Ετικέτες

, ,

Του Δημήτρη Σαλαμάγκα

Μαύρο Πάσχα της σκλαβιάς, το Πάσχα του 1941. Ο ανεμοστρόβιλος του πολέμου μας είχε τινάξει μακριά από τα Γιάννινα, σ’ ένα κεφαλοχώρι της Τριχωνίας, κι εκεί το περάσαμε. Βδομάδα των παθών, η Μεγάλη αυτή Βδομάδα για την Ελλάδα μας.

Σε μας εκεί  πέρα, δεν είχε φτάσει ακόμα ο σίφουνας της καταστροφής μα είχαμε κιόλας δοκιμάσει τα πρώτα ρίγη και τις πρώτες αγωνίες της: τα γερμανικά στίφη, είχαν εισβάλει ακράτητα στην Ήπειρο, στα Γιάννινα. Μαύρο Πάσχα που περάσαμε κι εμείς εκεί κάτου στο Κεφαλόβρυσο!.. Οι δικοί μας, τα σπίτια μας, τάχα τι να γινόταν. Κι έπειτα… η  ντροπή, η απόγνωση της σκλαβιάς. της ήττας… Σα γυρίσαμε στην πατρίδα, βρήκαμε θρονιασμένους τους γερμαναράδες. Ξαναβρήκαμε τους δικούς μας, συμμαζευτήκαμε, ψευτοζούσαμε. Ξαναβρήκαμε και την κυρά – Βγένω, την καλή γριούλα και γειτόνισσα μας, που όμως, η καημένη, είχε μείνει τώρα έρημη, παντέρημη: ο πόλεμος, της έφαγε το μοναχογιό της. Τι να της πεις; πως να την παρηγορήσεις; Το σπίτι της κι αυτή η ιδία, πνίγηκαν στα μαύρα ως και την οξώπορτα ακόμα είχε μαυροβάψει. Συχνά πήγαινα στο σπίτι της – όπως δα και πρώτα- και τα κουτσολέγαμε ποιόν άλλον είχε κι αυτή η μαυρόημοιρη; είχε χάσει πια το κέφι της και το συνηθισμένο της χαμόγελο: πικρός κι αγιάτρευτος καημός…

anastasi_giannina

Τη χρονιά που είχαν φύγει οι Γερμανοί, τέτοιον καιρό, ανήμερα τη Μ. Πέφτη, πέρασα μια στιγμή να την ιδώ, ήμουνα δα σα σπητιακός. Το σπίτι της, όπως πάντα, στα μαύρα, το χαμηλοτάβανο και στενάχωρο μαντζάτο, το ίδιο, μα σαν να ξεχώρισα κάποια ιδιαίτερη σήμερα φροντίδα στο σιγύριο. Κάθισα κι αρχίσαμε τις συνηθισμένες μας κουβέντες, στις οποίες πάντα περνούσε κι ο καημένος ο Πάνος της.

Κοντά μου, στο χαμηλό παράκλι στη γωνιά, τα εικονίσματα, οι δάφνες των Βαγιών, το Άγιασμα, το λάδι από τον τάφο του Αη- Γεώργη, τα μεγαλοπεφτήσια αυγά και το καντήλι, αναμμένο σήμερα. Σαν κάτι όμως ιδιαίτερο να μου φάνταξε στη γωνιά αυτή σήμερα: δυο φρεσκοβαμμένα κόκκινα αυγά, κι ένα τρίτο ακόμα, πιο μουντό, πιο παρδαλό. Παραξενεύτηκα: Έβαψε φέτος αυγά η κυρά Βγένω; πως τώπαθε! με τέτοια βαριά λύπη!…

Το μάτι μου ξαναγύρισε εκεί πιο περίεργο: Το μεσιανό αυγό ξεχώριζε πιο βαθύ, πιο σκούρο, σχεδόν βυσσινί, έτσι σαν κακοβαμμένο, σαν τοπιάρικο και παλιό. Πήρε την επίμονη ματιά μου η κυρά-Βγένω, και βιάστηκε να μου ικανοποιήσει την περιέργεια που μάντεψε.

– Τ’ αυγά κοιτάς, παιδί μου; ρώτησε θλιβερή. Η γειτόνισσα η κυρά- Λένκω, μου τάφερε, γιέ μου, για το καλό, Μεγάλη Πέφτη πού είναι σήμερα, η πρώτη της Λευτεργιάς μας.

Ένα δάκρυ χάραξε στο μαραμένο πρόσωπο.

–  Το μεσιανό, παιδί μου – συνέχισε κι αναστέναξε,- είναι του Πάνου μου, του είχα στείλει τότες μ’ ένα φίλο του μερικά αυγά από την κότα μας μέσα σ’ ένα μαντιλάκι, πλησίαζε το Πάσχα, κι είπα, ας φάει και κανένα αυγό από τη μάννα του, κι ας ήταν κι άβαφο, μα τον βρήκε ανήμερα το πικραμένο βόλι, και καθώς έγειρε, το αίμα του μούσκεψε το σακίδιο όπου ταχε φυλαμμένα. Μαζί με άλλα πράμματά τον, μου τάφερε κι αυτά στην υποχώρηση ο ίδιος φίλος του. Χρόνια τώρα, δε μου βαστούσε η καρδιά να ξανακοιτάξω στη σκοτεινή γωνιά που τάχα αποθέσει. Μα σήμερα, γιέ μου, καθώς η κυρά – Λένκω μούφερε τα δικά της, την παρακάλεσα να βάλει μαζί μ’ αυτά στα κονίσματα, κι ένα από κείνα του Πάνου μου: ύστερα από τόσα χρόνια, θα γιορτάσουμε και πάλι λεύτεροι την Ανάσταση, διπλή για μας Ανάσταση. Κι είπα: – Δοξασμένος νάνε ο Μεγαλοδύναμος! μου τον πήρε, μα το αίμα του, δε χύθηκε στα χαμένα. Και μαζί με τ’ αυγά του Χρίστου μας, είπα, ας βάλω η δύσμοιρη κι αυτό.

Δυό πικρά δάκρυα κύλησαν στο ρυτιδωμένο και πικραμένο πρόσωπο. Η συγκίνηση μ’ έπνιγε- κι έχυσα μαζί της κι εγώ ένα δάκρυ συμπόνιας, ευγνωμοσύνης, μνημόσυνου και πικραμένης χαράς για το νεκρό της.

 

 

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 12, Απρίλιος 1953

Advertisements