβραϊκά καταστήματα.
Υστέρα από μέρες, πρεσβεία με τον Αρχιρραβίνο παραπονέθηκε στο Δεσπότη, με την παράκληση να ανακαλέσει την απαγορευτική διαταγή. Ο Δεσπότης έκανε πως αγνοούσε το πράγμα. Υστέρα και από τα πολλά, αφού ζήτησαν επίσημα «συμπάθεια» ήρθη η διαταγή και πλήρωσαν κρυφά, όπως ακούστηκε, κάποιο γερό χρηματικό ποσό, σαν πρόστιμο (Τζιζά). Από τότε βγήκαν και Χριστιανοί γυρολόγοι και χαμάληδες. Το χειρότερο είναι, πως την πλήρωσε άδικα με την ζωή του κάποιος Εβραίος φουκαρατζίκος.
Την, ώρα της φασαρίας, περνούσε μεθυσμένος φέσι, τρικλίζοντας από την πλατεία του Κουρμανιού και φώναζε: «Ζέφτσια – Ζέφτσια» ! (ζεύκια = χαρές)· ένα τσαγκαροπαίδι ακούγοντας τον και νομίζοντας για πρόκληση τη χαροκοπιά του δύστυχου αυτουνού, πετιέται από το μαγαζί του με μια φαλτσέτα (τσαγκάρικο μαχαίρι) και του τη χώνει στην κοιλιά.
«Να, να ιδής εσύ ζέφκια»!
Ο άτυχος έπεσε παρακάτω, εκεί κοντά στον πλάτανο του Κουρμανιού. Τον πήγαν στο σπίτι του σηκωτόν, όπου σε λίγο πέθανε…
Ο άλλος πήρε δρόμο για «ιμέσα», δηλ. για το ελληνικό, όπως το ‘λεγαν επί Τουρκοκρατίας. Το γεγονός ανεφέρθη από την τούρκικη εφημερίδα της Γ. Διοικήσεως «Γιάνγια» (Ιωάννινα). Ο Τάκης Σαλαμάγκας που αναφέρει το γεγονός σύντομα αποδίδει το φόνο σ’ ένα ταμπάκο (βυρσοδέψη) Παύλο.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Κώστα Φωτόπουλου «Τα Γιάννινα»

Advertisements