Ετικέτες

,

Του Δημητρίου Κοράκη

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, αρχές Γενάρη, όλοι οι Γιαννιώτες μεγάλοι και μικροί περιμένουν και ετοιμάζονται με ιδιαίτερη ευαισθησία να γιορτάσουν στις 17 του μήνα την τοπική θρησκευτική γιορτή του Νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου, πολιούχου της πόλης μας. Υπάρχει σε όλους μας έντονα το θρησκευτικό συναίσθημα για τη γιορτή του Αη-Γιώργη, γιατί έζησε, μαρτύρησε και άγιασε στην πόλη των Γιαννίνων με τόσες μαρτυρίες, με τις οποίες γαλουχήθηκαν πολλές γενιές Γιαννιωτών μαζί με τις άλλες ιστορίες, θρύλους και παραδόσεις αυτής.

Το σπίτι Του, η εκκλησία Του, ο τάφος Του και τα λείψανα Του είναι τόσο συνδεδεμένα με τη ζωή αυτών που ζούμε στα Γιάννινα, ώστε πολλές φορές αισθανόμαστε την ανάγκη να πάμε σ’ αυτά και ν’ ανάψουμε ένα κερί στη χάρη Του. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Γιαννιώτες που ζουν μακριά από την πόλη μας, στην ξενιτιά και ιδιαίτερα τη μέρα της γιορτής Του πηγαίνουν σε ειδικές λειτουργίες που κάνουν οι Σύλλογοι τους στην πόλη που κατοικούν ή και μεμονωμένα στην εκκλησιά της γειτονιάς κι ανάβουν το κερί τους, ενώ η σκέψη τους φτερουγίζει στα Γιάννινα κοντά στα μέρη που είναι συνδεδεμένα με τον Άγιο και συμμετέχουν νοερά στη λιτανεία των λειψάνων και της εικόνας Του.

Προσωπικά ζω έντονα τα συναισθήματα της περιόδου αυτής γιατί γεννήθηκα και μεγάλωσα κοντά στο σπίτι του Αγίου Γεωργίου και αισθάνομαι ότι αυτό είναι αναπόσπαστο στοιχείο με τη ζωή μου, γι’ αυτό κι αυτές τις μέρες οι θύμησες κατακλύζουν την ψυχή μου, γύρω από τη διαμονή και τη ζωή της οικογένειας μου στη γιορτάσιμη γειτονιά τ’ Αη-Γιώργη με επικράτηση των παιδικών αναμνήσεων.

Θυμάμαι όταν ήμουν πολύ μικρός μέναμε σ’ ένα παλιό ισόγειο σπίτι που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Αγίου με πρόσοψη στο δρόμο που οδηγεί σ’ αυτό (οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου τότε και Παναγιώτη Μαυρογιάννη σήμερα). Η ξύλινη χοντρή αυλόπορτα με το μάνταλο και τη μεγάλη κλειδαριά που άνοιγε ή έκλεινε μ’ ένα μεγάλο και βαρύ σιδερένιο κλειδί είχε σκεπή με μαυρόπλακες και ήταν μισοσκεπασμένη από μία αναρριχώμενη τριανταφυλλιά, που όταν άνθιζε μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά. Τα παραθύρια του καθιστικού δωματίου έβλεπαν στο δρόμο και είχαν καφασωτές σιδεριές, όπως είχαν τότε τα περισσότερα σπίτια της μικρής μας πόλης, που σήμερα θέριεψε.

Πολλές μέρες προτού έρθει η μέρα της γιορτής άρχιζε ένας ασυνήθιστος οργασμός στο σπίτι μας που ξεκίναγε πρώτα από την καθαριότητα και το άσπρισμα με ασβέστη από τις γυναίκες του σπιτιού την κυρά-μάνα (γιαγιά), τη μάνα και την μικρή τότε αδελφή (για να μαθαίνει, όπως έλεγαν) της πρόσοψης, των τοίχων που έβλεπαν στην αυλή, του μανδρότοιχου που χώριζε το σπίτι μας από το σπίτι της οικογένειας Τζαμίχα και τους τοίχους του χαγιατιού με τα πεζούλια, που ήταν στρωμένος με μαυρόπλακα, η οποία έπαιρνε κείνο το μολυβδοπράσινο χρώμα όταν την έτριβαν με τη χοντρή και σκληρή βούρτσα του πατώματος.

