Ετικέτες

Του Μιχάλη Οικονομίδη

Κατά το έτος 1960-61 η νεανική παρέα Γυμνασιοπαίδων γειτονικών και φίλων, της οδού Δεσποτάτου Ηπείρου στα Ιωάννινα και ιδιαίτερα οι αδελφοί Βασίλειος και Ματθαίος Ζινδριλής και ο Ιωάννης και  Βασίλειος Τσελεπής καθώς και ο γράφων, που διέμενε σε γειτονιά της οδού Τσακάλωφ (οικία Τσιάρα), συνέλαβαν την ιδέα της κατασκευής μεγάλου μεγέθους κεφαλών κατά τα πρότυπα του εντυπωσιακού καρναβαλιού των Πατρών.

Η ιδέα να σατιρίσουν πρόσωπα κάποιων καθηγητών του Γυμνασίου τους εγκαταλείφθηκε γρήγορα, καθώς αναλογίστηκαν τις βαρύτατες συνέπειες του εγχειρήματος τόσο εκ μέρους του σχολείου όσο και εκ μέρους των οικογενειών και της μικροκοινωνίας των Ιωαννίνων.

Η υλοποίηση του έργου άρχισε με πρωτοστάτη τον εμπνευστή Βασίλειο Ζινδριλή, που είχε ιδιαίτερη ικανότητα στις συρμάτινες κατασκευές, μαζί με τους αδελφούς Ιωάννη και Βασίλειο Τσελεπή και τον γράφοντα. Το δύσκολο πρόβλημα της μεγάλης συμπαγούς αλλά συνάμα ελαφράς και φορητής κατασκευής, λύθηκε σταδιακά μέσω της εφευρετικότητας, των αυτοσχεδιασμών, της πολυπραγμοσύνης και της ευελιξίας των δημιουργών. Η σύλληψη, η μέθοδος, τα υλικά, η χρήση, η σύνδεση, ο τρόπος εφαρμογής και λειτουργίας, μας οδήγησαν, έτσι ώστε τα υπερμεγέθη έργα να είναι στερεά, ελαφρά, εντυπωσιακά, ευκολοφόρητα, ακίνδυνα και λειτουργικά. Το γνωμικά «η ανέχεια αναπτύσσει το πνεύμα» επαληθεύτηκε πλήρως. Ως υλικά -με δεδομένη την απουσία των σημερινών αλλά και την ανύπαρκτη αγοραστική ικανότητα- δεν απέμεναν παρά τα λεγόμενα άχρηστα-πρόχειρα και περιστασιακά. Δηλαδή το παλιό σύρμα (για τον κλωβό του σκελετού), το χαρτί, η ζυμαρόκολλα, και ο σπάγκος για την κάλυψη των κενών και την δημιουργία ανάγλυφων μερών της κεφαλής και του λαιμού. Τα υλικά αυτά ήταν δοκιμασμένα από τους μεγάλους χαρταετούς μας για τους οποίους θα αφιερωθεί ιδιαίτερο κείμενο.

Ιδιαίτερη δυσκολία είχε το δυσεύρετο σύρμα (χοντρό και λεπτό), το οποίο εξασφαλιζόταν παράνομα τη νύκτα με αφαίρεση από τους φράχτες αμπελώνων και οικοπέδων της περιοχής, γύρω από την τοποθεσία Εβρέϊκα Μνήματα (γεμάτη τότε με παράγκες ανταρτοπλήκτων και βορειοηπειρωτών), στην οποία κατέληγε η τότε οδός Δεσποτάτου Ηπείρου. Το χαρτί προερχόταν από άχρηστες εφημερίδες, σακούλες τροφίμων, περιτυλίγματα, και ιδιαίτερα της εγκυκλοπαίδειας «ΗΛΙΟΣ», την οποία κατά φυλλάδια αγόραζε ο διδάσκαλος Χριστόδουλος Ζινδριλής, πατέρας του Βασίλη και Μάνθου, της πολυμελούς οικογενείας των Ζινδριλαίων, Ζαγορισίων την καταγωγή, όπως και του γράφοντος, από Ελαφότοπο. Η ζυμαρόκολλα ήταν μείγμα αλεύρου και νερού από τα σπιτικά υλικά παρασκευής ψωμιού των μητέρων των δύο οικογενειών: κυρά-Ευρυάνθης Ζινδριλή και κυρά-Μαρίνας Τσελεπή. Τέλος υπήρχε μία και μόνο σκουριασμένη τανάλια, και τα επιδέξια δάκτυλα μας. Τόπος εργασίας ήταν ο πάνω κήπος του αρχοντικού σπιτιού της αρχόντισσας κυρά-Βούλας (την λέγαμε Μαντάμ), στο οποίο ενοικίαζε η οικογένεια Χριστοδούλου Ζινδριλή, καθώς και άλλες τρεις οικογένειες. Σε ένα παράσπιτο (φυλάκιο εισόδου του σπιτιού) διέμενε η κυρά-Ευδοξία, πρόσφυγα Μικράς Ασίας, η οποία ζούσε πουλώντας λαχανικά.

