Ετικέτες

,

 Του Δημητρίου Σαλαμάγκα

Στον καιρό της Τουρκοκρατίας, την παραμονή – κι ανήμερα – της πρώτης του Μάρτη, τα Τουρκογιαννιωτόπουλα, κατά ομάδες από 10 έως 15, έβγαιναν και τριγύριζαν στην πόλη, για να πουν τ’ ανοιξιάτικα κάλαντα, να χαιρετίσουν τον -με το παλιό βέβαια ημερολόγιο- ερχομό της Άνοιξης, και το ξαναγύρισμα των λελεκιών στις πολλές των Γιαννίνων φωλιές τους, που δίναν τόσο γραφικό στην πόλη τόνο.

Μάρτη κι Μάρτη κι Μαρτηντέ

Μα … ας τα πάρουμε με τη σειρά:

Στο έθιμο αυτό, γνωστό στον υποφαινόμενο από ενθυμήσεις της μητέρας μου και άλλων παλιών γιαννιωτών και γιαννιώτισων, μου είχε Ιδιαίτερα επιστήσει την προσοχή, ο φίλος μου -τώρα μακαρίτης- τουρκογιαννιώτης Σουπχή Φερήτ Σεράβ, ο όποιος με την ευκαιρία αυτή, μου γνώρισε ταυτόχρονα ότι οι Τούρκοι στα Γιάννινα, χρησιμοποιούσαν δυό ημερολογιακούς προσδιορισμούς: έκτος δηλαδή από το σεληνιακό έτος της Εγείρας που μένει μέρες πίσω από το ηλιακό δικό μας- και το λεγόμενο Ρωμέικο, το Σενέι – Ρουμιέ, το οποίον ήταν και το επίσημο, κρατικό και οικονομικής χρήσης έτος, που άρχιζε την 1η Μαρτίου.

Αυτά όλα τα είχαμε οι δυό μας θυμηθεί, μια τελευταία Φλεβαριάτικη μέρα του 1946, αφορμή η ανοιξιάτικη όστρια, που φούσκωνε τα δέντρα και τις καρδιές, κι ανέβαζε τους χυμούς, ακόμα και στις τελευταίες γεροκούφαλες Ιτιές της παραλίας της γιαννιώτικης λίμνης, όπου και λιαζόμαστε.

Την παραμονή λοιπόν της Πρωτομαρτιάς, ομάδες από Τουρκογιαννιωτόπουλα (το έθιμο αυτό, κατά το μακαρίτη Σουπχή, μόνο στα Γιάννινα επικρατούσε), 10-15 παιδιά, παίρναν σειρά τα Τούρκικα σπίτια, και χαιρετούσαν την Πρωτοχρονιά και την Άνοιξη. Ένας απ’ αυτούς – ο επί κεφαλής – κρατούσε στη χέρια του ένα οποιοδήποτε, σχετικά μακρύ ραβδί, στην κορυφή του οποίου ήταν μπηγμένο ένα λεμόνι, -ακέριο ή και λεμονόφλουδα- ή ένα κρεμμύδι, στις σάρκες των οποίων είχαν μπήξει φτερά από κότες ή περιστέρια, καθώς και διάφορα λουλούδια της εποχής.

Οι επισκέψεις τους, γινόταν, όχι μονάχα στα σπίτια, αλλά και στα δημόσια ακόμα γραφεία- ακόμα κάποτε και στου Βαλή των Γιαννίνων, που τους είχε φιλοδωρήσει μ’ ένα μετζίτι (1/4 της χρυσής τουρκικής λίρας).

Ο χαιρετισμός της ομάδας ήταν τραγουδιστός και να τι έλεγε:

Μάρτη κι Μάρτη κι Μαρτηντέ

κι υψηλέ κι δυνατέ (1)

φέρ(ι) αυγά σαράγκινα (2)

κι άλλα σαραγκίντινα (3)

να πλιούν δώδικα

κι διάφορου τριάντα (4).

