Ετικέτες

Του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε,

εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.

Η μάννα σφίγγει το παιδί βαθιά στην αγκαλιά της,

Γιατί είναι χρόνοι δίσεκτοι και τρέμει μην το χάσει.

Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.

Ο ύπνος είναι θάνατος και μνήμα το κρεβάτι

Κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι.

Άγρυπνος ο Αλή πασάς, ακόμη δε νυστάζει,

κι εις ένα δέρμα λιονταριού βρίσκεται ξαπλωμένος.

Το μέτωπό του είναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο

Και τόβαλεν αντίστυλο το χέρι του, μην πέσει.

Χαϊδεύει με τα δάκτυλα τα κάτασπρα του γένια,

που σέρνονται στου λιονταριού την τρομερή τη χαίτη.

Αγκαλιασμένα τα θεριά, σου φαίνονται πως έχουν

ένα κορμί δικέφαλο, το μάτι δε γνωρίζει

ποιο τάχα ναν’  το ζωντανό και ποιο το σκοτωμένο.

Advertisements