Για την υλοποίηση της δύσκολης και πρωτότυπης αυτής δημιουργίας κατασκευάσαμε συρμάτινο σκελετό κλωβό με ανάλογες προεξοχές στη μύτη, πηγούνι, στόμα, αυτιά, φρύδια και μαλλιά Σχ. 1. Πρώτα τα δύο βασικά περιγράμματα πλάγιας (1α) και πρόσθιας (1β) όψης μαζί με τον κώνο του λαιμού (1 γ). Συνδέσαμε κατόπιν τα δύο περιγράμματα με τη βοήθεια του κώνου του λαιμού (2α) και στη συνέχεια με λεπτότερο σύρμα πυκνώσαμε τα κενά με οριζόντιες (2α) και κατακόρυφες 2β) φέτες σύμφωνα με τα εξώγλυφα και εσώγλυφα χαρακτηριστικά του κεφαλιού. Η πλοκή των οριζοντίων και κατακόρυφων περιγραμμάτων θύμιζε τη γήινη σφαίρα με τους μεσημβρινούς και τους παραλλήλους.

1

Επενδύσαμε το σύνολο με κομμάτια χαρτιών βουτηγμένα σε αλευρόκολλα. Μετά την ξήρανση το βάψαμε με μπιζίρια (ελαιοχρώματα) και έτσι εξουδετερώσαμε και συνέπειες πιθανής βροχόπτωσης. Το μεγάλο κεφάλι είχε ύψος 1,20 μ. τα άλλα 0,70 μ. Με ιδιαίτερους εσωτερικούς χειρισμούς σπάγκων, το μεγάλο ανοιγόκλεινε το στόμα, έβγαζε τη γλώσσα και έκανε υποκλίσεις σε όσους έριχναν χαρτοπόλεμο. Το μεγάλο κεφάλι εφόρεσε ο Βασίλειος Ζινδριλής, το δεύτερο σε μέγεθος ο Ιωάννης Τσελεπής και το τρίτο ο αδελφός του Βασίλειος Τσελεπής. Οι τρεις δηλαδή ψηλότεροι και εξέχοντες της συντροφιάς, αλλά και αναγνωρισμένοι αθληταί.

2

Το υπόλοιπο σώμα κατά περίεργο και αξιοερεύνητο τρόπο, ήταν όχι μόνο αμασκάρευτο αλλά καλοντυμένο με γιορτινά κοστούμια και γραβάτες. Ασφαλώς υπήρχε και η αιτιολογία προσέλκυσης θηλυκών βλεμμάτων. Τα κοστούμια ήταν με σταυρωτά σακάκια, κατά τη μόδα της εποχής. Του Βασίλη Ζινδριλή το είχε ράψει ο συγχωριανός μας (από Ελαφότοπο Ζαγορίου) Κώστας Κωστάντης στο ραφείο του στην Καραβατιά, ενώ των αδελφών Τσελεπή ο ράφτης Βασιλίκας που είχε ραφείο σε μια παράγκα απέναντι από την Εμπορική Σχολή στο δρόμο προς το Στάδιο. Το πρωί της Κυριακής της Αποκριάς 1960-61 συγκεντρώθηκε όλη η συντροφιά και μετέβηκε στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, όπου είχε ήδη αρχίσει η καθιερωμένη βόλτα, αλλά με πλήθος μασκαράδων κάθε ηλικίας. Εκτός των τριών μασκαρεμένων μας, στην υπόλοιπη παρέα -τιμητική συνοδεία-ήταν: ο Μιχάλης Στάρρας από Κάτω Πεδινά, ο Σάκης Βλέτσας, ο Ματθαίος Ζινδριλής, ο Γρηγόρης Τσελεπής (τρίτος αδελφός), ο Ναπολέων Οικονόμου, και ο γράφων.

