Ετικέτες

, , , ,

Του Δημήτρη Σαλαμάγκα

Το Νησί κι η Λίμνη, δεν είναι μονάχα πανηγύρια και βιολιά, σεργιάνι κι ευωχία, Θρύλος και Παράδοση. Είναι και ιστορία κι αύτη είναι πού μας διάσωσε το δραματικό της Τεπελενιώτισσας θάνατο. Από τα πορφυρένια δειλινά, τις καλαμιές και το θυμίαμα, τις κρυσταλλοπηγές, τις κνίσσες και τα φεγγαρόφωτα, ας περάσουμε -για λίγο- πάλι, στις πολεμικές κραυγές, τις οιμωγές και τους θρήνους. Στους αλαλαγμούς κι ολολυγμούς του πολέμου, τα αίματα και το ξεφρένιασμα της μάχης.

Και θα πρέπει γι’ αυτό, αφού ξαναφέρουμε στη φαντασία τις ναυμαχίες -που γι’ αυτές μιλήσαμε σε προηγούμενα -του Πρελούμπου και των Αλβανών, στα ίδια αυτά νερά και πάλι για την κατοχή του περίδοξου Κάστρου των Γιαννίνων, να ξαναγυρίσουμε εκατόν τριάντα χρόνια πίσω και ειδικότερα στις ναυτικές επιχειρήσεις που έγιναν στη Λίμνη μας τον καιρό της πολιορκίας του Κάστρου από το Χουρσήτ και του αγώνα του εναντίον του πολιορκημένου Αλή.

Οι επιθετικές κι αμυντικές βάσεις του Γιαννιώτικου Κάστρου ήταν την εποχή αυτή, από μεν το υγρό στοιχείο, οι Λυγγιάδες, το Στρούνι και το Νησί, ο βόρειος αυτός προμαχώνας του, από δε το μέρος της ξηράς, τα Λιθαρίτσια, (η περιοχή του σημερινού Στρατώνα) κι η Κούλια τους, ο νότιος προμαχώνας του.

Στο στάδιο αυτό των επιχειρήσεων, ο Χουρσήτ κρατούσε στέρεα όλες τις ακρινές της πόλης συνοικίες, «καλούτσιανη, καραβατιά, λούτσα μεγάλη και μικρή, ναμαζγκιάχη» κι από κει με τα κανόνια του χτυπούσε τα Λιθαρίτσια και το Φρούριο. Τα σημάδια από τους γκιουλέδες με τους όποιους γινόταν ο βομβαρδισμός, φαίνονται ακόμα σε πολλά σημεία του τείχους του Ιτς-Καλέ. Ο Αλής όμως κρατούσε καλά κι ο Χουρσήτ,

Αλή Πασιάν χτυπεί,

 Αλή Πασιάν να πάρει, κοιτάζει δεν μπορεί

ο πόλεμος χαμένος, για τούτο απορεί.

Απορεί κι αδημονεί ο Χουρσήτ κι αρχίζει να σκέπτεται να πλευροκοπήσει το αμυντικό συγκρότημα του Αλή, καταλαμβάνοντας το Κάστρο «από Λίμνης», αφού από το μέρος της ξηράς είχεν αποδειχτεί απόρθητο σε κατά μέτωπο επίθεση. Προσβάλλει λοιπόν τους Λυγγιάδες (το χωριό που είναι στις πλαγιές, του Μιτσκελιού) κι από κει, πέφτει στους πρόποδες του βουνού και πολιορκεί το Στρούνι. Εκεί ήταν «καμμιά τρακοσαριά, τ’ Αλή Πασιά άνθρωποι», με αρχηγό το γενναίο Μετζ – Αμπάζη «φοβερό μπίμπαση», που όμως κατόρθωσαν όλοι τους να διαπεραιωθούν στο Νησί. Πράγμα που δεν το κατόρθωσαν και οι Σουλτανικοί. Πρώτα – πρώτα, γιατί δεν είχαν ίσως καΐκια. Ανάμεσα Στρούνι και Νησί, βρίσκεται το βαθύτερο τμήμα της Λίμνης. Κι έπειτα, γιατί όπως φαίνεται από τα παρακάτω, χρειαζόταν να γίνει κανονική «απόβαση». Το νησί, ήταν οργανωμένο αμυντικά.

