Ετικέτες

Του Χρήστου Μακρή

Αν έλεγες, πριν λίγα χρόνια, ότι μόλις βγήκες από «καφετέρια», ο συνομιλητής δεν αποκλείεται να «καταλάβαινε» ότι πριν από λίγο βρισκόσουνα μέσα σε … καφετιέρα! Άγνωστη βλέπετε η έννοια του μοντέρνου ξενόφερτου όρου, που ο αντίστοιχος ελληνικός ήταν κάποτε «καφετζίδικο». Όμως, επειδή «έξεστι τοις έλλησιν πιθηκίζειν», που θα λέγανε και οι αρχαίοι μας, δεν θα ήταν δυνατόν να μη πολιτογραφήσουμε σε ελληνική την αγγλική λέξη cafeteria, που πιθανότατα και αυτή να κλάπηκε από τη γαλλική cafeterie.

Έτσι, μέσα στις πάμπολλες λέξεις που θεωρήσαμε φρόνιμο να εξελληνίσουμε, εξοβελίζοντας τις αντίστοιχες δικές μας, μέσα δηλαδή στα «μίνι», τα «μάξι», τα «σορτς», τα «σέρβις», τη «ρεσεψιόν», τα «ρεζερβέ», τα… «σέξι» και εκατοντάδες άλλες, προστέθηκε και εκείνη της «καφετέριας», διαγράφοντας οριστικά την «κακόηχη» ελληνική. Ακούς εκεί… «καφετζίδικο»! Μα πού βρισκόμαστε τέλος πάντων; Ζούμε μέσα στην ευρωπαϊκή κοινότητα ναι ή όχι; Ας αφήσουμε όμως για την ώρα τον άκρατο νεοελληνικό πιθηκισμό, γύρω από τον «εξευρωπαϊσμό» της ελληνικής γλώσσας, μια και δεν είναι αυτό το θέμα μας. Η «καφετέρια» λοιπόν, ύστερα από τον … εξελληνισμό της, επικράτησε απόλυτα σαν λέξη. Έτσι, το να πεις σήμερα Ότι βρισκόσουνα σε καφετζίδικο, πιθανότατα να κάνεις το φίλο σου να σε κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό, σαν χάνος!

Κατάπληξη και μάλιστα μεγάλη προκαλεί η ταχύτητα με την οποία καθημερινά ξεφυτρώνουν στα πέριξ αυτοί οι καφενέδες, δηλαδή οι καφετέριες! Σε κάθε σχεδόν ξημέρωμα του «σήμερα», βλέπεις να εγκαινιάζονται καινούργιες, που δεν υπήρχαν μόλις χθες. Να ανοίγουν νέες, όχι μόνο σε κεντρικά σημεία, αλλά και σε εντελώς απόκεντρα. Όχι μόνο σε χώρους με καθαρή σχετικά ατμόσφαιρα, αλλά ακόμη και πάνω σε πεζοδρόμια, δίπλα σε δρόμους μεγάλης κυκλοφορίας, δηλαδή σε χώρους με μεγάλη περιβαλλοντική επιβάρυνση.

Φαίνεται ότι το παλιό σατυρικό τραγουδάκι του Χάρυ -Κλυν:

Δώστε μου μόλυνση και πάρτε την ψυχή μου

ραδιενέργεια ποτίστε το κορμί μου….»

τελικά δεν ήταν και τόσο τραβηγμένο, όσο ακούγονταν.

Δεν αποκλείεται το τοξικό μονοξείδιο και οι καρκινογόνοι ρύποι που εκπέμπονται από τα πισινά των τροχοφόρων, να «νοστιμεύουν» τον «καπουτσίνο» και τον «φραπέ»! Σε εξακόσιες, έγραψε ντόπια εφημερίδα, φτάνουν οι καφετέριες και τα ουζάδικα στα Γιάννινα!!!

Δεν ξέρω αν αυτός ο αριθμός ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το ότι όμως ένας «απερπάτητος», σαν εμένα, εύκολα μπόρεσε ένα βράδυ να απαριθμήσει από μνήμης κάπου εξήντα καφετέριες και μπαράκια, από κεντρικά και μόνο σημεία της πόλης, μάλλον επιβεβαιώνει την αξιοπιστία της είδησης! Και το εκπληκτικό είναι ότι όλα αρά τα «αναψυκτήρια» δουλεύουν! Δουλεύουν παρά το τσουχτερό τους τιμολόγιο.

Σάστισα για τα καλά κάποιο βράδυ, όταν θέλησα να προσφέρω ένα τερψυλαρύγγιο σε συγγενείς απόδημους, που ήλθαν από την Αυστραλία στα Γιάννινα για λίγες μέρες. Τρία ουζάκια χύμα με … εννέα ακριβώς φιστίκια για «μεζέ», τα πλήρωσα τρία χιλιάρικα παρακαλώ, σε μπαράκι της λίμνης!