Η υποδοχή ήταν απερίγραπτη, βροχή ο χαρτοπόλεμος και δικαιολογημένα, αφού τα έργα μας είχαν υπερβεί τη συνηθισμένη κλίμακα, τα μέτρα και τα σταθμά της τότε μικροκοινωνίας των Ιωαννίνων, της οποίας η έκπληξη και ο θαυμασμός άγγιζε την υπερβολή, αλλά και τροποποιούσε τις παραδοσιακές δομές του καρναβαλιού και της Αποκριάς. Το γενικό ύψος των κεφαλιών ήταν 2,80 μ.! Κάναμε 3-4 βόλτες πάνω-κάτω ξεκινώντας από τον κινηματογράφο «ΕΣΠΕΡΟ» τωρινό Δικαστικό μέγαρο, μέχρι το Κάστρο, όπου κατέβαιναν τα κεφάλια άδειαζαν το χαρτοπόλεμο τον οποίο μοιραζόμαστε, και ξεκουραζόμαστε. Το ίδιο έγινε και το απόγευμα, στην πλατεία και τις φωτιές. Ήταν η πρώτη αλλά και τελευταία φορά που κυκλοφόρησε στην πόλη μας τέτοιο θέαμα. Για ανάμνηση βγήκαν φωτογραφίες στην περιοχή Εβρέϊκα Μνήματα με τους «κεφάλες – κεφαλάδες – κεφαλάρες, καζάνες – καζανοκέφαλους, καρνάβαλους – καρναβαλοκέφαλους, ταγάρες – ταγαροκέφαλους και χοντροκέφαλους», όπως τους ονοματίζαμε, στους ώμους αλλά και στο έδαφος. Έτσι η ταύτιση προσώπων και κεφαλάδων είναι αναμφισβήτητη.

Βασίλειος Ζινδριλής και Μιχάλης Στάρρας

Βασίλειος Ζινδριλής και Μιχάλης Στάρρας

Τέλος κατάκοποι και ιδρωμένοι, αλλά άκρως ικανοποιημένοι από την ανεπάντεχη υποδοχή και επιτυχία του εγχειρήματος, τοποθετήσαμε τα κεφάλια στο υπόγειο του αρχοντικού σπιτιού της κυρά-Βούλας, προβλέποντας επαναχρησιμοποίηση τους τις επόμενες Αποκριές.

Δυστυχώς το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου τραγικό συμβάν έπληξε την οικογένεια Τσελεπή και τη συντροφιά μας. Ο Βασίλης Τσελεπής, σεμνός και ευσταλής αθλητής στο σώμα (ακοντιστής) και την ψυχή,  έφυγε από τη ζωή κολυμβώντας στην Λίμνη μετά το τέλος των εξετάσεων του Ιουνίου. Τότε ο πατέρας του κύριος Αριστείδης, δημοτικός υπάλληλος έβγαλε αντίγραφα των δημοσιευμένων φωτογραφιών και τα εμοίρασε στη μνήμη του γιου του.

Βασίλειος και Ιωάννης Τσελέπης

Βασίλειος και Ιωάννης Τσελέπης

Έκτοτε έπαυσε οριστικά κάθε δραστηριότητα εθίμων, παιγνίων και αναψυχής. Άρχισε η αναζήτηση εργασίας και οι σπουδές. Τα κεφάλια εγκαταλείφθηκαν οριστικά, μέχρι που εξαφανίστηκαν κατά την κατεδάφιση του πανέμορφου αρχοντικού αυτού σπιτιού, μετά το θάνατο της κυρά-Βούλας και της κυρά-Ευδοξίας, για να ανεγερθεί η πολυκατοικία στη μετονομασμένη πλέον οδό Δοσιθέου Φιλίτου 29. Στην οδό αυτή (πρώην Δεσποτάτου Ηπείρου) δύο μόνο σπίτια παρέμειναν στην αρχική τους μορφή (τα Σαρρέικα), όλα τα άλλα «αξιοποιήθηκαν» και οι άνθρωποι σκόρπισαν σε άλλες απρόσωπες γειτονιές. Αλλά η νοσταλγία παρέμεινε… μαζί με τις φωτογραφίες… που κάθε χρόνο επαναφορτίζουν τις μνήμες μας…

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας»

Advertisements