Εκείνος τον όποιο, τα παιδιά που χαιρετούσαν την Άνοιξη, τιμούσαν με την επίσκεψη τους, έπρεπε να τα φιλοδωρήσει. Συνηθέστερα, τους έδιναν κομμάτια ζάχαρη (τον καιρό εκείνο, η ζάχαρη, ερχόταν πηγμένη σε μεγάλους κώνους, κι όχι σκόνη), τούς έδιναν επίσης και ξηρούς καρπούς (σύκα, αμύγδαλα, καρύδες, λεφτόκαρα) και πισιτίλι (αποξηραμένο πολτό από κούμπλα, (όπως λέμε εδώ τα κορόμηλα) αλλά μερικές φορές, και χρήματα.

Αν τυχόν ο νοικοκύρης αργούσε λιγάκι να εκπλήρωση τας υποχρεώσεις του, οι τραγουδιστάδες της ομάδας, του το υπενθύμιζαν προτρεπτικά:

Ανξ’ τ’ν κασέλα σ’

 κι κάνι την τ’μή σ’ (5)

κι δώσ’ τ’ Μάρτ’ τίπουτι (6)

να πάει κι παρέκι. .

Μα τόσο τον οκνηρό, όσο και τον φιλότιμα πρόθυμο, τα καλόκαρδα παιδιά τους ευχαριστούσαν με τις αγνές ευχές τους:

Ηλιιλι, μπίλιιλι,(7)

να ζήσουν τα πιδοπ’λα

να φαν τα λιιλιικόπ’λα

να ζήσουν οι αφιντάδες

να φαν οι λιιλικάδες,

μέσα για μέσα χαρά

όσα γρόσια κι φλουριά

όσα καρφιά κι πέταλα

στ’ Φράγκ’ (8) του κιφάλ’.

Αν κανένας – σπάνια- έδειχνε απροθυμία στα φιλοδωρήματα, τότε η ομάδα τον καταριόταν:

Μέσα κόρζες (9)

μέσα ψείρις

μέσα κόντις (10).

Κι ήταν ικανοί, ώρες μπροστά στο σπίτι του στρυφνού νοικοκύρη να του τάζουν φωνάζοντας τα οχληρά αυτά έντομα.

Αυτής της μορφές ο χαιρετισμός της Άνοιξης, είναι πολύ αρχαίος, αλλά Ελληνικός, εκείνο πού είναι άξιο ιδιαίτερου σημειώματος, είναι ότι, ο χαιρετισμός αυτός, γινόταν, μόνο από τα Τουρκογιαννιωτόπουλα, και μονάχα στα Γιάννινα – όχι δηλ. σε άλλα μέρη της Τουρκοκρατούμενης Βαλκανικής. Άλλου όμως της ελεύθερης Ελλάδας, παρόμοιος χαιρετισμός, γινόταν -κι ίσως ακόμα να γίνεται- από χριστιανόπαιδα, που ο αρχηγός τους, κρατούσα στα χέρια ένα παρόμοιο σφαιροειδή στεφάνι από λουλούδια (11).

Σημειώσεις

  1. Η επίκληση αυτή, πιθανό να υποδηλώνει καμιά θεότητα της Άνοιξης, και να είναι σημάδι κι απομεινάρι παλιάς λατρείας κι αντίστοιχης γιορτής. Ο Μάρτης, και για τους Ρωμαίους ακόμα, ήταν ο πρώτος μήνας της χρονιάς κι υποδήλωνε (λατινικά Mars) το Θεό Άρη.

