Ετικέτες

, ,

Της Παναγούλας Μπακόλα

Ο πόλεμος του 1922 μεταξύ της Ελλάδας και Τουρκίας, η μικρασιατική καταστροφή επέφεραν μεγάλες αλλαγές στα Γιάννινα. Έντονα τα γεγονότα. Πολλά παιδιά, παλικάρια στρατιώτες από την πόλη μας, από τα χωριά μας αποδεκατίστηκαν από τους τούρκους. Πολλά σκοτώθηκαν εκεί στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου πελάγους.

Η ήττα του Ελληνικού στρατού ολοφάνερη. Ολόκληρες, ξεκληρισμένες οικογένειες από τη Σμύρνη, το Κορδελιό, απ’ όλα τα παράκτια της Ελληνικής Μικρός Ασίας έφτασαν στη μικρή μας πόλη, πολεμικοί και πολιτικοί πρόσφυγες. Η Ελληνική κυβέρνηση τους εγκατέστησε μόνιμα σε πιο ευφορότερα μέρη του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων και στην άκρη στην πόλη στα Γιάννινα.

Την εποχή εκείνη κατοικήθηκε η περιοχή πάνω από την Πλατεία Πάργης. Από την εγκατάσταση των Σμυρναίων Ελλήνων προσφύγων πήρε το όνομα «Προσφυγικά». Έτσι γνώρισα εγώ στα μετέπειτα χρόνια την συνοικία αυτή. Παρόμοια γνώρισα τα χωριά τα προσφυγικά Αι-Γιάννη, Μπάφρα και Νεοκαισάρεια στον κάμπο των Ιωαννίνων.

Οι πρόσφυγες με την πρώτη εγκατάσταση στο χώρο αυτό επιδόθηκαν πάρα πολύ στη γεωργική καλλιέργεια. Έθρεφαν βόδια, αγελάδες γαλακτερές, καματιάρικα βόδια με τα οποία όργωναν τα χωράφια, καλλιεργούσαν δημητριακά και καπνά. Τα βόδια με κλωθογύριστα κέρατα τα έβαζαν τα έζευγαν σε κάρο, τον αραμπά. Μετέφεραν προϊόντα από τα χωριά, στην αγορά στα Γιάννινα. Αντίστροφα, ψώνιζαν εμπορεύματα από τα καταστήματα της πόλης, τα μετέφεραν στα χωριά, στα σπίτια τους για οικογενειακές ανάγκες.

Οι πρόσφυγες με τα κάρα, τις βοϊδάμαξες και τους αραμπάδες βρήκαν στα Γιάννινα χαμάλες που έκαναν μεταφορές μέσα στην πόλη και στα πλησιέστερα χωριά. Αντάμωσαν τους αμαξάδες στην πόλη, που έκαναν κούρσες μεταφοράς επιβατών. Αμάξια, παϊτόνια που τα έσερναν άλλα με ένα άλογο και πιο καλύτερα δυο άλογα μαζί για γρήγορη και σίγουρη μεταφορά, του επιβατικού κοινού σε μακρινές αποστάσεις εκτός πόλεως μέχρι τα Πέντε Πηγάδια, την Ιερά Μονή Παλιουρής, μέχρι το Κεφαλοχώρι της Ζίτσας, την Αδρομίοτα, τους Κλαζιάδες κι αλλαχού.

