Ετικέτες

,

Του Άλκη Μυρσίνη

Νύχτα χινοπωριάτικη, βαθειά, χωρίς φεγγάρι,

ατέλειωτη ψιλή βροχή, σαν θρήνος στο σκοτάδι,

Και του ανήσυχου βοριά το υγρό και κρύο χάδι

της πολιτείας έπνιξαν απόψε κάθε χάρη,

 

Αυτές τις ώρες oι ψυχές γυρίζουν απ’ τον Άδη

με την λαχτάρα ή τον κρυφό καημό του ταξιδιάρη.

Μια βάρκα πάει προς το νησί, σάμπως χωρίς βαρκάρη

και φόβια απλώνει σιγαλιά, το πένθιμο αυτό βράδυ

 

Το Κάστρο και τα Γιάννινα, βαριά κοιμούνται τώρα,

Ταχεία οι πόρτες σφάλισαν, προτού ξεσπάσει η μπόρα

Κι αφώτιστο τ’ αρχοντικού το κάθε παραθύρι.

 

Κανείς, στην τόση ερημιά, νυχτερινός διαβάτης.

Και πάνω απ’ όλα ξάγρυπνος σαν φύλακας προστάτης

ή κολασμένο φάντασμα, ο ίσκιος του βεζίρη.

 

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 18, Οκτώβριος 1953

Advertisements