Ετικέτες

,

Του Μαρίνου Σίγουρου

Γοργόφτερος ο λογισμός πετάει στον περασμένο

καιρό, τότε που ο Αλή πασάς, το ατρόμητο λιοντάρι

στο στήθος μου απαλόγερνε περήφανο κεφάλι

κι άπλωνε το αιματόβαφτο χέρι να με χαϊδέψει.

Τι σπαραγμός ηδονικός μες ατό πυκνό σκοτάδι

τι ελπίδας ξεφαντώματα και φαντασίας παιγνίδια

του  δυνατού που αδύνατο πλάσμα έχει ξεπλανέσει!..

Μου έδινε αχόρταγα φιλιά με χείλη φλογισμένα,

Τη νύχτα ήμουν βασίλισσα και την ημέρα σκλάβα

τον τύραννο κοιτάζοντας δειλή και πλανταγμένη

θαμπών’ η αγάπη την ψυχή, καθώς ο ήλιος τα μάτια

«Εγώ ήμουν το λαμπρότερο του χαρεμιού στολίδι

φεγγοβολούσε η όψη μου, μαύριζαν τα μαλλιά μου

κι ήμουν της νιότης η ομορφιά κ η δόξα της αγάπη,

και τώρα γριά κακόσυρτη, φτωχή κι άρρωστη κι έρμη

που αλύπητα με χτύπησε τα θέλημα της Μοίρας.

Μου έδωσες Μοίρα, τα κακά και τα καλά μου πήρες

τόσα καλά που χάθηκαν, μα δεν λησμονηθήκαν.

Πάνω σε ψάθα βρωμερή στου γύφτου το καλύβι,

τον Χάρο κράζω, απ’ τη ζωή νάρθει να με λυτρώσει…»

Ξάφνου αντιλάλησε σκοπός αργός λαχταρισμένος.

Πέρα στο δρόμο στάθηκε πανώριο παλληκάρι

κ’ έλεγε λιανοτράγουδο για τον κρυφό του πόθο:

-«Κάποια έρμη καρδιά

σε κρυφό καρτέρι

κράζει συντροφιά

το ακριβό της ταίρι…

Έλα μοναχή

να με βρεις το βράδυ, φλογερή ψυχή,

μέσ’ στο αχνό σκοτάδι».

 

Το άκουσε η μελλοθάνατη γριά και πικρά σπαράζει

-«Ξένε διαβάτη, πέρασε κι εδώ μην τραγουδήσεις,

Άλλη φωνή δεν άκουσα γλυκιά σαν τη φωνή σου

ποτέ σε αγάπη και χαρά της γης να μην πιστέψεις…

κι ας μην τις στοχαστείς ποτέ, κι ας μην τις βάλει ο νους σου,

η αγάπη ξέρω πόσο ζει κι ως που μπορεί να φτάσει,

ξέρω η χαρά πόσο κρατεί, πως γρήγορα τελειώνει

δυό πρόσκαιρες σταλαγματιές σε μιαν αιώνια δίψα.

Το πάθος το αμολόγητο ψυχόσαρκα μας δένει

σύντροφος αμετάνοιωτος ως που ν’ ανοίξει ο τάφος. . ,

Τα λόγια σου, ώ τραγουδιστή, δεν θέλω εγώ ν’  ακούσω.

Στεγνώσανε τα μάτια μου και στέρεψε η καρδιά μου

και την αμαρτωλή χαρά την έχω ξεπληρώσει

τόσο τον πόνο γνώρισα, που δεν νοιώθω άλλο πόνο

κι όλα για με είναι ίσκιοι θολοί σαν πάχνη στον άέρα

μια θύμηση ετοιμόσβυστη μονάχα μου απομένει

γιατί έχω αγγελομίλημα με τους ουράνιους κόσμους

κι ώρα την ώρα καρτερώ να ψυχοπαραδώσω».

 

Ψυχρό, στερνό χαμόγελο το στόμα της σφραγίζει

σαν θλιβερό χαιρέτισμα σ’ ένα όνειρο χαμένο.

Αναταράχτη κ’ έγειρε νεκρή και δεν ακούει

 Που αντιλαλεί γλυκότερο το ερωτικό τραγούδι

και στο καλύβι ολόγυρα πρασινοστολισμένος

ο κάμπος είναι ολόχλωρος, λαλούν, μοσκοβολούνε

όλα τ’ αηδόνια του Μαγιού κι όλα του Απρίλη τ’ άνθη,

 του δυόσμου χύνεται η πνοή σαν από θυμιατήρι

κι ακρολιγίζουν τα κλαδιά, σαλεύουν τα λουλούδια

όλα σα να τα μάγεψε της άνοιξης η χάρη.

 (1952)   

 

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 9, Ιανουάριος 1953

Advertisements