Αμαξάδες στα Γιάννινα ήταν αρκετοί. Σ’ αυτούς που έκαναν πιάτσα προστέθηκαν και πρόσφυγες αμαξάδες στην πόλη μας. Ο Γιάννης Κουρογιάνογλου με τον Καρρά, και με χαϊμαλιά στολισμένο το αμάξι. Ο Κώστας Χριστοφορίδης με την Σίβα φοράδα και το πράσινο παϊτόνι, ο Φίλιππος Πιπερίδης με το τσουρεπάτο σημαδιακό άλογο, ο Κώστας Τάτσης με το παλαιό παϊτόνι. Από τον Αϊ-Γιάννη, όλοι νεόφερτοι μικρασιάτες, ξεριζωμένοι, πληγωμένοι από το τούρκικο λεφούσι. Έκαναν πιάτσα με το παϊτόνι στην πλατεία στο ωρολόγι τώρα τελευταία. Στη δεκαετία του 1950 δυο-τρεις αμαξάδες έκαναν πιάτσα στην Καλούτσιανη στον Πλάτανο. Μερικοί είχαν στέκι το Κουρμανιό έξω από το ομορφοχτισμένο ζωντανό κάστρο. Δυο-τρεις αμαξάδες είχαν στέκι στο Γυαλί Καφενέ. Ανακατωμένοι πρόσφυγες και ντόπιοι.

Οι αμαξάδες αγάπησαν τους πρόσφυγες αραμπατζήδες κι είχαν συναλλαγές μεταξύ τους. Οι πρόσφυγες τους έφερναν τροφές για τα άλογα τα οποία κάθε αμαξάς είχε στο υπόγειο του σπιτιού του. Ένα μέρος του υπογείου το είχε στάβλο για το άλογο. Εδώ είχαν και αποθήκη με τροφές. Ασπροκρίθι, βρώμη, αγριοχόρταρο στεγνό γέμιζαν την αποθήκη με τροφή για τα αμαξάδικα άλογα από τις καλλιέργειες των προσφύγων.

Καλοντυμένοι, ευπαρουσίαστοι οι αμαξάδες με ψυχωμένη όρεξη, με άμιλα ποιος θα παρουσιάσει το καλύτερο παϊτόνι, το ποιο καθαρό άλογο, το ποιο περήφανο παϊτόνι, με κοπροσυλλέκτη, ποιος θα προσφέρει την συντομότερη, καλύτερη κι ασφαλέστερη εξυπηρέτηση στους πελάτες στους κατοίκους της πάλης μας.

Το 1922 πρόβαλλε στο συνάφι των αμαξάδων ένας νεαρός από την Καλούτσιανη ο Κώστας Ζαβογιάννης. Έβγαλε άμαξα με δυο άλογα άσπρα ζευγμένα. Δυο πλατυκάπουλες φοράδες, που ο μερακλής αμαξάς τις φώναζε «Καμαρωτές».

Άιντε Καμαρωτές πάμε, ντέϊ…ντέϊ…

Μόλις ανέβαινε πελάτης στο ομορφοστόλιστο παϊτόνι οι καμαρωτές έτοιμες για εκκίνηση.

‘Αϊντε Καμαρωτές πάμε, ντέϊ…ντέϊ… κι έπαιρναν δρόμο.

Αλογολάτρης ο Κώστας Ζαβογιάννης. Αγάπησε τα άλογα, το αμάξι και το επάγγελμα. Σε όλη τη ζωή του δεν άλλαξε επάγγελμα. Από το 1922 που ήρθαν οι πρόσφυγες στα Γιάννινα μέχρι το 1970 δούλευε παϊτόνι στην πόλη τα παλιά Γιάννινα με τους πλούσιους και φτωχούς, τους γραφικούς τύπους ανθρώπων, ζωγραφιστές γειτονιές.

Πενήντα χρόνια αμαξάς, στη διάθεση, μεταφορά των κατοίκων της πόλης σε περιπάτους, σε εκδρομές αναψυχής, σε γάμους, σε κηδείες μακριά από ‘δω. Πρώτος και καλοσυνάτος ο Κώστας Ζαβογιάννης!

Γέννημα της Καλούτοιανης, αλλά η καταγωγή του, το σόι του δεν έμοιαζε καλουτσινός. Είχε από τον πατέρα του Αλέξη Ζαβογιάννη, αρχοντικό σπίτι πανώμερα από το τζαμί της Καλούτσιανης πριν βγούμε στην οδό Ρώμα.