Επίσης γινόταν ιδιαίτερος καθαρισμός των μαγκαλιών με λεμονόκουπες και καθαρή στάχτη, που άστραφταν, του καλού για το σαλόνι και του καθημερινού με τάβλα, που εχρησιμοποιείτο για το ζέσταμα της οικογένειας στο καθιστικό δωμάτιο.

Στα δωμάτια, λόγω του χειμώνα και του κρύου, γινότανε μόνο ξεσκόνισμα και στρώνανε τα γιορτινά στρωσίδια, με ιδιαίτερη επιμέλεια στο δωμάτιο, που χρησιμοποιόταν για σαλόνι και στο οποίο δεν μας αφήνανε εμάς τα παιδιά να μπούμε, για να μη το λερώσουμε και τσαλακώσουμε τα κεντήματα που έστρωναν στο τραπέζι, στα τραπεζάκια, στον κομό και στην κονσόλα με τον καθρέφτη, καθώς και τις κολλαρισμένες και κοφτά κεντημένες κουρτίνες και τα πλεκτά με παραστάσεις μπερτεδάκια, που κρέμαγαν τότε στα παραθυρόφυλλα.

Όλα αυτά γινότανε, γιατί στο σπίτι μας έρχονταν πολύς κόσμος κυρίως για τρεις μέρες, δηλαδή την παραμονή της γιορτής, την ημέρα της γιορτής και την επόμενη, που γιόρταζε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, εορτής του Αγίου Αθανασίου, καθώς και τις επόμενες ημέρες, που έρχονταν όσοι δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να προσκυνήσουν τον Άγιο και να πουν τις ευχές για τη γιορτή του πατέρα.

Επειδή αυτές τις μέρες εκτός από τους συγγενείς και φίλους που έρχονταν για απλή επίσκεψη, όταν πήγαιναν την παραμονή στην αγρυπνία ή να προσκυνήσουν τον Άγιο στο εκκλησάκι του σπιτιού Του, ή να κάνουν σεργιάνι από το σπίτι μας κατά τη λιτάνευση της εικόνας Αυτού ή στη γιορτή του πατέρα, ήταν κι άλλοι που έρχονταν και κάθονταν όλη μέρα με γεύμα (πουρνήσιοι), γι’ αυτό λαμβάνονταν μέριμνα για καλό και πολύ φαγητό.

Οι προμήθειες λοιπόν ήταν αυξημένες αυτή την περίοδο για να μη λείπει τίποτε από το σπίτι σε τρόφιμα, γλυκά, ποτά και καφέ. Έτσι θυμάμαι στο μαγειρείο, που ήταν έξω από το σπίτι, στο βάθος της αυλής, η φωτιά δεν έλειπε από την αγωνίστρα, γιατί εκεί θα ψηνόταν ο καφές στον ψήστη, που στη συνέχεια θα κοπανιζόταν στο μεγάλο πέτρινο γουδί με το με-γάλο σιδερένιο στούμπο, εκεί θα γινόταν το γλυκό της εποχής (κίτρο ή νεράντζι φλούδα), που μαζί με τα γλυκά που είχαν γίνει το καλοκαίρι (βύσσινο, βερίκοκο, σύκο, κυδώνι κλπ.) θ’ αντιμετωπίζονταν οι αυξημένες ανάγκες κεράσματος των επισκεπτών, έστω κι αν την ημέρα της γιορτής του πατέρα προσφερόταν σαν γλυκό το σεκίρ-μπουρέκι, που αγοράζονταν ύστερα από παραγγελία στο ζαχαροπλαστείο-εργαστήρι του Τσεκούρα.

Επίσης στην κουζίνα έβραζαν τα σιρόπια για τον γιαννιώτικο μπακλαβά και τη ρεβανί και στη συνέχεια τα φαγητά της εποχής, όπως το κρέας πρασοσέλινο, τα γιαπράκια κλπ., και επειδή η μία πυροστιά δεν έφτανε, έμπαινε άλλη δίπλα για να γίνει το δεύτερο φαγητό ή ανάβονταν η φουφού με κάρβουνα στο χαγιάτι.

