Ετικέτες

, ,

Της Χρυσάνθης Ζιτσαίας

«Επέσανε τα Γιάννενα σιγά να κοιμηθούνε εσβήσανε τα φώτα του κ’ εκλείσανε τα μάτια. Η μάννα σφίγγει το παιδί βαθειά στην αγκαλιά της, γιατ’ είναι χρόνοι δίσεχτοι και τρέμει μη το χάσει».

Αρ. Βαλαωρίτης

Τέτοιες ήταν οι νύχτες που σκέπαζαν τα σκλαβωμένα Γιάννινα εκείνη την εποχή. Μια τέτοια νύχτα ήταν και τούτη, που τύλιξε μέσα στην σκοτεινιά της την ιστορία που θα πούμε παρακάτω.

Ο βοριάς φυσούσε μ’ όλη του την ορμή. Ερχόταν από τ’ αντικρινά βουνά και χύμαγε βαθειά στη λίμνη μανιασμένα. Αφρισμένα βουνά τα κύματα, χτυπούσανε βουίζοντας στις όχθες κουβαλώντας καλάμια, σαπισμένα ξύλα, σπασμένες βάρκες και φύκια’ κι από κάποτε πνιγμένους ανθρώπους, υστέρα από μυστηριακούς, μα συνηθισμένους εξαφανισμούς. Λες κι η λίμνη ήθελε να καθαρίσει το βυθό της για να δεχτεί λίγες νύχτες αργότερα στην αγκαλιά της, τη Φροσύνη με τις δεκαεφτά αρχόντισσες.

Οι Γιαννιώτες ήταν τρυπωμένοι —τρομαγμένα πουλιά— από νωρίς μέσα στα σπίτια τους. Ψυχή δεν άκουγες ζωντανή. Μόνο στους τουρκομαχαλάδες περνούσε που και που κανένα αμάξι μ’ αργοπορημένα τουρκόπουλα από τα κρασοπουλιά της Καλούτσιας. Φορούσανε σαμούρια και το κόκκινο φέσι λοξά πάνω στο μαύρο φρύδι. Η φούντα κατέβαινε και χάιδευε παιγνιδιάρα το μάγουλο. Η αλαζονεία τότε και το νταηλίκι ψήλωναν όλο και πιο πολύ. Σιδερένιες πόρτες άνοιγαν έπειτα και τους κατάπιναν. Τίποτε άλλο φανερό. Τ’ άλλα τάκρυβε η νύχτα κι ο τρόμος. Το μαύρο φίδι, που κάτι τέτοιες νύχτες διάλεγε για τ’ ανθρωποκυνήγι του, σέρνονταν αθώρητο κι απόψε στους δρόμους των Γιαννίνων.

Ανάμεσα στην ταραγμένη εκείνη νύχτα, φωτισμένο με τα πολύχρωμα τζαμιλίκια του μέσα στο κάστρο, φάνταζε το πασάδικο σεράι. Ο Αλής ήταν ακόμα ξύπνιος. Πηγαινοερχότανε στους απέραντους διαδρόμους, τους στρωμένους με παχιά περσικά χαλιά ανήσυχος. Τί να τον κράταγε πάλι ξυπνητόν τέτοια ώρα ; Ποιά έχτρα, ποιο πάθος και ποιά καταχθόνια σκέψη δεν έκλεινε του θεριού τα βλέφαρα; Χάιδευε τα γένια ηδονικά, αφουγκράζονταν, οσμίζονταν τον αέρα και περίμενε με λαχτάρα σχεδόν πρωτόφαντη, τρελή, κ’ ένοιωθε το αίμα να τρέχει καυτερό στις γεροντικές φλέβες του.

«Αυγερινός και πουλιά είναι πασιά μου» του είπαν τ’ ακριβοπληρωμένα λαγωνικά του. «Τα μαλλιά της πέφτουν ως τις άντζες χρυσά» σαν ηλιαχτίδες. ΓκοΥλ μπαξές είναι η όψη της. Δε ματάειδε ανθρώπου μάτι τέτοια μαλλιά. Τη χτένιζε η μάνα της κείνη την ώρα. Τρία χτένια άλλαζε ορθή και τα τραβούσε ίσια με κάτω ανάλαφρα και πάλι τάπαιρνε από την αρχή και τα κανάκευε κι έπλεκε τις χοντρές πλεξούδες, που σέρνονταν στο λυγερό κορμί της, σαν δεντρογαλιές πάνω στο κορμί της λεύκας».

