Ετικέτες

, ,

Του Συμεών Κριθαρά

Ο Χαρίσης ήταν εργάτης ταμπάκος. Γεννήθηκε στην Καλούτσια αλλά ζούσε με την οικογένεια του στη συνοικία Σιαράβα. Είχε υπηρετήσει στρατιώτης σε τέσσερις Βαλκανικούς στρατούς και μιλούσε τρεις γλώσσες τις οποίες έμαθε «παιδιόθεν» όπως έλεγε. Ήταν αριστερός αλλά δεν είχε μέθεξη με την πολιτική. Στο ταμπάκικο που δούλευε κάθε μία ώρα έφευγε και πήγαινε στην ταβέρνα της συνοικίας για να πιει κρασί ή ρακί. Ήταν μεγάλο ρακοκάζανο. Οι Σιαραβίνοι, του έλεγαν «καλός είσαι μωρέ – Χαρίση, αλλά πίνεις πολύ κρασί». Τότε αυτός απαντούσε: Γιατί να μην πιω! Ο Χριστός το πρώτο θαύμα που έκανε εν Κανά ήταν η μετατροπή του νερού σε κρασί.

Τραγουδούσε πολύ κι όταν τον ρωτούσαν έλεγε: Γιατί να μην τραγουδάω, τα πουλιά πώς τραγουδούν όλη μέρα στο κλαρί. Ένα βράδυ ήταν «σκοπ» στο μεθύσι, κι ο ένας ο τοίχος τον έδιωχνε κι ο άλλος τον δεχόταν. Τρεκλίζοντας έπεσε πάνω σε μια χιλιομετρική κολώνα, χάνοντας όμως την ισορροπία του έπεσε πάνω σε μία άλλη κολώνα. Τότε ο Χαρίσης είπε: «Αχ πρόστυχοι δυο-δυο βαράτε». Πρέπει να πούμε ότι όλοι οι παλιοί έπιναν ρακί μέχρι αναισθησίας. Αν δεν έπινες ρακί δεν σε θεωρούσαν άνδρα.

Ο Χαρίσης τα κοπανούσε στις μπακαλοταβέρνες του Βαρετά ή του Βαγενά στο «Σπούργο» στο Κουρμανιό ή στον Αυδή στην Καλούτσια. Το χειμώνα με το κρύο πήγαινε στον Γκογιάνο που ήταν στην οδό Αβέρωφ κι έτρωγε πατσά, όπως όλοι οι ταμπάκοι και οι τσαγκαράδες. Μια μέρα ο Χαρίσης ήταν μέσα στη χρεία. Ο Τηλέμαχος ή Τανάλιας κυνηγούσε ένα μικρό κίλιλα. Ο κίλιλας χώθηκε μέσα στη χρεία. Βάζει ο Τανάλιας μέσα το χέρι του κι αντί να πιάσει τον κίλιλα έπιασε τον Χαρίση από τους όρχεις. «Τώρα σε μάγκωσα» είπε ο Τανάλιας κα δώσε τράβηγμα. Ο Χαρίσης έβαλε τις φωνές «ωχ ωχ μου τα ξερίζωσες αντίχριστε», ο Τανάλιας όμως συνέχισε να τραβάει τους όρχεις του Χαρίση που είδε κι έπαθε να απαλλαγεί. Τις αποκριές με τις τζαμάλες ο Χαρίσης πρωτοστατούσε σε χορό και σε τραγούδι «Όταν ήμουνα μικρός, ήμουνα προσεκτικός, πήγαινα σχολείο στου κεφάλα που ‘χε γράμματα μεγάλα». Του Αη Σωτήρα όλοι οι ταμπάκοι έπαιρναν τα καΐκια και τράβαγαν για τους Αγίους Αναργύρους στο Στρούνι (Αμφιθέα) όπου πανηγύριζε το σινάφι τους. Μετά τη λειτουργία κατέβαιναν στην Ντραμπάτοβα (Κρυονέρι) και γλεντούσαν μέχρι το βράδυ. Ο Χαρίσης πάταγε σε τρία-ποτήρια κτένα στο κεφάλι και χόρευε. Τότε όλοι μαζί τραγουδούσαν «Στα Γιάννινα στον Κουραμπά είναι ένα χελιδόνι παρακαλώ τη γειτονιά να μη μου το μαλώνει». Τραγουδούσαν επίσης το τραγούδι της Κυρά Φροσύνης: «Θα φύγω τζιβαέρι μου στα ξέχα για να πάω» κτλ.

