Ετικέτες

Δημητρίου Σαλαμάγκα

Την είχε καλά τυλωμένη την κοιλιά του ο Γιάννης ο Βίβης, σαν ξεκινούσε το πρωινό εκείνο του Δεκέμβρη – ανάμεσα Χριστούγεννα και  Αη – Βασίλη, με τις προβιές παραμάσχαλα για το Παζάρι. Στην μεγάλη την κακάβα, χαράματα ακόμα, είχεν ετοιμαστεί – ο πηχτός σιταρένιος τραχανάς, με μπόλικο αωΐσιο τυρί, και μπόλικο περιχυμένο τσιγαριστό βούτυρο και το είχε τιμήσει ο Βίβης για καλά το πρωινό εκείνο νέκταρ.

Μα τώρα, καθώς ανέβαινε κυματιστά -κυματιστά από τα Μποστάνια κατά το Παζάρι, αισθανόταν ξινίλες. Πέρασε το στενό, του  Αη – Νικόλα, κι έστριψε αριστερά κατά τα τσαρουχάδικα. Καθώς πλησίαζε στο χάνι του Παπαδημήτρη, προτού φτάσουμε στο Γιουμπρούκι (τη στοά του Λέβη, όπως τη λένε σήμερα).

– Ένα κρασάκι, σκέφτηκε, για να μου κόψη τις ξινίλες και τρύπωσε στο χάνι, κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι και παράγγειλε το πενηντάρι.

Ο μάγερας, είχε κιόλας αραδιάσει, μπροστά – μπροστά στο μαγαζί  προκλητικά και καλοφκιαγμένα τα διάφορα φαγιά μέσα στα ταψιά και τις τεντζερέδες, κι  oι δυνατές μυρουδιές, του γαργαλούσαν τα ρουθούνια.

– Καλό τo κρασάκι, σκέφτηκε ο Μπάρμπα – Γιάννης, μα θέλει και μεζέ παρέα, για να φανεί όλη του η καλοσύνη.

Το τηγάνι χαλούσε τον κόσμο, διαλαλώντας πολυθόρυβα τις νοστιμάδες που κολυμπούσαν στο τσιτσιριστό το βούτυρο.

– Τι τηγανίζεις αυτού μάστορα; ρώτησε ο Βίβης, αν και τόξερε καλά τι τηγανιζόταν. Τι άλλο από συκωτάκια και σπληνίτσες θα τηγάνιζε πρωί – πρωί ο μάγερας! ο πατσιάς, ο νοστιμότατος γιαννιώτικος πατσιάς, και τα τηγανισμένα συκωτάκια, μη δεν ήταν το πρωινό κολατσιό των αργαστηριαρέων;

Γύρισε ο μάγερας και τον κοίταξε προκλητικά.

– Σώχω κάτι μεζεδάκια σήμερα, κυρ. Γιάννη, άλλο πράμα!..

s1

Του Βίβη είχε γεμίσει σάλιο το στόμα και ξεροκατάπινε, ο τραχανάς έβραζε ακόμα μέσα του  μα κρασάκι χωρίς μεζέ γίνεται; κι αυτό το αναθεματισμένο το τηγάνι όλο και παινευότανε!..

– Στείλε ένα πιατάκι, μάστοοα, αποφάσισε ο Βίβης υποχωρώντας στον δυνατό πειρασμό.

Ο μάγερας του είχε βάλει κι’ ένα – δύο μπιντιβίτσια, και κάθισε ο Γιάννης μας, και κατανοστιμεύτηκε, μ’  ένα κομμάτι ψωμί μπαμπλίκα, τα τρυφερά συκωτάκια, τις σπληνίτσες, φρέσκες – φρέσκες με το αίμα τους, τεχνικά αλατισμένες με μαύρο αλάτι και με μπόλικη αρωματική ρίγανη. Μακάριος τα πότισε από πάνου με το ξανθό κρασάκι που σπίθιζε κρουσταλένιο και διάφανο στο ποτήρι.

Ξέσφιξε το ζουνάρι, πλήρωσε, και συνέχισε το δρόμο του: μια κουβεντούλα από δω, ένα παζαρλήκι από κει, κάτι φίλοι που αντάμωσε, κάτι γνωστοί, ζύγωνε μεσημέρι όταν ο Βίβης, γιαβάς – γιαβάς, ξεπούλησε σε καλή τιμή τις προβιές.

Περνώντας από τον πλάτανο στις Κονίστρες, είδε τις φράγκικες μάκινες που σιδέρωναν τώρα τελευταία τα φέσια τους οι νεώτεροι. Κάτι φεσάκια μάτια μου, μικρά και μίζερα, σαν αναποδογυρισμένες τσάρπες, με συμπάθειο και κάτι κασιδιάρικες φούντες, σαν από κομπολόϊα!

