Ετικέτες

,

Γ. Πελλερέν

Παλιά κοινοτυπία όπως και παλιά αλήθεια: Δεν υπάρχει δηλητήριον πλέον πικρόν και πλέον θανατηφόρον δια την ψυχήν και δια το πνεύμα και δια τον χαρακτήραν του ανθρώπου από την ζήλειαν: Ταράσσει τα μυαλά των ανθρώπων, φαρμακώνει τις καρδιές, κάμει και γυαλίζουν από εξαγριώματα φευγαλέα, ως λεπίδες ατσαλένιες, τα μάτια, ή σκοτεινιάζει και σκυθρωπίζει το βλέμμα, όπως τα βαριά χειμωνιάτικα μαύρα σύννεφα σκοτεινιάζουν και παγώνουν μιαν σιωπηλήν και παγωμένην εσπέραν…

Αξιοπρεπείς άνθρωποι καταντάν γελοίοι και έξυπνοι ως τα χθες φίλοι μας, που το πνεύμα των μας έκανεν εξαιρετικήν εντύπωσιν, μας κοιτάζουν και μας δίνει έναν οίκτον ο ταραγμένος σάλος των κρυφών υποψιών και διανοημάτων που θολώνει την διάγειαν της καρδιάς και του μυαλού των: Θηλυκοί κι αρσενικοί, ως ψάρια στο τηγάνι, ξηροτηγανίζονται κι ασπαίρουν μέσα στο κοχλαστό λάδι της ζήλεια των αλλά δεν είναι όλοι, όταν ζηλεύουν όντα άξια όλης της συμπάθειας και της συμπόνιας και των οικτιρμών μας. Ούτε είναι απολύτως ακριβείς η αντίληψης ότι ζηλεύει κανένας τόσον περισσότερον όσον περισσότερον αγαπάει. Η ζήλεια αυτή των καλών τρυφερών χρόνων της πρώτης νεότητος είναι ένας αθώος πικραμός – ένα γλυκό σκανιάρισμα λεπτότατων πόνων και  αισθημάτων, ανεκδιηγήτων και ανεκφράστων: διότι είναι αχνά, αχνότατα, ως αι ελαφραί ομίχλαι, αι αιωρούμενοι το εσπέρας εις τα παρθένα βάθη των καλαμών παρθενικών λιμνών, είναι ευγενικά ω τα λυπημένα αγνά μάτια Ραφαηλίτικων ζωγραφιών, είναι λεπτά ως τα χνούδια των ανθών και κομψά και αβρά ως οι χαρίεντες ακκισμοί νεαρού πουλιού ερωτικώς ακκιζομένου ένα χαριτωμένο ταίρι του εις τον υποτρέμοντα κλώνον ανθισμένου κλαδιού…

Η ζήλεια όμως της γεμάτης από πείραν της ζωής ωριμότητας είναι σκοτεινή και τυραννική, ταπεινή και κακή, γεμάτη από τον βόρβορον μικροτήτων και στοχασμών ανομολόγητων: Ότι σκέπτεται είναι δεινόν, γι’ αυτό και τα μάτια είναι ζοφερά και η καρδιά εξαγριωμένη…

Μάλιστα αν τύχη νάναι γυναίκα, και γυναίκα μάλιστα ξεραγκινή και νευρική αυτή που ζηλεύει: Θεέ των ουρανών!!.. Ο τροχός του μεσαίωνος, ο χρόνιος βραδύς πυρετός, η δοντούρα που σιγοπονεί, τα βραδέα βάσανα, που λιώνουν τον άνθρωπον, όλα αυτά είναι ένα τίποτε μπροστά στην ζήλειαν μιας τέτοιας γυναίκας: Μουγκή, μουσκλωμένη, ανευχάριστη από κάθε τι- είναι η εκνευριστική εικόνα του σιωπηλού και μουγκού βασάνου. Η αγρεμμένη, αναμαλλιάρα, με λαμπρά από φωτιές άγριες μάτι, αλλοφρενιασμένη χλωμή, ενώ τα στήθια της αναπάλλονται από ταραχές κι η γλώσσα της σφυρίζει και τραυλίζει, χτυπά τα πόδια, φωνάζει, στριγλιάζει, ως που η ευεργετική πλημμύρα των δακρίων νάρθει  ως ευεργετικών ποτιστήρι να σβύσει, το καμίνι της εξαγριωμένης ψυχή της:

  • Τέρας! Θα με φας!- Αλλά θα της βγάλω τα μάτια με τα νύχια μου.
  • Τίνος, αγάπη μου.

