Ετικέτες

Του Χριστόφορου Μηλιώνη

Περίεργο: από τα μαθητικά μου χρόνια στα Γιάννενα, δε θυμάμαι τις γιορτές για την 28η Οκτωβρίου, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά για την απελευθέρωση της πόλης. Ίσως, επειδή δεν είχαν περάσει ούτε δέκα χρόνια από τα γεγονότα του πολέμου στην Αλβανία και δεν είχαν προλάβει ακόμη να γίνουν μύθος, ενώ είχαν περάσει κιόλας σαράντα χρόνια από την απελευθέρωση της από τους Τούρκους, το 1913.

Θυμάμαι λοιπόν τις παρελάσεις στην πλατεία, στις 21 Φεβρουαρίου, όλο ερωτισμό, με την Άνοιξη να στέλνει τις πρώτες φουσκοδεντριές στις φλαμουριές του Κουραμπά και στα πλατάνια του Μώλου, και τις μαθήτριες με τις μαύρες ποδιές, να φλυαρούν ξαναμμένες. Λόγοι στη γιορτή του σχολείου, που κανείς μας δεν τους άκουγε, και τραγούδια, που τα συνόδευε ο συμμαθητής μας, ο Στέφανος Σταμάτης, με το βιολί: «Τα πήραμε τα Γιάννενα, μάτια πολλά το λένε οπού γελούν και κλαίνε».

Είχα προσέξει πάντως ότι το μόνο που κάπως μας συγκινούσε, κι εμένα και τους άλλους μαθητές, ήταν η αναφορά στο Μπιζάνι, που βρισκόταν πολύ κοντά στην πόλη, και τα υψώματα του τ’ αγναντεύαμε από το Βελισσάριο. Αλλά ποτέ δεν μας πήγαιναν εκδρομή πέρα από την Κιάφα, επειδή παραέξω έβραζε τότε ο Εμφύλιος. Όσο για το Βελισσάριο, το λόφο στην είσοδο των Ιωαννίνων, όπου πηγαίναμε για βόλτα ή για διάβασμα στο γρασίδι, με τη λιακάδα, κι αυτός κάτι μας έλεγε, αλλά μας μπέρδευε η συνωνυμία με τον βυζαντινό στρατηγό του Ιουστινιανού, με τον οποίο βέβαια δεν είχε καμία σχέση. Λίγοι από μας ξέρανε ότι ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Έλληνα αξιωματικού του 1912-13, του Βελισσαρίου, που παρέκαμψε την αντίσταση του Μπιζανίου και της Μανωλιάσσας, προχώρησε αριστερά στο διάσελο του Αγίου Νικολάου, το βρήκε αφύλαχτο κι έφτασε με το σώμα του στην άκρη των Ιωαννίνων. Ο Εσσάτ-πασάς, ο Τούρκος Φρούραρχος, αιφνιδιάστηκε και παρέδωσε την πόλη. Κι ο Βελισσάριος, που είχε ενεργήσει αστόχαστα και χωρίς διαταγή, γλίτωσε το στρατοδικείο. Αλλά φαίνεται πως τα μεγάλα κατορθώματα μόνο οι αστόχαστοι τα πετυχαίνουν. Το ίδιο έγινε κι αργότερα, το 1940, με τον Μέραρχο της 8ης Μεραρχίας, τον Κατσιμήτρο, που αντί να συμπτυχθεί στο Μακρυνόρος, όπως του είχε ορίσει το Γενικό Επιτελείο, περίμενε τους Ιταλούς στο Καλπάκι και τους έστειλε στον αγύριστο.

Μαθητική εκδρομή στο Μπιζάνι πήγαμε μονάχα το 1950, όταν είχε τελειώσει πια ο Εμφύλιος κι εγώ τελείωνα τη Ζωσιμαία Σχολή. Πήγαμε και στο Εμίν Αγά, όπου, καθώς είπε στο λόγο που μας έβγαλε ο Γυμνασιάρχης, είχε το Στρατηγείο του ο Στρατηλάτης, δηλαδή ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος ο ΙΒ, που λίγο αργότερα ανακηρύχτηκε βασιλεύς των Ελλήνων μέσα στα Γιάννενα, στο σπίτι του Λάππα, όταν στη Θεσσαλονίκη δολοφονήθηκε ο Γεώργιος.