Έτυχε να πηγαίνω στο αρχοντικό του πολλές φορές, γιατί είμαστε με την κόρη του φίλες και συχνά πελάτισσες στην κόρη του η οποία ήταν μοδίστρα και μας έραβε. Ατένιζα το παλατάκι και το έχω στο μυαλό μου, σαν ανάκτορο του παλιού καλού καιρού. Πάνω οι οντάδες, πολλές κρεβατοκάμαρες, μια μεγάλη τζαμαρία ανοιχτή, η κρεβάτα με θέα προς τα χλοερά βαθυπράσινα μποστάνια και την αφροκυματούσα γαλάζια λίμνη μας.

Έπιπλα διάφορα σκαλιστά, σεντούκια και παρασεντούκια πλούτιζαν το χώρο. Πολυθρόνες, ξαπλώστρες, κουνίστρες αναπαυτικές φιλοξενούσαν επισκέπτες Γιαννιώτες αρχοντομαθημένους.

Αποθήκες δροσερές για διατήρηση τροφών της φαμίλιας, αεράτο φανάρι (ψωμάς) από άσπρο τενεκέ, μεσονταράδες με ράφια διπλά και τρίδιπλα, όλα καθαρά και πρέπεια με της κυρά-Αγγελικής της μάνας του την φροντίδα

Πάνω στην κεραμοσκέπαστη στέγη και μέσα στα νταβά-νια, στις οροφές οι κιλυλαίοι είχαν φωλιές. Συγκατοικούσαμε με τα ωραία καφετιά πουλιά. Άγρια, με γαμψά νύχια και αετίσια τσιμπίδα, έκαναν θόρυβο, μας έκαναν συντροφιά νύχτα-μέρα, μας αγουροξύπναγαν το πρωί με τη δροσιά.

Κάτω στο υπόγειο του πετρόχτιστου σπιτιού οι καμαρωτές! Τα δυο άλογα με την καλοχτενισμένη χαίτη, τα γυαλιστερά στήθια, τα πλατειά πέταλα στα ποδάρια σε ξεκούραση. Πότε χρεμέτιζαν για ασπροκρίθι, πότε αναζητούσαν νερό με ολάνοιχτα τα μεγάλα μαύρα μάπα Ο Κώστας έβαζε κριθάρι στο ταϊσάρι και το κρεμούσε στο κεφάλι, μέσα από τα μικρά αλογίοια αφτιά ία έπεφτε το σαγόνι τον τετραπόδου μέσα στο ταϊσάρι να τρώγει εύκολα και λαίμαργα           . Τους έβγαζε νερό με το σίκλο από το δροσερό πηγάδι του, που είχε στην αυλή με τα πολλά λουλούδια και αναρριχώμενες τριανταφυλλιές. Άιντε να ξεδιψάσετε.. Ένα λεγένι νερό κάθε μία φοράδα και πολλές φορές δευτέρωνε. Γέμιζε και δεύτερο λεγένι με νερό και έπιναν αχόρταγα τα καμαρωμένα ζωάμαξα

Αργότερα μια μεγαλόσωμη φοράδα η «Ρούσα» όπως την έλεγε, που αρρώστησε από τέτανο, έγειρε ξαπλωμένη στο χώμα για να ψοφήσει. Κοίταζε το αγαπημένο αφεντικό της, ώρες πολλές με μάτια πονεμένα ικετευτικά, που τόσο την αγαπούσε και την αποχωρίζονταν για πάντα. Πέρασαν πολλά αλογάμαξα στα χέρια του. Κατέβαινε στην ζωοπανήγυρη και διάλεγε άλογο γερό, εργατικό, φιλότιμο. Διάλεγε άλογο το καλύτερο στην περπατησιά, στο μπόι, στην όψη, στο τρίχωμα να είναι σημαδιακό.

