Ετικέτες

Της Nora Bielecka

Από την άφιξη μου, εκπλήττομαι από το μεγάλο αριθμό κηδειών που περνούν κάτω από τα παράθυρα μου και ξαφνιάστηκα από την έλλειψη γάμων. Αγνοώ ότι με τις ζέστες του Ιουλίου και του Αυγούστου οι γαμήλιες ενώσεις πολλαπλασιάζονται. Νόμιζα ότι ο Τούρκος είχε ένα χαρακτήρα φλογερό και μέσα στην άγνοια μου τον συνέχεα με τον Λεβαντίνο. Ο Τούρκος που έχει μια μόρφωση μεσαία και μένει μακριά από την Κωνσταντινούπολη δεν έχει καμία υπόληψη για τη γυναίκα, κατώτερο ον που δεν αξίζει να έχει μια ψυχή. Αναφορικά μ’ αυτό θυμάμαι την πικρία ενός νεαρού μπέη που είχε έρθει στα Γιάννενα για μια στρατιωτική περίοδο.

Καθώς τον ρωτούσα για την αιτία της ανίας του, μου έμαθε ότι το άλογο που προτιμούσε ήταν άρρωστο. Γρήγορα, κάλεσε τον Κτηνίατρο, επιβλέπει τις φροντίδες που πρέπει να κάνει στο άλογο του, και σηκώνεται τη νύχτα να το επιδέσει. Χωρίς αμφιβολία είναι το αγαπημένο του ον που αγαπάει πιο πολύ. Μεγάλη είναι η έκπληξη μου όταν μου μιλάει για τον πατέρα του που χαίρει του πατριαρχικού σεβασμού, της κορούλας του που είναι τριών ετών και η οποία περνάει κάτω από την κοιλιά του αλόγου χωρίς να το εγγίζει και τέλος για τη γυναίκα του που δεν μιλάει γαλλικά, αλλά θα τα μάθει για να γίνει μια τέλεια νέα Τούρκισσα. Συμπεραίνω ότι το άλογο κατέχει την πρώτη θέση, μετά ο πατέρας, το παιδί και η γυναίκα. Αυτός ο μπέης που φαίνεται να αμελεί τη γυναίκα του, είναι ένας νεαρός Τούρκος που είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη μετατεθειμένος τώρα στο Δέλβινο και μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ της ιππασίας, του κυνηγιού και διαβάζοντας την «illustration (Εικονογράφηση)». Απ’ αυτό το παράδειγμα μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα του ρόλου σκλάβας που επιφυλάσσεται στη σύζυγο ενός Τούρκου του παλιού καιρού.

Ποτέ ένας επισκέπτης δεν ρωτάει ένα Τούρκο νέα για τη γυναίκα του. Αν τον ενδιαφέρει η ερώτηση, ρωτάει αόριστα τα νέα για την οικογένεια του. Κάνοντας διαφορετικά είναι μια προσβολή.

Καθώς δεν γνωρίζω τα τούρκικα, πηγαίνω στα χαρέμια μόνο για επίσημες επισκέψεις και αγνοώ αν οι χορευτές μου του χειμώνα είναι παντρεμένοι ή χωρισμένοι. Γενικά στα δέκα οχτώ του χρόνια ο Τούρκος παντρεύεται και ξαφνιάζομαι που μαθαίνω τους αρραβώνες του Ιατροδικαστού Υγείας του Βιλαετίου Ιωαννίνων που του δίνω ότι είναι περίπου σαράντα χρονών και δεν μπορώ να τον θεωρήσω ως ανύπαντρο. Για την αλήθεια παντρεύεται για τρίτη ή τέταρτη φορά, ο αριθμός δεν είναι ακριβής. Είναι γνωστό ότι το διαζύγιο είναι πολύ απλό. Αποστέλλουμε τη γυναίκα στους γονείς της με τα κορίτσια της αν είχε, και κρατάμε τα αγόρια, που αυτά μόνο είναι αντάξια αναγνώρισης μιας κοινωνικής βαθμίδας. Θα ήθελα πολύ να παρευρεθώ σε μια επέτειο αρραβώνων, τελετή πιο σημαντική και από το γάμο, αλλά αυτά τα αρραβωνιάσματα γιορτάζονται στην Κωνσταντινούπολη, γιατί η νεαρή αυτή κοπέλα κατάγεται απ’ αυτή την πόλη. Λένε ότι είναι φτωχή αλλά πλούσια σ’ ομορφιά και δεκαοχτώ χρονών. Οι μελλόνυμφοι, αγνοεί ο ένας τον άλλον και αφήνουν αυτή τη διαδικασία στους γονείς για το γάμο.