Ο διάλογος αυτός είναι συχνότατος- όσον μάλιστα ολιγώτερον είναι αγαπημένα τα ζευγάρια που το κάνουν. Διότι η γυναίκα- κατ’ εξοχήν ζηλιάρκιονόν- δεν ακολουθεί εκείνο που λέγει ο Μωπαρσέ για τους άντρες «Ότι οι τίμιοι άνδρες αγαπούν απλώς τις γυναίκες. Ενώ οι άθλιοι που τες απατούν ξέρουν και να τες λατρεύουν». Αι γυναίκες ζηλεύουν και χωρίς ν’ αγαπάν αι περισσότερες: Όσον μάλιστα περισσότερον ψαρεύουν αυτές νέες συγκινήσεις στες πλατείες ή στους χορούς ή στα απόκρυφα σπίτια, τόσο το κνώδαλον, που ο Ησαΐας τους εκάρφωσε οπίσω από το φουστάνι των το θέλουν να το νιώσουν να σβαρνίζεται σφιχτά κολλημένον εις την ουράν του φουστανιών των.

  • Τέρας θα με φας!..

Και τι να φάει αυτό το δυστυχισμένον άκακον τέρας, που ακούει ή βλέπει την γυναίκα του και λιποθυμάει από φόβον μην του τες βρέξει…

  • Θα της βγάλω με τα νύχια τα μάτια μου…
  • Τίνος παιδί μου;
  • Σκάσε! βουβάσου! έχεις μούτρα και μιλάς!…

Και σκάζει και βουβαίνεται αυτός.

Αλλά είναι κάτι άλλοι που έχουν άλλα συστήματα όταν ζηλεύουν αυτοί την γυναίκα τους και όχι αυτούς η γυναίκα των. Άλλου είδους μαρτύριον αυτοί: Σιωπηλοί μουγκοί, πονηρομάτηδες καταντάν μια οχληρά αηδία: Ή περιφέρουν πονηρά πονηρά κλέφτικα μάτια μέσα και σε δημόσια κέντρα ακόμη κοιτάζοντας να πιάσουν ένα μάτι που νομίζουν ότι παρακολουθεί το μάτι της γυναικός των ή κοιτάν όποιον μιλάει με την γυναίκα των στα μάτια σαν να του λένε:

  • Φτάνει τώρα! αρκετά ομίλησες με την γυναίκα μου…

Γίνονται απότομα νευρικοί στους φίλους των, ψυχροί στους γνωρίμους, ανεξήγητοι άνθρωποι, κόβουν έξαφνα την καλημέραν, αναμερίζοντας κι «ανασκαιρίζουν» σ’ ανασφαλή μέρη και μακράν από χθεσινούς φίλτατους την γυναίκα των:

  • Σε καλό σου παιδί μου τί έπαθες; ήκουσα φίλον φίλτατον να λέγει προχθές σ’ έναν φίλο του.

Εκείνος όμως δεν απάντησε κι έφυγε «μεγάλα βίβας», ως ο Ομηρικός Αίας ενώπιον του Οδυσσέως. Και τότε ηρώτησα τον εναπομείναντα:

  • Γιατί είναι έτσι;
  • Ζηλεύει! μου απάντησε με πίκραν. Και με θλίβει αυτό βαθειά διότι πειράζει κι εμένα και την γυναίκα του πούναι μια αγία…

Εγέλασα.

  • Δεν μοιάζει καθόλου ένα τούρκον φίλον μου, του είπα. Εκείνος είχε φίλον ένα παπά, πούηταν και ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου εκάθητο ο Τούρκος. Είχεν όμως κι όμορφη γυναίκα και ζήλευε φοβερά τον παπά κάθε φορά που πήγαινε να πληρωθεί μόνος του το νοίκι ο παπάς στο τέλος του μήνα. Αλλ’ ο φουκαράς ο Τούρκος ποτές δεν ήταν έτοιμος να πληρώσει και τόσκαζε στ’ απέναντι μπακαλειό, ως που να φύγει ο παπάς. Εκεί τόστρωνε στα γαραφάκια ούζο για να πάνουν παρακάτω τα φαρμάκια της ζήλιας. Ένα μικρό παιδί πούχε, επήγαινε εν τω μεταξύ να ψωνίσει τίποτε στο μπακάλικο. Κι ο Τούρκος το ρωτούσε μουγγά και ζοφερά.
  • Παπάζ ιστερντέμι; (ο παπάς είναι μέσα;)
  • Ιστερνέντιρ Εφένδημ (μέσα είναι) έλεγε το παιδί.

Κι ο Τούρκος, καλύτερος από τον φίλον του φίλου μου, είχεν άλλον τρόπον, αντί ν’ αγριεύει, να καταπίνει την ζήλεια του: Εχτυπούσε το χέρι στο τραπέζι κι ο μπακάλης επαρουσιάζονταν:

  • Ένα γαραφάκι ούζο ακόμα! διέταξεν ως που να φύγει ο .. παπάζεφένδης.

 

 Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ήπειρος» την Τετάρτη 3 Αυγούστου του 1927

Advertisements