Ένα χρονικό διάστημα είχε ένα μπάλιο άλογο μελί. Ύστερα από μια αμαξάδα που έκανε στον Αϊ-Γιάννη στα προσφυγικά, επέστρεψε αδειανός στα Γιάννινα στην πιάτσα Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Κατέβηκε από το παϊτόνι κι έπιασε κουβέντα με τους πρόσφυγες για ζωοτροφές. Το άλογο προχώρησε λίγα βήματα πιο πέρα, αναποδογύρισε η άμαξα. Το άλογο έκοψε την ζωστήρα, λύθηκε μόνο του, τα ηνία με τα χαλινάρια βγήκαν από το κεφάλι, ο Ντουρής λευτερώθηκε. Έφυγε και πήγε μόνος του στο σπίτι.

Τέτοιες περιπέτειες είχαν συχνά οι αμαξάδες με τα άλογα, ήταν όμως αρεστοί στους κατοίκους της μικρής μας πόλης, αρκεί να είχε καλή πελατειακή συμπεριφορά ο αμαξάς όπως ο αείμνηστος μπάρμπα Κώστας.

Ο Κ. Ζαβογιάννης είχε την καταγωγή του από το ορεινό κεφαλοχώρι της Πίνδου το τσομπανοκατοικημένο Συρράκο. Από πλούσια, διακριτική οικογένεια. Ο παππούς του Σπύρος Ζαβογιάννης ιατρός, σπούδασε στην Τεργέστη και στη Βιέννη. Άσκησε το ιατρικό λειτούργημα στη γενέτειρα του, το τότε πυκνοκατοικημένο και με ζωή πετρόχτιστο Συρράκο. Ο αμαξάς Κ. Ζαβογιάννης ήταν φίρμα στα Γιάννινα. Γεννήθηκε στο Συρράκο το 1908. Η επιθυμία νια ξενιτεμό του πατέρα του Αλέξη Ζαβογιάννη τον ανάγκασε να αστικοποιηθεί στην πόλη με τα ξακουστά πλουμπίδια.

Εγκαταστάθηκε μόνιμα οικογενειακώς ο πατέρας του στα φιλόξενα Γιάννινα όπου έγινε δημοτικός υπάλληλος. Με την γυναίκα του Αγγελική απέκτησαν δυο αγόρια. Ο πρώτος γιος σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, αρρώστησε από την πολλή μελέτη και χάθηκε.

Ο δεύτερος γιος έγινε αμαξάς. Η χαροκαμένη, πικραμένη μάνα του ήθελε ο Κώστας να είναι ελεύθερος. Έξω να παίρνει αέρα καθαρό, να ζει σε υπαίθρια δουλειά. Γι’ αυτό τον έκανε αμαξά στα Γιάννινα με ορμητήριο την παλιά συνοικία των Ιωαννίνων, την Καλούτσιανη. Νεαρός ο Κώστας Ζαβογιάννης αγόρασε καινούριο αμάξι με τα άλογα και μπήκε στη δουλειά. Παντρεύτηκε νέος. Πήρε συμπατριώτισσα του την Καλλιόπη I. Συγκούνα με την οποία δημιούργησε οικογένεια από οχτώ παιδιά!

Δέκα άτομα φαμίλια, πολύτεκνος, έντιμος, πρέπειος με την αρματοστολισμένη άμαξα τα έβγαλε πέρα περήφανα. Έχαιρε εκτίμησης όλου του τότε κοινού στην μικρή μας πόλη. Είναι ο πρώτος αμαξάς ο οποίος στα 1935 κυκλοφορούσε άμαξα με λάστιχα στις ρόδες με ιδιαίτερη κατασκευή. Μερακλής και σεβνταλής αμαξάς. Το κυκλικό στεφάνι σε κάθε ρόδα του αμαξιού ο χαροποιός το έκανε σιδερένιο. Έφτιαχνε πρώτα την ρόδα με ακτίνες ξύλινες, κύκλο ξύλινο και στο στεφάνι γύρω από χοντρή λάμα σιδερένια, την οποία κολλούσε ο καλλιτέχνης, ο γύφτος στο καμίνι, λεία και ολοστρόγγυλη.