Τότε ακριβώς είναι που ο Χουρσήτ ζήτησε επειγόντως ενισχύσεις και ταυτόχρονα, παρήγγειλε να μεταφερθούν από την Ύδρα καράβια και Υδραίοι, ναυτικοί. Τα καΐκια της Λίμνης θα τάχε σίγουρα μαζέψει για λογαριασμό του ο Αλής κι ούτε ήταν εύκολο στο Χουρσήτ να ναυπήγηση καινούργια  τόσο σύντομα και τόσο μεγάλα που του χρειαζόταν. Στον καιρό όμως που ο Χουρσήτ περίμενε τα καράβια ο Μέτζο – Αμπάζης επικοινωνούσε κι αυτός με τον Αλή, που βρήκε αναγκαίο για την άμυνα του Κάστρου, να κρατηθεί με κάθε θυσία το Νησί. Έδωσε λοιπόν εντολή στο Μέτζ – Αμπάζη να ξαναγυρίσει εκεί και ταυτόχρονα,

του στέλλει ζαηρέδες, χαβάνια τρομερά,

γκιουλέδες κομπαράδες και τόπια φοβερά,

Και το Νησί οργανώνεται συστηματικότερα πια για την άμυνα. Ήρθε κάποτε κι η μέρα που έφτασαν στα Γιάννινα τα αναμενόμενα καράβια. Είναι βέβαια εύκολο να φαντασθούμε, πόσες και πόσες αγγαρείες στοίχισε η μεταφορά τους ατούς δύστυχους ραγιάδες της εποχής.

«Τ’ απολνούν λοιπόν στη Λίμνη, αφού πρώτα καλά τα αρματώνουν» κι όταν πια όλα είχαν ετοιμαστεί, άρχισε δεινός ο αγώνας για την κατάκτηση του Νησιού.

Πολέμαγαν στη Λίμνη, βαρούσαν στο Νησί

από το ένα μέρος κι απ’ τ’ άλλο περισσοί.

Το Νησί όμως βαστούσε άμυνα αποτελεσματική. Προστάζει τότε ο Χουρσήτ να πιάσουν όλους τους Νησιώτες και δίνει διαταγή να τους κόψουν, επειδή φαίνεται δεν τον βοηθούσαν στον αγώνα του εναντίον του Αλή.

Στο μεταξύ, είχε εκραγεί η Ελληνική Επανάσταση κι είχε αυτή την εποχή φουντώσει για καλά. Κι ο Χουρσήτ, βιαζόταν να τελειώσει γρήγορα με τον Αλή, για να μπόρεση να πεταχτή στο Μοριά.

Ξαναετοιμάζουν λοιπόν τα καράβια, βάζουν μέσα «χαλντούπους αρκετούς, κι αυτούς, τους αλβανίτας, όλους τους διαλεχτούς» και,

κάμνουσι τον τρόπον, κι εμβαίνουν στο Νησί

χαλντούποι κι Αλβανίτες ανδρείοι περισσοί.

Αυτό το «κάμνουσι τον τρόπον», μας λέει πολλά. Στην επιτυχία αυτής της «απόβασης», θα βοήθησαν πιστεύομε πολύ κι οι Νησιώτες, όταν ο Χουρσήτ τους έπιασε και διάταξε να τους κόψουν, αυτοί έσπευσαν να στείλουν πρεσβεία στο Δράμαλη και για να γλυτώσουν το -κεφάλι τους, υποσχέθηκαν να παραδώσουν το Νησί τους στους Σουλτανικούς.