Στα Γιάννενα γιορτάζουν τους αρραβώνες της φίλης μας, αλλά απ’ αυτή την τελετή, που γίνεται μεταξύ ανδρών, εξαιρούμαι. Η αρραβωνιαστικιά και η μάνα της εκχωρούν τα δικαιώματα τους στους γονείς, που τις αντικαθιστούν, παίρνοντας μόνο μέρος στις προσευχές και στις διαδικασίες που δεσμεύουν τους ενδιαφερόμενους. Στην Κωνσταντινούπολη, αρραβωνιάζουν δύο γυναίκες. Στα Γιάννενα δυο άντρες κι αυτό το γεγονός είναι μάλλον περίεργο. Δεν σκεφτόμουνα καθόλου αυτούς τους αρραβώνες τους οποίους στερήθηκα γιατί είχα τη δυστυχία να είμαι γυναίκα, όταν προσκλήθηκα προφορικά σε γάμο γυναικείο αποκλειστικά, χωρίς την εμφάνιση του συζύγου.

Ένα φιλικό σπίτι πρόσφερε την φιλοξενία στη μάνα και στην κόρη για την τελετή του γάμου. Η συνάντηση των συζύγων πρέπει να γίνει το μεσημέρι, μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Από φόβο μη γίνω αδιάκριτη ή να προσβάλλω το Κοράνιο παρουσιάστηκα στις τρεις η ώρα αποφασισμένη να μάθω. Στις δώδεκα η ώρα στολισμένη σαν μια ευρωπαία νύφη, η αρραβωνιαστικιά περιμένει με συντροφιά τη μάνα της και με δύο ή τρεις συγγένισσες γυναίκες σ’ ένα δωμάτιο του πρώτου ορόφου. Έχει εμπιστοσύνη στην επιλογή του πατέρα της και περιμένει αδιάφορη. Πώς μπορούσε να είχε επιθυμία ή λύπη αφού δεν γνώριζε τους άντρες παρά μόνο όταν τους διασταύρωνε στο δρόμο αλλά χωρίς όμως να έχει παρατηρηθεί από αυτούς! Με μεγάλη συγκίνηση ο αρραβωνιαστικός ανεβαίνει τη σκάλα. Αλλά φαίνεται να ήταν πολύ χαρούμενος για την επιλογή που είχε γίνει εν ονόματι του. Για να εκδηλώσει τη χαρά του, ρίχνει, κατά την καθιερωμένη έκφραση, πολύ χρυσό, που πηγαίνει στους γονείς της αρραβωνιαστικιάς. Το χρηματικό ποσό είναι ανάλογο της ικανοποίησης, που είναι ένας τρόπος ν’ αγοράσει τη νεαρή κοπέλα από τους γονείς της.

Η προίκα δεν υφίσταται. Η γυναίκα πρέπει να προσφέρει τον ιματισμό και τα έπιπλα, προσφορά πολύ μικρή αφού ο ιματισμός είναι μικρός και εκείνη των επίπλων ακόμα λιγότερη. Ύστερα από δέκα λεπτών στοχασμού σχεδόν αμίλητου, ο Τούρκος δεν είναι φλύαρος, δίνει το μπράτσο του στη γυναίκα του και την οδηγεί πάνω από τα σκαλοπάτια και κατεβαίνει μόνος του. Απέρχεται και θα έλθει στις εφτά η ώρα με άμαξα κλειστή να πάρει τη γυναίκα του και την πεθερά του.