2. Τα αυγά αυτά, δεν είναι δυνατό, παρά να αναφέρονται ατά αυγά του Χριστιανικού Πάσχα, το όποιο με το παλιό ημερολόγιο, έπεφτε πολύ συχνά το Μάρτη, η λέξη σαράγκινα, πιθανότατα έχει σχέση με το σαρακιανοί. Σαρακηνούς ονόμαζαν στο Μεσαίωνα τους Άραβες επιδρομείς, και γενικότερα τους μουσουλμάνους της Αφρικής και της Ευρώπης, η ονομασία προέρχεται από τη λέξη σιαρκή, που σημαίνει ανατολή, είναι γνωστό, ότι οι Μουσουλμάνοι σαν Ιερή τους σημαία, έχουν το κόκκινο μπαϊράκι, σαρακινία επίσης ονομάζεται κι ένα φυτό του οποίου τα κωνοειδή φύλλα, έχουν συχνά ζωηρά χρώματα, όλα αυτά, μπορεί να έχουν σχέση με το κόκκινο χρώμα, με το όποιο εμείς, ή τους ποικιλόχρωμους χρωματισμούς, με τους οποίους άλλοι βάφουν τα πασχαλινά αυγά. Οι Τουρκογιαννιωτες βέβαια, είναι λίγο παράδοξο να δεχτούμε ότι έβγαιναν να παρακαλέσουν το Θεό της Άνοιξης να τους φέρει γρήγορα το Χριστιανικό Πάσχα, μα πρέπει να σκεφτούμε ότι, οι περισσότεροί τους, προερχόταν από εξισλαμισμένους χριστιανούς των άρχων του 17ου αιώνα, ότι στα σπίτια τους, μιλούσαν όλοι τα Ελληνικά, και ότι και τα θρησκευτικά τους ακόμα τραγούδια, ήταν γραμμένα στην Ελληνική γλωσσά, με χαρακτήρες όμως Αραβικούς, (βλ. Δ. Σαλαμάγκα «Μια Γιαννιώτικη Ομολογία», στο περιοδικό Αθήνας Ηπειρ. Ζωή τεύχος 6, Δεκέμβρης 1946). Έτσι, δε θα μπορούσε κανένας ν’ απόρριψη εντελώς την εκδοχή ότι, τα Τουρκογιαννιωτόπουλα, συνεχίζοντας παλαιότατο έθιμο κι επαναλαμβάνοντας το τραγούδι της υποδοχής της Άνοιξης, χρησιμοποιούσαν τα ίδια λόγια που έλεγαν στην περίσταση αυτή τα Χριστιανόπουλα των Γιαννίνων, πριν τα Γιάννινα υποταχθούν οριστικά στους Τούρκους.

3. Οι ίδιες παρατηρήσεις, όπως κι αμέσως πιο πάνου.

4. Πιθανό ευχή, να γίνεται τζίρος δώδεκα μήνες το χρόνο, και τα κέρδη να ανεβαίνουν στα τριάντα της εκατό, άξιο σημειώσεως επίσης ότι, ,και οι δυο αυτοί αριθμοί, ανταποκρίνονται προς τις ημερολογιακές υποδιαιρέσεις της χρονιάς σε δώδεκα μήνες, και του μήνα σε τριάντα μέρες,

5. Η λέξη αυτή, μας θυμίζει την άλλη λέξη φιλοτιμιά που μεταχειριζόταν στα Γιάννινα για να χαρακτηρίσουν το φιλοδώρημα – το οποίο έδιναν – σαν έφερνε στο σπίτι, καινούργια ρούχα, παπούτσια, κανίσκια, παντεσπάνι, δώρα κτλ.- στον κομιστή του, αν παρουσιαζόταν ανάγκη, ο κομιστής την υπενθύμιζε: δο’ μ’ τ’ φιλουτ’ μια μ’.