Αυτόν τον Κωνσταντίνο, τον ήξερα πιο πολύ από μια κορνιζαρισμένη ελαιογραφία του Γιαννιώτη ζωγράφου Κενάν Μεσαρέ που ήταν εκτεθειμένη μονίμως στην προθήκη του Φωτογραφείου Βασίλειου Κουτσαβέλη, κάτω από το ξενοδοχείο Ακροπόλ. Δεν ξέρω αν βρισκόταν εκεί για να θυμίζει το γεγονός της απελευθέρωσης ή να διακηρύττει τον φιλοβασιλισμό, άρα και την εθνικοφροσύνη, του καταστηματάρχη, και τον πατριωτισμό του ζωγράφου με το παράξενο όνομα. Όλα αυτά ήταν περιζήτητα διαπιστευτήρια εκείνα τα χρόνια.

Αλλά η πιο ζωντανή παρουσία που μας συνέδεε με το Μπιζάνι και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ήταν ο Καπετάνιος. Κανείς δεν ήξερε το όνομα του ούτε την οικογένεια του -αν είχε. Παλιός μπιζανομάχος, όπως έλεγαν, φορούσε, χειμώνα καλοκαίρι, την ίδια πάντα θερινή στολή του 1912, με γαλόνια δεκανέα, με γκέτες και γαλλικό στρατιωτικό πηλήκιο, με μια πέτσινη λουρίδα λοξά στο στήθος, πάνω από το χιτώνιο. Μικρόσωμος και αδύνατος, μισή μερίδα, με γενάκι και μεγάλα άσπρα μουστάκια. Χαιρετούσε στρατιωτικά στο δρόμο τους αξιωματικούς -και υπήρχαν πολλοί τότε στα Γιάννενα, εξαιτίας του πολέμου και της 8ης Μεραρχίας. Άλλοι του το ανταπέδιδαν και οι πιο πολλοί κάνανε πως δεν τον είχαν αντιληφθεί. Εμφανής ήταν η παρουσία του στη βραδινή υποστολή της σημαίας της Μεραρχίας, στην Κεντρική Πλατεία, όπου φρόντιζε να είναι πάντα παρών, έπαιρνε θέση αντίκρυ της σε στάση προσοχής, όπως εξάλλου όλοι οι περιπατητές και οι θαμώνες των γύρω καφενείων και ζαχαροπλαστείων (του Αβέρωφ, του Παρθενώνα και της Μεγάλης Βρετανίας) και χαιρετούσε με τον παλιό τρόπο, φέρνοντας την παλάμη οριζόντια στο πλάι του πηληκίου.

kapetanios

Μ’ αυτόν τον τρόπο τον χαιρετούσαμε κι εμείς, όταν τον συναντούσαμε στο δρόμο. Φορούσαμε πηλήκιο και μας ανταπέδιδε τον χαιρετισμό. Μερικοί όμως του πετούσαν κοροϊδευτικά το στίχο από το τραγούδι που ήταν τότε της μόδας: «Καπετάνιε, καπετάνιε, χαμογέλα!». Κι εκείνος, σοβαρός πάντα, αλλά καθόλου θυμωμένος, απαντούσε μεγαλοπρεπώς: «Της μάνας σας!…». Κι όταν αυτό διαδόθηκε, η προσφώνηση μας αντικατέστησε τον στρατιωτικό χαιρετισμό. Τόσο που είχαμε πια την εντύπωση πως το τραγούδι «Καπετάνιε, χαμογέλα» είχε γραφτεί για ‘κείνον ή, γενικά, για τους Μπιζανομάχους. Και πως η απάντηση του ήταν η απάντηση τους.

Πότε τέλειωσαν όλα αυτά κι αν τέλειωσαν, δεν ξέρω. Για μένα πάντως τίποτε δεν τελειώνει. Και κάθε φορά που πηγαίνω στα Γιάννενα, με οποιαδήποτε αφορμή, όπως τώρα, κάνω βόλτες στον Κουραμπά, στην Πλατεία, στο Μώλο, συναντώ παλιούς φίλους που έχουν χαθεί, και το βράδυ, όταν χτυπάει η σάλπιγγα και γίνεται υποστολή της σημαίας, ψάχνω μπροστά στη Μεραρχία να ιδώ τον Καπετάνιο.

 

Αναδημοσίευση από το Ανθολόγιο Ηπειρωτικής Πεζογραφίας «Η πόλις άδουσα» που κυκλοφόρησε το 2002 από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων.

Advertisements