Κείνη τη μέρα οι «μυστικοί» κάνανε τους πραματευτάδες. Κουμπιά, τσατσάρες, κορδέλλες, κλωστές, μαντήλια με χρυσή νταντέλα στις άκρες, και μπένανε στις αυλές –καλοδεχούμενοι – να πουλήσουν την όμορφη πραμάτεια. Η Νούσια πήρε γαλάζιες κορδέλες για τα μαλλιά. … Η Νουσια … τώλεγε και το ξανάλεγε με το νου του ο Αλής λιγωμένος. «Αυγερινός και πουλιά είναι πασιά μου».

Το αρωματισμένο λουτρό άχνιζε έτοιμο. Ο νοντάς με τα βυσσινιά βελούδα, τα λαχούρια και τα γουναρικά άγριων ζώων, περίμενε με τέσσερα μπρούτζινα αναμμένα μαγκάλια, από ένα σε κάθε γωνιά. … Όμως δεν ερχότανε ακόμα. Ακόμα κανένας δε φαινότανε. Δεν ακουγότανε οι πατημασιές των αλόγων απάνω στα στενά καλντερίμια, όσο κι’ αν έβαζε τ’ αυτί του ν’ ακουρμαστεί. Η νύχτα κόντευε να τελειώσει, ο βοριάς είχε κουραστεί κι άφηνε λαχανιασμένος το στερνό αγκομαχητό του. Όμως ακόμα δε φάνηκε κανείς. Ο θυμός μαζεύτηκε και του έσφιγγε το λαρύγγι. Η καταδίκη ετοιμάζονταν στο σκοτεινό μυαλό του βαριά κι ανελέητη, για οποιονδήποτε πού θα σκέφτηκε να σταθεί εμπόδιο στο σκοπό του. Ακόμα κι οι ακριβοπληρωμένοι σπιούνοι του, ακριβοπλήρωναν κ’ αυτοί συχνά με τη ζωή τους τις αποτυχίες.

Ήταν σταλμένοι με τη ρητή εντολή —βούλα βαριά σιδερένια στη μοίρα τους— να τη φέρουν απόψε. Τούτη τη νύχτα κι’ όχι άλλη καμιά.

Οι διαταγές είχαν δοθεί και τα σχέδια είχαν στρωθεί από το ίδιο πανούργο μυαλό του. … Τ’ αμάξι θα περίμενε από τον κάτω δρόμο των μποστανιών. Από κείνο το μέρος θάμπαιναν, θα περνούσαν πάνω από το μισιακό πηγάδι της άλλης αυλής και θάμπαιναν ξαφνικά στην κοιμισμένη φαμίλια. Θάδιναν στον πατέρα ένα σακκουλάκι με λίρες και θα του έδειχναν ένα γιαλιστερό μακρύ γιαταγάνι με τα σημάδια του πασιά. Ένα γιαταγάνι πασαλειμένο με αίμα. «Ή τόνα ή τάλλο, και … τσιμουδιά ! ·.. τ’ακούτε; τσιμουδιά ! Τ’ άλλα τα ξέρετε. Ξέρετε πως πληρώνονται οι ανυπάκουοι κι’ αχάριστοι ραγιάδες». Ύστερα θάκλειναν το στόμα της κοπέλας και θα την άρπαζαν……Η Νουσια με τα χρυσά μαλλιά. Ένα καινούργιο αστέρι της ομορφιάς θα στόλιζε απόψε το χαρέμι του.

Στους πίσω νοντάδες ξάγρυπνη περνούσε τη νύχτα της κι η Βασιλική. Η μεγάλη κυρά του χαρεμιού, κι ευνοούμενη μόνιμη γυναίκα του Αλή, περίμενέ τη στιγμή να πάει να ημερώση το θηρίο. Ώρα την ώρα και θα ξέσπαγε. Η συλλογιά τη βάραινε σαν να είχε πέσει πάνω στα στήθη της ολάκαιρο το Μιτσικέλι.

Θα πρόφταινε τάχα η κρυφή έμπιστη γυναίκα να πάει ως τα Γάλατα, θάβρισκε τάχα το μικρό σπιτάκι πού είχε την κύρη με τα ξανθά μαλλιά να τους πάει τούτο το μαύρο χαμπέρι, για να διώξουν την κοπέλα; Ακόμα μια χριστιανή θάπεφτε σε τούτα τ’ αρπάγια. Οι δικοί της «έμπιστοι» της έφεραν την είδηση από το δειλινό. Την είχε σταλμένη από βραδύς η Βασιλική, με την παραγγελία. Πότε γονατιστή μπροστά στον Εσταυρωμένο και πότε πίσω από τα καφάσια των παραθυριών περνούσε τις στιγμές εκείνες.