Ο χαροποιός έβαζε στη φωτιά ξύλα, άναβε φωτιά όλο γύρω-γύρω από τη σιδερένια κυκλική ρόδα. Οι πύρινες φλόγες θέρμαιναν το σκληρό σίδερο, γίνονταν πυροκόκκινο, η ρόδα διαστέλλονταν όσο περισσότερο έπαιρνε και όπως ήταν πυροκόκκινη από τη φωτιά την έβαζε στον ξύλινο σκελετό του τροχού.

Έριχνε νερό, επάνω, κρύωνε το σίδερο συστέλλονταν κι εφάρμοζε στο τσέρκι στον ξύλινο τροχό. Οι ρόδες από τα παΐτάνια, τα κάρα, τις χαμάλες είχαν κυκλικά, σιδερένια ρόδα, έκαναν θόρυβο στους χωματόδρομους της πόλης. Ο Κώστας Ζαβογιάννης εμπνεύστηκε τη δική του πατέντα! Απ’ έξω από την κυκλική σιδερένια στεφάνη του τροχού έβαλε λάστιχο από λουρίδα τροχού αυτοκινήτου η οποία είχε κυκλοφορήσει πρόσφατα στην αγορά στα Γιάννινα. Είχε την πρωτιά στην εφαρμογή αυτή. Το παϊτόνι κυλούσε με τους τροχούς ανάλαφρα στο χωματόδρομο, στα καλντερίμια χωρίς να κάνει θόρυβο.

Την μέθοδο του Ζαβογιάννη έκαναν χρήση όλοι οι αμαξάδες στα Γιάννινα ακόμα και οι τεχνίτες χαροποιοί, έβαζαν λωρίδες λάστιχο σε κάθε ρόδα χειροκίνητου κάρου, κυκλικό-συμπαγές λάστιχο. Ηχορύπανση τέρμα, σε εποχή με λιτές απαιτήσεις αλλά αριστοκρατικές εμφανίσεις των αρχοντονοικοκυραίων στα Γιάννινα.

Με τις αρετές του, το αθόρυβο παϊτόνι, με το καλοσυνάτο φέρσιμο του ο αμαξάς πράος Κώστας Ζαβογιάννης κατακτούσε τους Γιαννιώτες. Έκανε πελάτες τις πιο πλούσιες οικογένειες της πόλης. Για πολλά χρόνια έγινε προσωπικός αμαξάς του Πρωτοσύγγελου της Ιεράς Μητρόπολης Ιωαννίνων. Ο μεγάλος Δεσπότης Σπυρίδων Βλάχος που πέρασε στα Γιάννινα προτιμούσε πάντοτε τον καλοπροαίρετο αμαξά Κώστα Ζαβογιάννη, που ήταν ενδεδειγμένος επαγγελματίας και οικογενειάρχης.

Παίρναμε κι εμείς πολλές φορές τον αμαξά και πηγαίναμε στο πανηγύρι στον Αϊ-Γιάννη (Ανατολή), πάντοτε ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού.

Στο δρόμο που πηγαίναμε με τον αμαξά, πιάναμε κουβέντα μαζί του.

  • Εσένα, του λέει η μακαρίτισσα η μάνα μου, έπρεπε να σε λένε Χρήστο-Γιάννη, τόσο καλός που είσαι. Εσύ ζαβός δεν είσαι, γιατί σε λένε Ζαβογιάννη;
  • Τι να κάνουμε κυρά Βασιλική. Τώρα δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε το παραγκομ. Έτσι μας το χάρισε ο νουνός. Ο λαός του περιγραμμένου μας Συρράκου.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο «σεργιάνι στα περασμένα…» του «Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών».

 

Advertisements