Πέρα όμως από τις παραπάνω ετοιμασίες η οικογένεια ετοιμαζόταν και ψυχικά για τον ερχομό της μεγάλης για την πόλη μας και ιδιαίτερα τη γειτονιά γιορτής. Αυτό οφείλονταν στην αυξημένη θρησκευτικότητα που είχαν τότε οι μεγάλοι του σπιτιού μας, και της γειτονιάς, η οποία μεταδίδονταν και στους μικρούς. Όλοι οι μεγάλοι και κοντά σ’ αυτούς κι εμείς τα μικρά βγαίνοντας τα πρωινά από το σπίτι, γυρίζαμε προς τη μεριά του σπιτιού του Αγίου κάνοντας το σήμα του σταυρού, ενώ η κυρά-μάνα και η μάνα ψέλλιζαν προσευχές και παρακλήσεις για υγεία και προκοπή. Αυτό γινότανε απ’ όλους κάθε πρωί και ύστερα ξεκινάγανε για τις καθημερινές τους δουλειές.

Προτού από τη γιορτή κανόνιζε η μάνα με την καλόγρια του σπιτιού του Αγίου και πηγαίναμε να κοιμηθούμε στο εκ-κλησάκι Του, όπως έκαναν κι άλλες οικογένειες. Θυμάμαι ότι αποβραδίς πηγαίναμε εμείς τα μικρά και οι γυναίκες του σπιτιού στον Άγιο κι αφού στρώναμε από κάτω καινούργια ψάθα καμωμένη από παπύρια της λίμνης μας, που είχε αγοράσει ο πατέρας από τους νησιώτες του Νησιού αυτής, στρώνανε μετά χοντρή κουβέρτα ή τσελτέ και πάνω τους ξαπλώναμε ο ένας δίπλα στον άλλο και σκεπαζόμαστε με κουβέρτες. Εγώ σαν μικρότερος κοιμόμουν δίπλα στη μάνα, κι ενώ το κεφάλι μου στριφογύριζε στο μαξιλάρι κοιτάζοντας πότε το ταβάνι, πότε την εικόνα της Παναγίας, πότε την εικόνα του Χριστού, πότε την εικόνα του Αγίου, που τον έδειχνε ζωντανό με φουστανέλα και κρεμασμένο και κατέληγε το βλέμμα μου στο κόκκινο γιλέκο με το ρολόι του Αγίου, εκείνη προσπαθούσε με ιστορίες γι’ Αυτόν να με κοιμίσει, ενώ το εκκλησάκι φωτιζόταν μόνο από το τρεμάμενο φως των καντηλιών. Το επόμενο πρωί μας σήκωναν πολύ γρήγορα για να μαζέψουν τα πράγματα, γιατί ερχόταν ο παπάς και έκανε μια μικρή λειτουργία, κατά την οποία μεταλαβαίναμε όλοι και φεύγαμε για το σπίτι, τρώγοντας στο δρόμο το κομμάτι από ζυμωτή και φρέσκια λειτουργία, που μας είχε δώσει η καλόγρια.

Την παραμονή της γιορτής κι ενώ οι εργάτες και οι οδοκαθαριστές του Δήμου με τις μεγάλες τσακνένιες σκούπες έκαναν το τελευταίο καθάρισμα του δρόμου, ο κόσμος άρχιζε να έρχεται στο σπίτι του Αγίου, για προσκύνημα, που απ’ έξω ήταν στολισμένο με δάφνινες γιρλάντες στις πόρτες και τα παράθυρα, με σημαίες σαν λάβαρα στις γωνιές του και στις κολώνες του δρόμου, με σημαιούλες διαφόρων ειδών και με λαμπιόνια, που τόνιζαν περισσότερο τη γιορτάσιμη αυτή μέρα.

Η εικόνα του Αγίου στολισμένη με φρέσκα γαρύφαλλα ήταν τοποθετημένη στην αριστερή πλευρά της μικρής εκκλησιάς του σπιτιού και δίπλα η καλόγρια με βαμβάκι, που ήταν τοποθετημένο σε ξυλάκι, σταύρωνε στο μέτωπο όλους τους προσκυνητές που πέρναγαν και ασπάζονταν την εικόνα, αφού το βουτούσε στο λάδι ενός καντηλιού που έκαιγε συνέχεια δίπλα σ’ αυτή.

