Ετικέτες

,

Του Π. Δ. Τζιόβα

Εκείνη την καυτή Δεύτερα του Ιούνη του 1893, ο γιαννιωτοαρμένης δικηγόρος Σαμπούχ Καρακασιάν, έβγαινε συλλογισμένος από τις φυλακές του γιαννιώτικου κάστρου, όπου πήγε να συζητήσει, με υπόδικο πελάτη του, τον παπα-Κώστα από τους Μελιγγούς Ιωαννίνων και είδε, με τα ίδια του τα μάτια, τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων….

Ο Σαμπούχ, βαδίζοντας αργά, βγήκε από τη σημερινή πύλη του κάστρου, ανηφόρισε στο μακρύ δρόμο της αγοράς και φτάνοντας στο γραφείο του, άφησε την τσάντα του στο πολυτελέστατο κάρινο τραπέζι, κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα, έβαλε τα γυαλιά του και άναψε τσιγάρο, αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να καταστρώσει το πλάνο της υπεράσπισης του παπα-Κώστα, γιατί η σκέψη του γυρνούσε στις φυλακές και τις συνθήκες ζωής των κρατουμένων, που του άναβαν αργά το αίσθημα της συμπόνιας, το οποίο δεν άργησε να εκδηλωθεί και να γίνει πράξη…..

Σε λίγο, ο Αρμένης δικηγόρος, έκλεισε το γραφείο του και τράβηξε στο φούρνο του παζαριού, παράγγειλε ανάλογες μερίδες ψωμιού και κατηφόρισε στο «Κουρμανιό» για να ψωνίσει ανάλογες ποσότητες ρυζιού και κρέατος, από τα Εβραϊκά κρεοπωλεία, δίνοντας εντολή να μεταφερθούν στο σπίτι του, τη συνοικία «Πλατανάκια», όπου και ετοιμάστηκε το πλούσιο γεύμα των φυλακισμένων…..

Την επομένη, μία νταλίκα έφτασε στην είσοδο των φυλακών και τέσσερις άντρες μοίρασαν, υπό την επίβλεψη του Σαμπούχ, σε κάθε φυλακισμένο, μισή οκά ψωμί και μια μερίδα πιλάφι με κρέας, τα οποία προκάλεσαν τις ευχές των κρατουμένων και τις ευλογίες του παπα-Κώστα στον Αρμένη φιλάνθρωπο ο οποίος, για να ολοκληρώσει το καλό, τους ευχήθηκε καλή λευτεριά….

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Μελιγγοί θυμάμαι…»

Advertisements