Μερικοί τράβαγαν τέτοιο μεθύσι που με δυσκολία τους έβαζαν στα καΐκια, κι όταν έφθαναν στη Σκάλα τους φόρτωναν στα κάρα κι μετά τους έκαναν διανομή στα σπίτια τους. Ο Χαρίσης είχε μια κόρη που συνδέθηκε μ’ ένα νεαρό συστήθηκε δε ως κόρη εργοστασιάρχη. Ένα βράδυ ο Χάρης πέρασε από το σημείο που η κόρη του ήταν με το φίλο της και εκείνη λαχταρισμένη του είπε «κρύψε με σε παρακαλώ περνάει ένας εργάτης του μπαμπά μου». Μια χρονιά τον είδε ο Μάνεγας να βγαίνει από ένα εύπορο σπίτι όπου ζητούσε συνδρομή για μια εκδήλωση των Σιαραβίνων, «Μπαγάσα Χαρίση οικονόμησες αυτού ένα ζευγάρι παπούτσια» του είπε ο Μάνεγας.

Ο Χαρίσης μετά από χρόνια παράτησε το ταμπάκικο κι έφτιαχνε προβιές κόκκινες, μαύρες, κίτρινες, άσπρες που τις χρησιμοποιούσαν οι Γιαννιώτες για στρωσίδια τα σαλόνια τους. Όταν πέθανε ο ταμπάκος Αριστείδης Ζάνιας ο Χαρίσης, ο Μάνεγας κι άλλοι Σιαραβινοί ταμπάκοι πήγαν να τον ξενυχτήσουν. Εκεί που ήταν τοποθετημένο το «ταμπούτ» (κάσα) του Ζανιά παρευρισκόταν και οι χαροκαμένες συγγένισσες. Κατά τα μεσάνυχτα είπε ο Χαρίσης «Πηγαίνετε τώρα εσείς να αναπαυτείτε και τον νεκρό τον ξενυχτάμε εμείς». Ανύποπτες οι γυναίκες αποσύρθηκαν.

Σε λίγο κάποιος έβγαλε από το πανωφόρι του μια καράφα ρακί. Μάνι-μάνι οι παρευρισκόμενοι όλοι τους ρακόκάζανα άδειασαν τη καράφα κι άρχισαν να τραγουδάνε αμανέδες. «Αμάν, αμάν ανοίξετε τα μνήματα, τα κόκκαλα σκορπιστέ, τον πλούσιο απ’ το φτωχό γνωρίστε».

Ξαφνιάστηκαν όλες οι γυναίκες. Μπαίνει στο δωμάτιο που κείτονταν ο νεκρός, αλαφιασμένη η κυρά Ρίγκο, φωνάζοντας «χαλασιά μ’ και κακιά μου φουρτούνα. Τι κάνετε αυτού μωρέ ανεμοκαμένα που η αυριανή να μη σας βρει, τι κάνετε μωρέ ζαλιάρικα που κακιά αστραπή να σας βαρέσει;» Να, κυρά Ρίγκο, είπε ο Χαρίσης, τραγουδάμε για να πάει ευχαριστημένος.

Από τότε όπου πήγαινε ο Χαρίσης να συλλυπηθεί του έλεγαν οι συγγενείς «φύγε τώρα Χαρίση τον νεκρό θα τον ξενυχτήσουμε εμείς». Όταν γέρασε ο Χαρίσης μια μέρα τον ρώτησε η κόρη του «πατέρα έχεις καμιά δεκάρα για την κηδεία;» αυτός απάντησε «ας μ’ αφήσουν να βρωμίσω». Υπέργηρο πια τον Χαρίση τον πήγαν στο νοσοκομείο. Τότε η κόρη του τον ρώτησε «πατέρα θέλεις λίγο ρακί;». «Θέλω» είπε εκείνος. Μόλις ήπιε το ρακογυάλι εξέπνευσε.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η φωνή του Ελληνικού», αρ. φ. 112

Advertisements