Εμείς τα παιδιά αφού είχαμε περάσει και προσκυνήσει την εικόνα Του, ανάβοντας με ευλάβεια το κεράκι μας, περιμέναμε απ’ έξω ν’ αρχίσει η αγρυπνία. Αυτή δεν άργησε ν’ αρχίσει με πολύ κόσμο μέσα και έξω από το σπίτι του Αγίου, που με μεγάλη κατάνυξη παρακολουθούσε την ιεροτελεστία και όλοι, ιερείς, ψαλτάδες και προσκυνητές ψέλνανε στο τέλος το τροπάριο του Αη-Γιώργη.

Αφού πήραμε σιτάρι από την ωραία και μεγάλη απλάδα και κομμάτι απ’ τους άρτους που είχαν στην αγρυπνία, φύγαμε όλοι για το σπίτι και μαζευτήκαμε, λόγω κρύου, στο μπάσι κοντά στο μαγκάλι μέχρις ότου κοιμηθούμε. Εκεί ο πατέρας και η μάνα άρχισαν να μας διηγούνται ιστορίες και θαύματα του Αγίου, όπως τα είχαν ακούσει κι αυτοί από τους γονείς τους.

Εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει τότε σαν παιδί κι ακόμα μου μένει στη θύμιση είναι και το παρακάτω που μας είχε διηγηθεί η μάνα: «Κάτω από το σπίτι του Αγίου Γεωργίου υπήρχε το σεράι του Τούρκου μπέη Σέη, που ήταν ιδιοκτήτης όλης σχεδόν της παραλίμνιας περιοχής από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κοπάνων μέχρι το χάνδακα του Μάτσικα, περιοχή ύστερα από την απελευθέρωση των Γιαννίνων των μποστανιών της πόλης μας. Ήταν υποχρεωτικό τότε όλοι και όλες που πήγαιναν στο σεράι, εκτός από το προσκύνημα, να φιλάνε και το χέρι της γυναίκας του Σέη. Την ημέρα λοιπόν και μάλιστα την ώρα που ο Άγιος άφηνε την τελευταία του πνοή απ’ έξω από την κύρια πύλη του Κάστρου, όπου τον είχαν κρεμάσει οι Τούρκοι, εμφανίστηκε από θαύμα ένα καντήλι να καίει πάνω από το κεφάλι Του και συγχρόνως ένα πάνω από το σπίτι Του.

Μεταξύ των άλλων, που αντελήφτηκαν το καντήλι πάνω από το σπίτι, ήταν και η Μπέαινα, η οποία έστειλε αμέσως μια δούλα του σεραγιού να φωνάξει τη γυναίκα του Αγίου, για να μάθει τα καθέκαστα. Εκείνη μετά από λίγο έφτασε στο σεράι κι ενώ έσκυψε να φιλήσει το χέρι της γυναίκας του Σέη της έτρεξε αίμα από τη μύτη κι έτσι δεν το φίλησε. Αυτό λένε ήταν το δεύτερο θαύμα μετά το θάνατο του Αγίου».

Εδώ πρέπει να σημειώσω μια λεπτομέρεια ότι, το μποστάνι που περιείχε τα ερείπια του παραπάνω σεραγιού το είχε αγοράσει το έτος 1929 από το Ελληνικό Δημόσιο σαν ανταλλάξιμο ο πατέρας μου και σ’ αυτό μεγαλώσαμε, ενώ τώρα έχει αλλάξει τελείως μορφή μετά από τη ρυμοτομία που έγινε στην περιοχή για το δρόμο αποσυμφόρησης της πόλης των Γιαννίνων.

Ύστερα από την ανωτέρω παρεμβολή ας επανέλθω στις παιδικές αναμνήσεις για την πιο πάνω επέτειο.