Ο Βελή Γκέγκας πηγαινοερχότανε από τα σκαλοπάτια τού παλατιού ως την κρυφή σιδερόπορτα στο πίσω μέρος, σαν στοιχειό.

Ώρα την ώρα και θα κατέβαζαν δεμένη πιστάγκωνα τη δύστυχη φαμίλια, θ’ άνοιγε τις μυστικές τρύπες κι από τα μακριά λαγούμια μαζί με τούς σταλμένους θα την περνούσε στα μουχλιασμένα μπουντρούμια τού κάστρου. Όλα ταξερε η κυρά Βασιλική κι’ όλα τα λογάριαζε. Κι όλοι τάξεραν τούτα τα φριχτά τερτίπια του, κι οι ραγιάδες, κι  οι αφεντάδες, κι οι έμπιστοι της δουλειάς του.

… Να διώξουν την κοπέλα … ένας λόγος ήτανε … Όμως, ας τα ζύγιαζαν, ας τα λογάριαζαν κι ας τα μετρούσαν. Αυτή έκανε το χρέος της στη γενιά της.

«Έλεος Σωτήρα . . . Έλεος . . .»

Την ίδια νύχτα από βραδύς, σ’ ένα μικρό σπιτάκι εκεί κατά τα Γάλατα ανάμεσα από κλωνόγυρτες ιτιές στο βάθος ενός μεγάλου μπαξέ, μια απελπισμένη μάνα, πού ως τώρα χτένιζε ορθή με τρία χτένια τα χρυσά μαλλιά της μονάκριβης, ορθή και τώρα, κίτρινη σαν λείψανο, κρατούσε στα τρεμάμενα χέρια της ένα ξυράφι κι ένα δαυλί. Ξύριζε τα ξανθά μαλλιά σύρριζα και με το αναμμένο κάρβουνο έκανε πληγές στο τρυφερό κεφαλάκι. Το τριανταφυλλένιο στόμα, ήταν δεμένο με μαντήλι για να πνίγεται το βογγητό του πόνου. Ξύρισε και τα φρύδια κι έκοψε τα μακριά τσίνουρα.

Η ανθισμένη αμυγδαλίτσα έμεινε τώρα ένα κούτσουρο χτυπημένο από τον κεραυνό της μαύρης σκλαβιάς. Εκεί στ’ ωραίο κεφαλάκι της, σημάδεψε απόψε κι έριξε τη φωτιά του. Έπεσαν στα στρώματα και περίμεναν με κομμένη ανάσα. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν οι μπόγηδες, με τις λίρες και το κοφτερό γιαταγάνι. Άναψαν τη λάμπα και τους άνοιξαν. «Ποιά θέλετε; Η Νούσια έχει κασσίδα κι άλλη θυγατέρα δεν έχουμε. Τί να την κάνει ο πασιάς μια κασσιδιάρα; Φέραμε την κασιδογιάτρισσα, την έβγαλε κι’ έκαψε τις ρίζες. Κοιτάχτε την, κι’ αν σας κάνει … κουρμπάνι για τον πολυχρονεμένο μας».

Πήραν το σακουλάκι με τις λίρες, το βαρύ γιαταγάνι κι’ έφαγαν τρέμοντας με το κεφάλι σκυμμένο.

Η Νούσια φύλαξε τα μακριά χρυσά μαλλιά της.

Θυσία στο βωμό της τιμής και της Ρωμιοσύνης – σ’ όλη της τη ζωή. Τα φύλαξαν υστέρα κι οι κόρες της κι οι εγγονές της, μαζί με την ιστορία τους. Από στόμα σε στόμα, σώθηκε η ιστορία τούτη, στις κατοπινές γενιές σαν θρύλος.

  • Στο σπίτι του παππού μου στα Γάλατα, μέσα σε μια σαρακοφαγωμένη κασέλα σκαλιστή, καταχωνιασμένα, ανάμεσα σ’ άλλα παλκωμένα κι άχρηστα απομεινάρια περασμένου καιροί, βρίσκονταν τυλιγμένα σ’ έναν τριμμένο μποξιά, λίγα νεκρά κύματα ξανθών μαλλιών. Έπαιρνα από καμιά φορά λίγες μπούκλες, σαν από στάχυα ξερού καλαμποκιού και τάραβα στο κεφάλι της κούκλας μου.

Η μάνα έλεγε πως – το δίχως άλλο – αυτά τα μαλλιά θάναι από τα μαλλιά της Νούσιας, κάποιας μακρινής προγιαγιάς μας, πού μια νύχτα ο Αλή Πασιάς – το θεριό των Γιαννίνων- βάλθηκε ν’ αρπάξει στο χαρέμι του.

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 10, Φεβρουάριος 1953.

Advertisements