Ετικέτες

, , ,

Του Άγγελου Ν. Παπακώστα

Για την πανέμορφη και υψηλότατη κυρά Νίτσα, που η τραγική της μοίρα ενέπνευσε στον κ. Μαρίνο Σίγουρο τους εξαίσιους στίχους που ακολουθούν βρίσκουμε ειδήσεις σε διάφορες πηγές των χρόνων του Αλή Πασά και μάλιστα στο Βηλαρά και τον Αραβαντινό.

Κατά τον Βηλαρά η Αικατερίνα που την έλεγαν χαϊδευτικά Νίτσα ήταν κόρη κάποιου χοντρογούναρη ξυστιά, Θοδωρή Σιουλη από την πρώτη του γυναίκα. Για να ζήσει, επειδή ήταν φτωχή, δούλευε από τα μικρά της χρόνια σε σπίτια της αράδας. Όταν έγινε 14 χρόνων ξεπλανέθηκε από κάποια μαυλίστρια του Αλή, που επρόσεξε τη θαμπωτική ομορφιά της και έγινε παλλακίδα του Μουχτάρ. Επειδή ήταν ωραία, λυγερή και υπηρέτισσα επιτήδεια στα ερωτικά ο Μουχτάρ την εκράτησε οχτώ χρόνια. Ύστερα θέλησε να την, παντρέψει με κάποιο Αναστάση Γκίνου Σήψα Κονιτσιώτη, πραγματευτή γραμματισμένο που είχε γυρίσει από τη Νεάπολη. Την αρραβώνιασε λοιπόν και μετά το συμπεθερικό όρισε να γίνει ο γάμος Κυριακή. Όταν όμως ήρθε η ώρα του στολισμού και η στολίστρα πήγε την πανέμορφη νύφη στον πασά για να του φιλήσει το χέρι έγινε θρήνος και κοπετός ανάμεσα στους δυο εραστές, ο αποκοιμισμένος έρωτας του πασά ξύπνησε και τον εμπόδιζε να τηρήσει το λόγο του. Κι η Νίτσα όμως έλεγε κλαίοντας «κάλλια να με βγάλουν στο ξυλοκρέβατο, παρά νύφη από το σαράγι». Κι όσο σίμωνε ο αποχωρισμός τόσο μεγάλωνε ο έρωτας του πασά και η λύπη του.

Κατά σύσταση γιατρού, που δεν αποκλείεται να είναι ο Κωλέτης, αφού αυτόν είχε γιατρό στο χαρέμι του ο Μουχτάρ- ειδοποιήθηκε ο γαμπρός ότι η νύφη αρρώστησε βαριά και ότι ο πασάς του έδινε άλλο κορίτσι από το σεράγι του. Κι ο Αναστάσης όμως δεν ήθελε να χάσει ένα τέτοιο θησαυρό και δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος όχι μονάχα να περιμένει ως που να γίνει καλά, μα και να πληρώσει όλα τα έξοδα της θεραπείας της. Ο πασάς αναγκάσθηκε ν’ αφήσει τα προσχήματα και να δηλώσει ορθά κοφτά στο γαμπρό- ότι τη Νίτσα δεν του τη δίνει και να ευχαριστηθεί να πάρει άλλο κορίτσι. Έτσι η Νίτσα έμεινε απόκτημα του Μουχτάρ πασά, που την έκανε νόμιμη γυναίκα του με τη συγκατάθεση του Αλή Πασά.

Όσον αφορά το χαρακτήρα της από το ίδιο κείμενο πληροφορούμεθα ότι η Νίτσα ήταν περήφανη για την ομορφιά με την οποία κατέκτησε τον αφέντη της. Είχε όμως και ευσέβεια’ συχνά δώριζε στα μοναστήρια και τις εκκλησίες αγρυπνίες με έξοδα της. Και ήταν τόσο επίμονη στην Υποστήριξη των Χριστιανών, πού πολλές φορές αυθαδίαζε μπροστά στον πασά.