Το πρωί της ημέρας της γιορτής του ‘Αη-Γιώργη μας σήκωσαν πιο νωρίς για να ετοιμάσουν το σπίτι, γιατί θ’ άρχιζε να έρχεται ο κόσμος για σεργιάνι. Το πρωινό ήταν παγερό και τσουχτερό κρύο επικρατούσε έξω τόσο, που η κυρά-μάνα έλεγε ότι «έχει τόσο κρύο που ακόμα και το φίδι ψοφάει στην τρύπα του». Σε λίγο κι ενώ είχε βγει ο χειμωνιάτικος ήλιος, που προσπαθούσε να ζεστάνει τους ανθρώπους της πόλης μας, που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους και συγκεντρώνονταν στον κύριο δρόμο απ’ όπου θα πέρναγε η λιτανεία από τη Μητρόπολη στο σπίτι του Αγίου, άρχισαν να έρχονται στο σπίτι μας συγγενείς και φίλοι, που έπιαναν θέσεις στα παραθύρια, την εξώπορτα και στο πεζοδρόμιο.

Έτσι θυμάμαι, μεταξύ των άλλων που έρχονταν στο σπίτι, είχαν έρθει και η θεια η Λένη η Γυαλένια από την Καλουτσιανη, η ξαδέρφη η Θοδώρα από τον Κουραμπά, η θεια η Θοδωρούλα μαζί με την ξαδέρφη την Τασία από την Καραβατιά, οι οποίες και θα τρώγανε μαζί μας το μεσημέρι.

Εμείς τα παιδιά του σπιτιού μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, ζεστά ντυμένα και κουκουλωμένα για να μην κρυώνουμε, τρέχαμε σ’ όλη τη γειτονιά, με κόκκινη τη μύτη από το κρύο, χαρούμενα λες και μας ενθουσίαζε ο πολύς κόσμος που συγκεντρώνονταν στα πεζοδρόμια και στα σπίτια της, για να γιορτάσει μαζί μας τη μνήμη του Αγίου.

Όταν πλησίαζε η ώρα να φτάσει η λιτανεία κοντά στο δασύλλιο του Γηροκομείου και οι χωροφύλακες εμπόδιζαν τους ανθρώπους και μαζί κι εμάς να κυκλοφορούμε στο δρόμο, πήγαμε και πιάσαμε θέση στον τοίχο του οικοπέδου που ήταν πιο κοντά στο σπίτι του Αγίου και το χρησιμοποιούσε ο μπάρμπα-Μάντζιος για φυταριές καπνού κ.λ.π. Από κει βλέπαμε άνετα και ήδη μπροστά μας περνούσαν τα παιδιά των σχολείων σιωπηλά που βάδιζαν ρυθμικά, ενώ από μακριά ακούγονταν η μπάντα να παιανίζει ανάλογη μουσική. Να τώρα περνούν μπροστά μας τα εξαπτέρυγα και τα θρησκευτικά λάβαρα, ενώ ο Δεσπότης της Μητρόπολης μας με το Σταυρό στο χέρι ευλογεί τα πλήθη δεξιά και αριστερά, έχοντας δίπλα του Δεσποτάδες γειτονικών Μητροπόλεων. Την εικόνα του πολιούχου μας την υποβαστάζουν δύο ιερείς κι ενώ περνά μπροστά μας όλος ο κόσμος σταυροκοπιέται, σκύβοντας το κεφάλι του και παρακαλώντας τον Αη-Γιώργη να μας προστατεύει από κάθε κακό.

Εκείνη την ώρα είδα απέναντι μας την κυρά Όλγα την Κοτσάνα ανεβασμένη στο πεζούλι της εξώπορτας του σπιτιού της να ραντίζει το ιερατείο και ιδιαίτερα την εικόνα του Αγί ου με ροδόνερο (γκιουλς), που είχε βγάλει μόνη της από τα ήμερα τριαντάφυλλα που είχε στον κήπο της, την περίοδο της άνθησης τους.

Πίσω από την εικόνα ακολουθούσαν οι επίσημοι και πλήθος κόσμου, που στη συνέχεια συνωστίζονταν για να προσκυνήσουν αυτή μετά την τοποθέτηση της στο εκκλησάκι του σπιτιού του Νεομάρτυρα της πόλης μας Αγίου Γεωργίου.

Γυρίζοντας στο σπίτι μου βρήκαμε εκεί κοντά διάφορους μικροπωλητές, που αυτή τη γιορτάσιμη μέρα ήταν πολλοί και σιγά-σιγά προχωρούσαν προς το σπίτι του Αγίου, διαλαλώντας την πραμάτεια τους, που ήταν κυρίως διάφορα είδη ζαχαρωτών. Εμένα θυμάμαι μου αγόρασαν εκείνη την ώρα ένα κόκκινο ζαχαρένιο μήλο στηριγμένο σε ξυλάκι.