  1. Την τιμή αυτή, τα παιδιά τη ζητούσαν σαν εκπρόσωποι, σα να ήταν αυτά, ο ίδιος ο Μάρτης  που τριγυρνούσε στα σπίτια αναγγέλλοντας την άνοιξη και ζητώντας την αμοιβή του για τα δώρα της, που έφερνε μαζί του.
  1. Το ήλιιλι μπιλιιλι, μας θυμίζει κάπως τους κιρκινέζους, τα γυποειδή αυτά πουλιά, τα τόσο χρήσιμα στη γεωργία, που στα Γιάννινα τα λέμε κιλιιλάδες, από τη φωνή κίλιιλι, κίλιιλι που βγάζουν. Οι κιλιιλάδες και τα λελέκια, είναι τα πρώτα αποδημητικά πουλιά που γυρίζουν στα Γιάννινα, και πριν από τα χελιδόνια, μου θυμίζει όμως και τα ξεφτίσματα – όσα απόμειναν στη μνήμη μου- ενός από τα Αναρίθμητα παραμύθια που μού έλεγε στα μικρά μου χρόνια μια καλέτατη γρηά συγγένισσά μου, η Κυρά-Καλλιόπη του Μπαλού – για το γένος Γούδα, όπως τώρα κρίνω, τα παραμύθια αυτά, είχαν μέσα τους ανεκτίμητα λαογραφικά και άλλα στοιχεία. Σ’ ένα τους, όπου κάποια καταδιωγμένη βασιλοπούλα ή άλλη κυνηγημένη νεαρή ύπαρξη, αγωνιούσε,  σε στιχουργημένο τμήμα του παραμυθιού για το τί θα γινόταν και που θαύρισκε σωτηρία,  από κάπου – που να το θυμηθώ αυτό τώρα;- της  ερχόταν μια, έμμετρη επίσης απάντηση, που άρχιζε με τις λέξεις: Σ’ τ’ς ήλιιλις, σ’τ’ς μπίλιιλις, σ’τ’ς κρουστάλλιένις βρύσις. Και μου μένει η εντύπωση ότι, οι προστάτριες αυτές τουύ παραμυθιού, πρέπει να ήταν πλάσματα, έξω από τον ανθρώπινο κύκλο: ξωτικιές, ή κάτι ανώτερο ακόμα, ένα είδος αγγελικών θεοτήτων, που προστάτευαν τους καλούς και τους καταδιωγμένους. Απ’ όλα όμως  αυτά που αναφέρω εδώ, ένα μόνο θεωρώ σταθερό και βέβαιο, ότι στο παραμύθι εκείνο, υπήρχε αυτός ο στίχος, που άρχιζε με τις ήλιιλιις μπίλιιλιις. Πιστεύω ότι με τα υπερφυσικά αυτά όντα του παραμυθιού έχει περισσότερη σχέση το ήλιιλι, μπίλιιλι του Μαρτιάτικου κάλαντου, παρά με τους κιλιιλάδες, όσο δήποτε χρήσιμα πουλιά κι αν είναι.

8. Δε συμφωνώ με το Σουπχή, ότι Φράγκο εδώ η ομάδα εννοούσε, κάθε μη πιστό, κατά συνέπεια και το Ρωμηό γκιαούρη, φράγκους απόπαιρναν, και πετροβολούσαν κάποτε, τα τουρκόπουλα στα Γιάννινα, όποιους φορούσαν καπέλο, και οι Τούρκοι φράγκους εννοούσαν υποθέτω, μόνο τους ξένους, ευρωπαίους και καθολικούς κλπ. τους Έλληνες, τούς ονομάτιζαν γκιουνάνους. Κι οι Βυζαντινοί μισούσαν, ακόμα περισσότερο από τους Τούρκους, τους Φράγκους του τότε, για γνωστούς ιστορικούς λόγους, κι ίσως η κατάρα αυτή του Μαρτιάτικου κάλλαντου να είναι κληρονομημένη από αντίστοιχο Βυζαντινό στιχούργημα.

9 και 10. Κόρζις λέμε στα Γιάννινα τούς κορέους, κόντις δε τα αυγά που αποθέτουν στα μαλλιά οι ψείρες.

  1. Γενικά πιστεύω πως, η πανηγυρική αυτή υποδοχή της Άνοιξης από τον παιδικό κόσμο των Γιαννίνων, έχει πολύ παλιές τις ρίζες της και ότι με το, πέρασμα των καιρών, στα σχετικά τραγούδια, έχουν κατά καιρούς προστεθεί όλο και νεώτερα στοιχεία, υπολείμματα δε όλων αυτών, που έχουν γίνει δυσνόητα, είναι τα τραγουδάκια που περίσωσε η μνήμη των παλαιοτέρων μας.

 

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 11, Μάρτιος 1953

Advertisements