Οι Νησιώτες λοιπόν κι η παλληκαριά των εκλεκτών Αλβανών, όσων είχαν αρχίσει – sic transit !. . . – να εγκαταλείπουν τον πρώην αφέντη τους καθώς έγερνε πια στη δύση του, αυτοί είχαν νικήσει την πρώτη αντίσταση των Αληπασιαλήδων. Μ’ όλα ταύτα, οι υπερασπιστές του Νησιού είχαν αντιτάξει και τώρα λυσσαλέα άμυνα, είχαν κι όλας κατορθώνει να ξαναρίξουν τους Σουλτανικούς στη Λίμνη, αλλά ο Χουρσήτ έσπευσε και,

αμέσως τους προφθάνει μεντάτι αρκετό,

δέκα καράβια ασκέρι, ανδρείο δυνατό,

εις το νησί εβγαίνουν και τους περικυκλούν

τους Αληπασιαλήδες και στον Αη Λιά τους κλειούν.

Περικυκλωμένοι πια στο Εκκλησάκι που φαίνεται στην κορυφή του βουνού του Νησιού, οι Αληπασιαλήδες βρίσκονται στην ανάγκη να παραδοθούν. Στην τελευταία αυτή φάση του ναυτικού αγώνα, σκοτώθηκε παλληκαρήσια και μια Αρβανίτισσα,

γυναίκα ανδρεία δυνατή

από το Τεπελένι, στ’ άρματα αρκετή,

που είχε παρακολουθήσει στην εκστρατεία αυτή τον άνδρα της, κι όταν τον είδε σκοτωμένο, για να εκδίκηση το θάνατο του, άρπαξε το ντουφέκι του και το σπαθί του και γενναία πολεμώντας, σκοτώνει δέκα άνδρες.

και αποθαίνει η μαύρη, με δόξα και τιμή

της παίρνουν το κεφάλι, με μια ουργιά μαλλιά

στην Πόλη να το στείλουν σ’ αυτόν τον Βασιλιά.

Είναι πολλά τα δραματικά στοιχεία της φάσης αυτής του αγώνα, τόσο αυτά που έχει περισώσει η ιστορία όσο πιο πολύ εκείνα που μπορεί κανένας εύκολα, με τη σκέψη, με το αίσθημα και με τη φαντασία να τ’ αναπαραστήσει και να τα ξαναζωντανέψει, πιο ιδιαίτερα όσα αναφέρονται στο στάδιο της απόβασης και της σκληρής μάχης που την ακολούθησε.

Δεν ξέρω όμως, πως απ’ όλα αυτά, περισσότερο έχει φουντώσει το συναισθηματικό μου κόσμο κι έχει ερεθίσει μου τη φαντασία, η ανδρεία εκείνη Τεπελενιώτισσα, που παρακολούθησε τον άνδρα της στη σκληρή εκείνη εκστρατεία και με τόση ύστερα περιφρόνηση προς το θάνατο, ρίχτηκε μ’ ασυγκράτητη ορμή στην τρομερή εκείνη σύγκρουση και σκότωσε με τα όπλα του αντρός της δέκα πολεμιστές, για να πάρει πίσω το αίμα του.

Η θεληματική αυτή θυσία που έγινε με τόσο πάθος, για την ικανοποίηση ενός τόσο θηλυκού αισθήματος και που μετέβαλε το ασθενικό φύλο σε ήρωα, με συγκινεί βαθιά.

Θάθελα νάβλεπα, στη φλογισμένη της μάχης ατμόσφαιρα, μισοζώντανο ακόμα, το κομμένο εκείνο κεφάλι με τα μακριά μαλλιά, για να βυθίσω τα μάτια μου, με άσβεστη δίψα κι ανεξερεύνητη λαχτάρα στα θηλυκά εκείνα μάτια, που έσβηναν τόσο ηρωικά, τόσο παθητικά, για την αγάπη ενός συνάνθρωπου του φύλου μου.

– Τεπελενιώτισσα!…

Είσαι περισσότερο ήρωας κι από το μεγαλύτερο παλικάρι της τρομερής εκείνης πάλης!…

 

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτρη Σαλαμάγκα «Περίπατοι στα Γιάννινα»

Advertisements