Εν τω μεταξύ η μέλλουσα νύφη, πλαισιωμένη από δύο φίλες με άσπρα φορέματα κάθεται στο δωμάτιο της συνάντησης σ’ ένα καναπέ υπερυψωμένο μ’ ένα σκαλοπάτι και η παρέλαση των φίλων αρχίζει. Οι γυναίκες που είναι προσκαλεσμένες στο γάμο, έχουν βγάλει το τσαρτσάφ, παίρνουν θέση στις ξύλινες κυρτές καρέκλες και μένουν ως το απόγευμα να βλέπουν τη νύφη και τις περίεργες γυναίκες που ήταν καθισμένες μέσα στο υπερθερμασμένο δωμάτιο. Εξήντα περίπου είναι καθισμένες, αλλά κάθε γυναίκα Τούρκισσα που περνάει στο δρόμο έχει το δικαίωμα να μπει στο σπίτι να δει την νύφη. Η πόρτα του σπιτιού ανοιγμένη με τα δυο φύλλα, δείχνει ότι πρόκειται περί υποδοχής και καλεί τις διερχόμενες να εισέλθουν. Κάθε φίλη καταφθάνοντας κατευθύνεται προς τη νέα σύζυγο τη χαιρετάει κατά τον τούρκικο τρόπο και μετά χωρίς να απομακρυνθεί επαναλαμβάνει τους τεμενάδες κοιτάζοντας κάθε πρόσωπο που της ήταν γνωστό.

Διέσχισα το κατώφλι και με υποδέχτηκε η μητέρα της νύφης, κοντή, λεπτή, με πρόσωπο ενεργητικό, ντυμένη μ’ ένα φόρεμα που βάζουν το πρωί και με μια φούστα από το ίδιο ύφασμα χρώματος μωβ. Προχωρεί, με χαιρετάει, σπρώχνει τις γυναίκες για να διανοίξει ένα πέρασμα. Η σκάλα, πολύ στενή, είναι συνωστισμένη, από περίεργες γυναίκες που ανεβοκατεβαίνουν άτακτα, χωρίς να δίνουν σημασία στις σπρωξιές που δίνουν με τον αγκώνα τους στις άλλες, ως αποζημίωση σαν αυτές που δέχονταν από τους άντρες τους.

Η νύφη σηκώνεται να με χαιρετήσει, της δίνω εγκάρδια το χέρι. Η μάνα της μου προσφέρει μια πολυθρόνα απέναντι από την κόρη της. Πιο ευγενική δεν μπορούσε να γίνει. Είμαστε καμιά εκατοστή γυναίκες από τις οποίες τρεις με καπέλο: Μια Ελληνίδα, μια Αρμένισσα και μια Γαλλίδα. Το πάτωμα κραδάζει από το ασυνήθιστο βάρος, αλλά έχουμε την τύχη να μην κατεβούμε στο ισόγειο όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτά τα αρχαϊκά σπίτια. Όπως όλη η συνέλευση, το βλέμμα μου έπεσε στη νύφη που είναι μια νέα, καλοφτιαγμένη σωματικά, όμορφη, με εκφραστικό πρόσωπο. Γοητεύτηκα από τον άντρα της, που είναι ένα καλό και συμπαθητικό παιδί. Είναι ντυμένη με ένα φόρεμα τούλινο στολισμένο με χρυσό και από μετάξι. Χτενισμένη με τα μαλλιά φουσκωτά, φοράει ένα μαντήλι τούλινο άσπρο χρυσαφένιου χρώματος που το συγκρατεί ένα διάδημα. Κομψή μ’ ένα βελούδινο δέρμα, έχει γύρω από το λαιμό, τα χέρια της και στα δάχτυλα της βαριά κοσμήματα που της τα είχε προσφέρει ο πατέρας της. Πρόκειται για το βράδυ του γάμου, όπου ο σύζυγος δίνει στη νεαρή γυναίκα του τα δώρα που πρέπει να τη στολίσουν. Καθώς η ποσότητα είναι πάντοτε ανάλογη με την ευτυχία, η γυναίκα που θα είχε δώρα φτωχά δεν θα διέφευγε από περιπαιχτικές παρατηρήσεις των φιλενάδων της.

