Ετικέτες

, , ,

Του Παναγιώτη Τσαμάτου

Μνήμη Δημήτρη Χατζή

Παμβώτις, γένους θηλυκού, όπως Φροσύνη,

που την αγάπησες πολύ

και μέσα σου την κράτησες για πάντα.

 

Παμβώτις, γένους θηλυκού, όπως η Μαργαρίτα,

που η ζωή της νύχτωσε νωρίς

κι απ’ το Σταυράκι σου ‘στείλε στερνό φιλί,

μ’ εκείνο το δικό της, το κουρασμένο, το «Καληνύχτα ντε…»

 

Παμβώτις, γένους θηλυκού, όπως Ρεββέκα και Εσθήρ.

Θυμάσαι; Φύσαγε κι ήσουνα βουρκωμένη και ανήσυχη,

ένα μαρτιάτικο πρωί με παγωνιά, εκεί στο μώλο.

Σε κοίταζαν αμίλητες, στερνή φορά, πάνω από το καμιόνι.

Πικρό κι αγύριστο ταξίδι για το Άουσβιτς.

 

Παμβώτις, γένους θηλυκού, όπως εκείνη η μικρή, η Ρένα,

που κάτω κει στου Μάτσικα νοίκιαζε το κορμί της

κι έστηνε κουβεντούλα με τη χάρη σου, σαν έκλεινε το μαγαζί.

Και μια σε πετροβόλαγε, μια σου γλυκομιλούσε,

ώσπου να βγει μ’ εξόδου από απέναντι ο φαντάρος,

από τον όρχο της ΕΣΑ, δίπλα στο Σουφαρή-Σαράι.

 

Παμβώτις, γένους θηλυκού, όπως καληώρα Πάνυ κι Άντζυ,

που φεγγαριάζονται μαζί σου στα Ταμπάκικα τα καλοκαίρια,

μ’ ένα σφηνάκι στο ‘να χέρι κι ένα τσιγάρο στ’ άλλο,

ακροπατώντας όλη νύχτα και χορεύοντας,

πότε παλιό καρσιλαμά και πότε λάγνο τσιφτετέλι.

Και συ, νωχελική, μες τη ραστώνη σου τη θερινή,

κοιτάς, τάχαμου αδιάφορη, και δε σαλεύεις.

 

Παμβώτις, γένους θηλυκού, όπως η Χάρλεϋ του Σάκη,

εκείνου του δισέγγονου του Σιούλα του Ταμπάκου,

που, μες το καταχείμωνο, στην παγωμένη ερημιά του παραλίμνιου,

σε προκαλεί, αγκαλιά μαζί της, κάνοντας κόντρες με το χάρο.

Κι συ ανταριάζεσαι, φουσκώνεις κι αγριεύεις

και κάτω κει στο Δώδεκα ξερνάς βρισιές στο κάστρο,

και χαστουκίζεις με θυμό τα μπεζεστένια,

γιατί ο Σάκης δεν του μοιάζει του παππού του, του Ταμπάκου.

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτικά Γράμματα», τεύχος 11, Φεβρουάριος 2007

Advertisements