Η υπόλοιπη μέρα πέρασε μέσα σε μια συνεχή κίνηση συγγενών, φίλων και γνωστών από το σπίτι μας, πηγαίνοντας ή φεύγοντας από το προσκύνημα στον Άγιο και μεις τα παιδιά βρήκαμε την ευκαιρία να παίξουμε και να γυρίζουμε έξω μια και όλοι οι μεγάλοι ήταν απασχολημένοι με το να περιποιούνται τους επισκέπτες.

Το βράδυ γεμάτος εντυπώσεις από την πανηγυρίσια αυτή μέρα και κουρασμένος από τα τρεχάματα και τα παιχνίδια κοιμήθηκα, όπως και οι άλλοι στο σπίτι, σχετικά νωρίς, για να σηκωθούμε την άλλη μέρα γρήγορα, μια κι αυτή ήταν συνέχεια της προηγούμενης για επισκέψεις με ευχές για τη γιορτή του πατέρα και για το άναμμα ενός κεριού στη χάρη του Αγίου Γεωργίου, όσων δεν μπόρεσαν χθες.

Η ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο σπίτι μας ήταν η ίδια. Κεράσματα με γλυκά, ποτά, μεζέδες και καφέ, καθώς και πλούσιο τραπέζι γι’ αυτούς που έτυχαν να ‘ρθουν για επίσκεψη το μεσημέρι και για τους στενούς συγγενείς που ήταν πουρνήσιοι.

Αλησμόνητη θα μου μείνει η επίσκεψη στο σπίτι μας το πρωί της μέρας αυτής του Λάλου από τα Ζευγάρια. Ήταν ένας κοντός γεράκος που είχε παραμάσκαλα και κάτω από το σακάκι του το βιολί του κι ερχόταν να πει μουσικά τις ευχές του στον πατέρα. Έμπαινε στο σπίτι καλοσυνάτα κι αφού χαιρετούσε κι έπαιρνε μια ανάσα, επειδή ερχόταν από τα Ζευγάρια με τα πόδια, έβγαζε το βιολί του κι έπαιζε τραγουδώντας με ραγισμένη φωνή τα τραγούδια: «Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια» και «Μού ‘πανε τα γιούλια πως δεν μ’ αγαπάς», ενώ η αδελφή μου με άλλα κορίτσια, που βρέθηκαν στο σπίτι, προσπαθούσαν να χορέψουν. Μετά απ’ αυτό ο πατέρας του έδωσε χρήματα κι αφού ήπιε το κρασί του έφυγε χαμογελαστός, όπως είχε έρθει.

Όλα τα παραπάνω με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν για το σπίτι μας και τη γειτονιά του Αγίου Γεωργίου.

Μετά την ανέγερση της φερώνυμης εκκλησίας στην Πλατεία Πάργης των Γιαννίνων και την εκταφή του Αγίου, η λιτανεία και το πανηγύρι γίνεται πλέον στην περιοχή της πιο πάνω Πλατείας και της κεντρικής Πλατείας της πόλης, ενώ στο σπίτι Του πηγαίνουν λιγότεροι προσκυνητές.

Έτσι όλοι εμείς που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στη γειτονιά του σπιτιού τ’ Αη-Γιώργη νοσταλγούμε τις παλιότερες εποχές και ιδιαίτερα η μάνα μου, όταν ζούσε, έλεγε πάντα με νοσταλγία πως περνούσαν οι μέρες αυτές της γιορτής του πολιούχου και λυπόταν που δεν έρχονταν πλέον κόσμος στο σπίτι μας.

Και να η σύμπτωση: ύστερα από χρόνια από τότε που αναφέρω παραπάνω για τη γιορτή του Αγίου και δύο χρόνια πριν από σήμερα, στο σπίτι της μάνας συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος τη μέρα του πολιούχου, για να την αποχαιρετήσει όμως και να τη συνοδεύσει στην τελευταία της κατοικία, στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων.

(Ιανουάριος 1988)

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δημητρίου Κοράκη «Ιστορίες από τα παλιά Γιάννινα»

Advertisements