Η νύφη παίζει με μια βεντάλια άσπρη κι ένα μαντήλι. Δεν φαίνεται να είναι εκφοβισμένη από εκείνα τα βλέμματα που την κοιτούν με περιέργεια και με ζήλεια. Μιλάει με τις φίλες της, μουρμουρίζει πίσω από τη βεντάλια της, κάνει μια συνομιλία με σήματα με μια γυναίκα που βρίσκεται μακριά της. Μιλάει ελληνικά, τούρκικα, και δεν είναι σαν μια επαρχιωτοπούλα, όπως οι γυναίκες που επίμονα την ατενίζουν. Το γλυκό του «καλώς ορίσατε» με το ποτήρι νερού μου προσφέρθηκε και μετά το μικρό φλιτζάνι του καφέ, μετά μεγάλη τιμή, ένα παγωτό σαν αυγό που είχε γίνει από γάλα προβάτων και μάλιστα πολύ νόστιμο. Η κατάποση του γλυκού είναι πάντοτε εύφορη για παρατηρήσεις. Μια χοντροκομμένη γυναίκα με καμιζόλα (πουκαμίσα) με στήθος πλαδαρό που πέφτει προς την ογκώδη κοιλιά, παίρνει μια κουταλιά γλυκού για την μικρή της κοπέλα. Αφού το γλυκό φαγώθηκε, η μάνα ξαναβάζει το κουτάλι της μικρής κοπέλας με τα καθαρά κουτάλια. Η γειτόνισσα μου τρώει το γλυκό της σε μια γαβάθα και το σιρόπι ξαναπέφτει στο αγγείο. Δεν πρέπει να εκπλήττομαι με τίποτε. Τα έπιπλα λείπουν όπως σ’ όλα τα τούρκικα σπίτια. Μέσα στο σαλόνι οι ασβεστωμένοι τοίχοι είναι στολισμένοι με δύο πίνακες ζωγραφικής περιεχομένου ευσέβειας: Τούρκικοι χαρακτήρες κεντημένοι στα κόκκινα σ’ ένα ύφασμα εκρού.

Η νύφη ξεχωρίζει μεταξύ αυτών των προσώπων χωρίς έκφραση ή πολλές φορές άσχημων παρά τα φτιασίδια. Η έλλειψη του κορσέ δίνει μια κατάσταση ατυχή και τα διαμάντια διαδεδομένα με αφθονία κυρίως στα μαλλιά είναι πολύ κακόγουστα. Τα ομοιόχρωμα φουστάνια είναι σπάνια. Γενικά, μια μπλούζα, μια ζώνη, μια φούστα με τρία διαφορετικά χρώματα. Παρά τις καρφίτσες η μπλούζα βαΐζει προς τη μια πλευρά και η ζώνη στρέφει προς την άλλη. Είναι οι πιο πολλές αφελείς, αδέξιες και πολύ χοντρές. Παρατηρούν με αδιαφορία την Ευρωπαία η οποία, αυτή δεν έχει τα δυό της μάτια για να κοιτάξει και κατ’ ανάγκη να σχεδιάζει αυτά που βλέπει. Η Τούρκισσα είναι φιλόξενη, προσφέρει ότι έχει με τον καλλίτερο τρόπο, υποδέχεται τη Γαλλίδα σαν μια αδελφή και πιστεύει ότι θα τελειοποιηθεί με τη συναναστροφή της. Την θεωρεί πολιτισμένη και μορφωμένη, της αναγνωρίζει μια ανωτερότητα που νομίζει ότι θα επωφεληθεί, αφού όλες οι γυναίκες που είναι αδελφές οφείλουν να αλληλοβοηθούνται. Δυστυχώς, όμως, η Γαλλίδα δεν μπαίνει μέσα σ’ ένα χαρέμι παρά μόνο από περιέργεια και δεν εκπληρώνει το ρόλο του ευεργέτου που περιμένουν απ’ αυτή. Απ’ όπου και το μίσος των γυναικών της Τουρκίας για ορισμένους από τους Συγγραφείς μας, οι οποίοι έδωσαν στη δημοσιότητα τη ζωή μέσα στα χαρέμια, ως αντάλλαγμα ευχαριστιών μιας προσφερόμενης φιλοξενίας με απλότητα και εμπιστοσύνη.