Κοντά στο βασιλικό όμως ποτιζόταν κι’ η γλάστρα, ο μεθύστακας Θοδωρής, η σβαρναριά του παζαριού, που αφ’ ότου έγινε πεθερός του Μουχτάρ πολλοί του έκαναν τεμενάδες. Κατά τον Αραβαντινό  που συμπληρώνει τις πληροφορίες του κειμένου που αποδίδεται στο Βηλαρα «… τον Αναστάσιον Γκίνου κατόπιν διδάσκαλον εν τη Ζωσιμαία προσεκάλεσεν ο Αλής ημέραν τινά και εμνήστευσε με μίαν τσιούπραν του την κατόπιν περίφημον Νίτσαν του Δερβίς Χασάν». Τη ματαίωση δηλ. του γάμου του Άνασ. Γκίνου έφερε, κατά τον Αραβ. όχι το ξύπνημα του έρωτα που κοιμόταν στην ψυχή του Μουχτάρ πασιά, αλλά η φυσική ασχήμια του γαμπρού και μάλιστα η έλλειψη των αυτιών του που είχαν κοπεί από ληστές κατά την αιχμαλωσία του, όταν τον είδε σ’ αυτήν την κατάσταση η Νίτσα «…έδραμε με το νυμφϊκόν προς τον Αλή και πεσούσα εις τους πόδας αυτού τον παρεκάλεσε να μη την αποβάλει του χαρεμίου του. Κι όταν ρώτησε ο Αλής «αμ τί να κάνωμε το γαμπρό, μπίρο μου «δόστου τη Λεκοπούκα, τη φιλενάδα μου» είπεν η Νίτσα και της δίνω όλη μου την προίκα…». Το απόσπασμα που παραθέσαμε φαίνεται να δικαιολογεί την παράδοση, που ακολουθεί και ο κ. Μαρ. Σίγουρος ότι η Νίτσα ζούσε στο χαρέμι του Αλή πασά και όχι του Μουχτάρ. Σε άλλο σημείο όμως της Ιστορίας του Αλή ο Αραβαντινός γράφει ότι η Νίτσα ήτο νόμιμη γυναίκα του Μουχτάρ. Τον Δερβίς Χασάν που κατήγετο από το σόι του Αλή επήρε αργότερα. Πιθανότερο λοιπόν είναι να υποθέσουμε ότι η Νίτσα ζούσε στο χαρέμι του Μουχτάρ, όπως γράφει ο Βηλαράς και όχι του Αλή όπως αναφέρει ο Αραβαντινός. Μετά τη δολοφονία του Δερβίς Χασάν, που στην πολιορκία του Αλή επρόδωσε τον αφέντη του, η Νίτσα έμεινε απροστάτευτη και σιγά σιγά πέρασαν τα χρόνια και μαζί των η ομορφιά της η περιλάλητη και πέθανε γριά κακόσυρτη, φτωχή και έρμη μέσα στο καλύβι ενός γύφτου στα Γιάννενα. Απίστευτη η καταδρομή της μοίρας και όμως αληθινή,  την ύψωσε θαρρεί κανείς μοναχά για να κάνει πιο αισθητή την ταπείνωσή της. Η απαισιοδοξία του ποιητού βρίσκει έτσι την ευκαιρία να ξεσπάσει σε στίχους αριστουργηματικούς, όπως οι γεμάτοι πεσιμισμό

«ξέρω η χαρά πόσο κρατεί, πως γλήγορα τελειώνει

Δυο πρόσκαιρες σταλαγματιές σε μια αιώνια

δίψα»

Σπάνια θα συναντήσει κανείς παρόμοιους στίχους στη νεοελληνική μας ποίηση. Για το έργο του σεβαστού ποιητού όμως, που μια ιδέα μας δίνει το πεζογραφικό και ποιητικό απάνθισμά του, που εκυκλοφόρησε τελευταία, θα μιλήσουμε πλατυτέρα σε άλλο σημείωμα μας.

Αθήναι ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 9, Ιανουάριος 1953

 

 

 

Advertisements