Ίσιαξε λιγάκι το πλούσιο τσακιστό του φέσι, χάιδεψε τη βαριά τη φούντα, και διαβαίνοντας κατά το Κουρμανειό, κούνησε λυπητερά το κεφάλι του, μη δεν είχαν δα φορέσει τώρα-τώρα κάτι φράγκικα πανταλόνια στενά και κακορίζικα, σαν κάναλες; αμή τα σακάκια τους, τα ίσια και κοντά; χωρίς κέντημα, χωρίς ανθρωπιά, χωρίς τίποτε;

Έστριψε τον κατήφορο – οι Εβραίοι χασάπηδες χαλούσαν τον κόσμο από τις φωνές.

– Δεν του πλάου, δεν του πλάου! Πω! Πω! Πω!

Άλλος του φώναζε από δω, άλλος τον καλούσε από κει, κάποιος πλησίασε και τον τραβούσε κιόλας από το μανίκι. Ο Χαίμ Μπόνας είχε σφάξει ένα δαμάλι. πρώτης. Τι ακρίβεια όμως μωρές παιδιά ! δυο μισή γρόσια την οκά πουλούσε ο αθεόφοβος και τί; βοδινό!

– Ακρίβειες, ακρίβειες! ανησύχησε ο Βίβης, μη δεν είχαν αυγατίσει μια δεκάρα την οκά και το ψωμί; πενήντα παράδες την οκά το ψωμί!.. Που θα πάμε; πως θα ζήσουμε; τί θα γίνει η φτώχεια; Αλλοίμονο!..

Ψώνισε λοιπόν κι αυτός έναν πατσιά μοσχαρίσιο με τέσσερα πόδια για το βράδυ, και τράβηξε τον κατήφορο.

Διψούσε δυνατά.

Λοξοδρόμησε λιγάκι κατά το μαγαζί του κυρ Κωσταντή του Μπογατσιατζή, που ήξερε πως είχε πάντα του νερό της Ντραμπάτοβας για τους μουστερήδες του.

Χαιρέτησε φιλικά και ζήτησε νεράκι: Ότι είχαν βγάλει από το φούρνο ένα ταψί με μπογάτσα ροδοψημένη και μυρωδάτη κι αχνιστή. Το φρέσκο βούτυρο, το γαλοτύρι, η σπάνια μαγιά, που το μυστικό της μόνο ο κυρ Κωσταντής τώξερε, σκορπούσαν διαβολικά αρώματα. Τα μάτια του κυρ Βίβη λιγώθηκαν’ είχε μπήξει ο κυρ Κωσταντής, μέσα στην καρδιά της μπουγάτσιας, το κοπίδι, και κοίταζε πονηρά το Γιάννη μας.

– Πέτυχα σήμερα ένα γαλοτύρι, κυρ Γιάννη μου, άλλο πράμα! και βύθισε ξανά το κοπίδι στον κόθρο.

Ο  Βίβης ένοιωσε τον εαυτό του χαμένο. Το στομάχι του πονούσε, κι είχε και φουσκομάρες, μα πως να μη δοκιμάσει το υπέροχο εκείνο πράμα; παράγγειλε δυο μπογατσιοκλούρες, και σε μια γωνιά απόλαψε ηδονικά το υπέροχο εκείνο κατοστάρι της μπουγάτσιας που σπαρταρούσε θαρρείς λαχταριστή στο πιάτο του.

– Μεσημέρι είναι, είπε μέσα του, θα ξαπλώσω και θα χωνέψει.

Σαν πήγε στο σπίτι, η αδερφή του η χήρα είχε ετοιμάσει καμιά σαρανταριά κεφτέδες, τους μισούς τηγανιστούς, τούς άλλους με κουρκούτι, ξινούτσικο και πικάντικο. Αχ! και πως τους πετύχαινε τούς κεφτέδες ή κυρά Καλλιόπη! κούφιοι κούφιοι και αφράτοι, έλιωναν θαρρείς στο στόμα!..

Μεσημέρι ήταν! δε θα τρώγαμε; θα ξαπλώσουμε και θα χωνέψουμε! Πως δα να στενοχωρήσουμε και τη νοικοκυρά που τους έφκιασε με μεράκι;..

Έπεσε βαρύς στον ύπνο το μολυβένιο και γεμάτο εφιάλτες.