Η επιθυμία μου να μπω μέσα στο πνεύμα της τουρκικής νοοτροπίας μου επέτρεψε να συλλέγω πολλές γραφικές λεπτομέρειες για τους αρραβώνες και το γάμο γενικά. Χρωστάω αυτές τις πληροφορίες στην ευρυμάθεια ενός αγαπητού Έλληνα, γιατί οι Τούρκοι έχουν ένα χαρακτήρα αδιαπέραστο και ζηλότυπο των νόμων του Κορανίου. Σύμφωνα μ’ αυτόν οι μελλόνυμφοι δεν πρέπει να γνωρίζονται. Η συμφωνία γίνεται από τον πατέρα των δυο ενδιαφερομένων ή αντί απ’ αυτούς, από τους συγγενείς τους πιο κοντινούς. Η συνάντηση γίνεται μέσα σ’ ένα φιλικό σπίτι για να συζητηθεί η σημαντικότητα της προίκας και την αποζημίωση που λέγεται νιγκίαχι, δηλαδή το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβάλει ο σύζυγος στη γυναίκα του σε περίπτωση διαζυγίου. Η συζήτηση γίνεται με τους κάτωθι όρους:

Για πόσο θέλετε την κόρη μου;

Μια λίρα τούρκικη (23 γαλλικά φράγκα).

Χίλιες λίρες τούρκικες, ζητάει ο πατέρας.

Όχι είναι πολύ ακριβά, πρέπει να μειωθεί η τιμή.

Το παζάρεμα εξακολουθεί σ’ αυτό τον τόνο. Τέλος, μένουν σύμφωνοι και το ποσό ορίζεται σε διακόσιες ή τριακόσιες λίρες τούρκικες, σύμφωνα με την οικογενειακή κατάσταση. Οι αρραβωνιασμένοι γνωρίζονται μόνο κατά την επίσημη στιγμή του γάμου. Όταν ο μνηστήρας θέλει να πληροφορηθεί για την ομορφιά της μνηστής του, στέλνει μια συγγένισσα του, γιατί απαγορεύεται από το Κοράνιο να φωτογραφίσει μια Τούρκισσα ακόμα και να σχεδιάσει από μνήμης τα χαρακτηριστικά. Βρίσκουμε γυναίκες που η δουλειά τους είναι να δίνουν πληροφορίες και συχνά συμβαίνουν θλιβερές παρεξηγήσεις. Να λοιπόν η απάντηση μιας προξενήτρας για να περιγράψει την νεαρή κοπέλα: «Έχει τα ματόκλαδα σαν μια μαύρη κορδέλα κι ένα μάτι βαθύ σαν ένα μεγάλο φλιτζάνι καφέ». Όταν ο γαμπρός βλέπει κατά την τελετή ότι η γυναίκα του έχει μόνο ένα μάτι, την εξαποστέλλει και διαμαρτύρεται στην προξενήτρα. Αυτή δικαιολογείται ισχυριζόμενη ότι είχε πει την αλήθεια λέγοντας ότι η κοπέλα είχε μόνο ένα μάτι. Αυτή η έκφραση που είναι ιδιάζουσα για να χαρακτηρίζουν όμορφα μάτια, η προξενήτρα επωφελήθηκε για να κρύψει μια ατέλεια.

Όταν η μέρα του γάμου ορίζεται, προσκαλούν τις φίλες της μνηστής στο σπίτι της, τους γονείς του μνηστήρα στο σπίτι του, και οι προσκαλεσμένοι άντρες από τους συζύγους μαζεύονται σε ένα τρίτο σπίτι που να μη μπορεί έτσι ένα αδιάκριτο μάτι να ματιάσει τις γυναίκες. Στην ορισμένη ώρα, μια ομάδα γυναικών, αφήνει το σπίτι του μνηστήρα και πηγαίνει να πάρει την αρραβωνιαστικιά στους γονείς της. Οι γυναίκες και ορισμένες συγγένισσες την οδηγούν μέσα σε κλειστή άμαξα στον μέλλοντα σύζυγο της. Η άμαξα της αρραβωνιαστικιάς είναι διακοσμημένη με υφάσματα πολύχρωμα που χρησιμεύουν για φιλοδώρημα στον καροτσέρη. Οι γειτόνισσες και κάθε γυναίκα που περνάει μπορούν να μπουν μέσα στο σπίτι για να δουν τη νύφη. Κατά τη δύση του ήλιου, ο σύζυγος με τους καλεσμένους, γυρίζει στο σπίτι του. Μόλις πλησιάζει στο σπίτι του, οι φίλοι του τον χτυπάνε στον ώμο και καθένας προσπαθεί να χτυπήσει πιο δυνατά. Τελικά, εισέρχεται, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, ενώ οι φίλοι του αποχωρούν.

Ο γαμπρός διευθύνεται προς το δωμάτιο όπου βρίσκεται η αρραβωνιαστικιά του. Βγάζουν το μαντήλι και είναι τότε για πρώτη φορά που ο σύζυγος βλέπει το πρόσωπο της μέλλουσας γυναίκας του. Αν η εντύπωση είναι καλή, ο χότζας (ιερέας Τούρκος) δεν έχει παρά να κάνει μια γρήγορη προσευχή. Αντίθετα, αν η νεαρή κοπέλα δεν του αρέσει, έχει το δικαίωμα να την εξαποστείλει αμέσως στην οικογένεια της χωρίς καμία άλλη διαδικασία. Σ’ αυτήν την περίπτωση μπορούμε να φανταστούμε τη θλιβερή κατάσταση μιας νέας κοπέλας τη στιγμή που ήλπιζε να δει τα όνειρα της να εκπληρώνονται. Μετά την τελετή του γάμου που διαρκεί μόλις πέντε λεπτά, ο σύζυγος απέρχεται. Οι καλεσμένες έρχονται να συγχαρούν τη νύφη και μετά φεύγουν, αφήνοντας τη σύζυγο οικοδέσποινα μέσα στο σπίτι της. Την επόμενη μέρα, ο γαμπρός, πηγαίνει με τον πεθερό του, στο Κονάκι (Παλάτι του Κυβερνήτη) για να νομιμοποιήσει το γάμο και το νιγκιαχί προς τον Καδή (Θρησκευτικός Αρχηγός).

Το διαζύγιο είναι πολύ εύκολο. Αν ο σύζυγος είναι δυσαρεστημένος για τη γυναίκα του, είναι αρκετό για να τη χωρίσει, τα τρία νταλάκια. Ο σύζυγος επαναλαμβάνει τρεις φορές στη γυναίκα του: «Δεν είσαι πια η γυναίκα μου!» Κατά την τρίτη προειδοποίηση, η δυστυχισμένη αποπεμπόμενη είναι υποχρεωμένη να βάλει το τσιαρτσάφ και να φύγει αμέσως. Όσον αφορά τα παιδιά τούτο εξαρτάται από τους όρους. Γενικά ο άντρας κρατάει το γιο, ενώ αποστέλλει τις κόρες με τη μάνα τους. Πρέπει να επιστρέψει όμως την προίκα και να πληρώσει το νιγκιαχί. Κατά το Κοράνιο, κάθε Τούρκος μπορεί να παντρευτεί εφτά γυναίκες και να τις έχει μαζί του. Σε περίπτωση διαζυγίου, μπορεί να πάρει μια άλλη και τούτο για όλη του τη ζωή.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο της Nora Bielecka «Αναμνήσεις από τα Ιωάννινα του 1909-1910».

Advertisements