Πήγε, λέει, στο Μπογατσιατζή να πάρει τις πρόβειες που είχε στείλει το πρωί να ψηθούν, μ’ αντίς, βρήκε εκεί το Μπόνα το χασάπη, με μια κοιλιά σα νταούλι γύφτικο, έκανε, λέει, να βγάλει ο Μπόνας τις πρόβειες από το φούρνο, μα βγήκε λέει, από μέσα ένα θεόρατο σινί, μ’ ένα ολόκληρο δαμάλι που ροδοψηνόταν. Τράβηξε ο Βιβής το κοπίδι, μα ξαφνικά, το δαμάλι ζωντάνεψε, και τον κλώτσησε, λέει στο στομάχι και τώρα πονούσε, λέει, πονούσε πολύ. Και μούγκριζε, λέει, το δαμάλι, μα σάμπως, απ’ τη δική του την κοιλιά και το δικό του το λαρύγγι νάβγαιναν τα μουγκρητά.

Και ξεφυσούσε και στριφογύριζε και λαρωμό δεν είχε.

Αργά το βράδυ βγήκε μια βόλτα στο Μώλο κι έριξε λιγάκι κρύο νερό στο κεφάλι του, που βούιζε και φλόγιζε.

Σαν ξαναμπήκε στο σπίτι, η αδελφή του η χήρα, μόλις είχε βγάλει από το φούρνο την μεγάλη τέντζερη με τον πατσιά και τον ξεκοκάλιζε και τον καθάριζε, η κυρά Βασιλική έφκιανε τη σάλτσα με ξύδι και ψιλοκομμένα σκόρδα.

Τα ρουθούνια του Βίβη άρχισαν ν’ ανοιγοκλειούν, μα δεν μπορούσε, δεν ένοιωθε τον εαυτό του καλά.

– Δεν ξέρου πως είμι ετσ’ μουρ’ Καλλιώπ’, είπε, έχου ετσ’ σαν αντράλα κι’ αναγούλια λέω να μη φάου απόψι.

– Μπα; και πως θα κοιμηθεί νηστικός ; οι αναγούλιες θάταν από την πείνα δεν είχε κολατσίσει το απογευματάκι, και γι’ αυτό’ να μη φάει απ’ τον περίφημο αυτό πατσιά, να ψυχοπιαστή; βράδυ ήταν,  θα κοιμόταν, και το πρωί θα σηκωνόταν περδίκι το σκόρδο και το ξύδι, θα τον έγιανε.

Κοντά στα μεσάνυχτα ο Γιάννης πάει να σκάση. Είχε μεγάλη αγκούσα, μα από τι, δεν καταλάβαινε καλά. Στο πολύ φαΐ, ποτέ δεν πήγαινε ο νους του, αυτός χώνευε άλλες φορές ολόκληρο αρνί’ γιατρό και φαρμακείο δεν ήξερε. Μα τώρα χαροπάλευε, ζητούσε τον παππά να μεταλάβει.

– Τί μι χάλασι, βογκούσε, τί μι χάλασι! θά μι μάτιασαν προυΐ – προυΐ! . .

Τρόμαξαν οι γριές, και τρέχουν στο γείτονα τους το γιατρό το Δαλάγκα, που κανενός χατίρι δε χαλούσε. Σα μπήκε στο σπίτι, ρωτώντας – ρωτώντας, κατάλαβε τι ήταν αυτό που «χάλασι» το Γιάννη μας.

Από το πρόχειρο φαρμακείο του έδωσε μερικά ανακουφιστικά και διέταξε καθάρσιο, θα ξαναπερνούσε βγαίνοντας το πρωί, να ξαναρωτήσει, και να τον πουν και πόσα χέρια ενεργήθηκε ο άρρωστος.

Με το ξημέρωμα είχεν ο Βίβης ξαλαφρώσει.

Σαν ήρθε ο γιατρός, του παράγγειλε να μη σηκωθεί εκείνη την ήμερα, και να μείνει νηστικός ίσα με το μεσημέρι που θα περνούσε να τον ξαναδεί.

– Τι να γίνει; αφού το διατάζει ο γιατρός, θα το τραβήξουμε κι αυτό! Τι να γίνει;

– Αλήθεια! και πόσα χέρια ενεργήθηκες Μπάρμπα Γιάννη ; ρώτησε ο Δαλάγκας, σαν πέρασε να τον ιδή;

– Αχ! Στιφανάκι μ’ απολογήθηκε ο Βίβης, του πρώτου πλόχειρου, πρόφτακα κι του μέτρησα, κατόπ’, τι να σ’ κάνου γιατρέ μ’; δεν πρόλαβα να ματαμιτρήσου!..

Κι αντίς, έδειξε στο γιατρό σε κάποια γωνία, ένα σκυφίδι γεμάτο.

Κατά το μεσημέρι, ο Γιάννης ο Βίβης, ξεκίνησε πάλι, κυματιστός, κυματιστός, μ’ ένα δέμα προβιές παραμάσκαλα. Θα πήγαινε κατά το Παζάρι για να τις πούληση.

Χρονιάρες μέρες ήταν και πολυέξοδες.

 Ιούλιος 1938

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 9, Ιανουάριος 1953

Advertisements