Τη δική μου όμως σαστιμάρα δεν συμμερίστηκε ο αρκετά «περπατημένος» μικρός μου γιος, που βρήκε το ποσό λογικό!Για μένα πάντως, που φαίνεται ότι βρίσκομαι πια έξω από κάθε πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς το κόστος της… καφετζίδικης αναψυχής, το μπιλιετάκι ήταν εξωφρενικό. Τότε λοιπόν ήταν που έσκουξα από μέσα μου: «Πού είσαι κατακαημένη προπολεμική αλλά και μετακατοχική εποχή, που με το πενιχρό πατρικό χαρτζιλίκι, μπορούσες να αλωνίζεις όλους τους καφενέδες των Γιαννίνων»!!!

Είναι αδύνατο να θυμηθώ περισσότερα από εφτά, σ’ ολόκληρη την πόλη. Τόσα ήταν τα καφετζίδικο, οι «πατεράδες» δηλαδή από τις σημερινές καφετέριες, την εποχή που ήμουνα παιδί. Να ξεχνάω δύο – τρία; Μπορεί. Περισσότερα δηλαδή από δέκα, δεν ήταν τα λαϊκά καφενεδάκια τότε, που μπορούσες άνετα να απολαύσεις μια βανίλια, ένα γλυκό του κουταλιού, μία λεμονάδα, μία τσιτσιμπύρα, ή ένα ουζάκι με λακέρδα, αν ήσουνα μεγάλος, χωρίς το φόβο να μείνεις… ταπί και ψύχραιμος!

Ξεκινώντας λοιπόν από τις νότιες παρυφές της πόλης, συναντούσες το πρώτο καφετζίδικο δίπλα ακριβώς από το οικοτροφείο θηλέων στο λόφο Βελισαρίου, από τον οποίο είχε πάρει και το όνομα του. Ήταν ένα υπαίθριο μαγαζάκι, που μάζευε αρκετό κόσμο τη χειμωνιάτικη εποχή. Καλοδεχούμενος αυτόν τον καιρό ο μεσημεριάτικος ήλιος από πολλούς παλιούς γιαννιώτες, που άπλωναν την αρίδα τους μισοναρκωμένοι στις ψάθινες υπαίθριες καρέκλες για να χωνέψουν, απολαμβάνοντας ραχατλίδικα τον «τούρκικο» καφέ, που σήμερα έχει αλλάξει ιθαγένεια και έγινε «ελληνικός».

Κατεβαίνοντας τη λεωφόρο Δωδώνης, προς τη μεριά της κεντρικής πλατείας, έπεφτες επάνω στο δεύτερο καφενείο. Ήταν ο «Κουραμπάς», στην ίδια περίπου θέση που βρίσκεται σήμερα το ομώνυμο δημοτικό αναψυκτήριο. Πλούσιο σε παχύ ίσκιο εκείνο το κεντράκι, συγκέντρωνε μεγάλη πελατεία την καλοκαιριάτικη εποχή με τους καύσωνες. Ένα προνομιακά δροσερό μέρος με πανύψηλα δέντρα και άφθονη πρασινάδα, μια πραγματική όαση για σωματικό και ψυχικό χαλάρωμα, μέσα στο καλοκαιριάτικο λιοπύρι. Τα βράδια, το τιμούσαν ιδιαίτερα οι παρέες από τους γνωστούς παλιούς ξενύχτηδες γλεντζέδες. Στα τραπεζάκια απλώνονταν οι νταβάδες με τα γιουβέτσια, τα λιμνίσια ψάρια, και τις άλλες λιχουδιές, που ετοιμάζονταν στα σπίτια από τις μανάδες κάποιων γεροντοπαλίκαρων. Στη συνέχεια και μέσα «στης νύχτας τη σιγαλιά», επακολουθούσε αφηνιασμένη … μάσα, με συνοδεία γερής κρασοκατάνυξης και ξέφρενων χαχανητών, κάτω από την ευφρόσυνη διάθεση που σπάταλα σκορπίζει ο Βάκχος σ’ όσους τον τιμούν και ιδιαίτερα σε αρκετούς απροβλημάτιστους «έχοντες», των περασμένων γενιών, που τον υπερτιμούσαν! Η συρροή από συντοπίτες στο καφενεδάκι του «Κουραμπά», έπαιρνε μορφή πανηγυριού την Παρασκευή της Διακαινησίμου, στη γιορτή δηλαδή της Ζωοδόχου Πηγής. Οι περισσότεροι από τους προσκυνητές που ανέβαιναν για ν’ ανάψουν το κερί τους στην εκκλησιά της Περιβλέπτου που γιορτάζει εκείνη τη μέρα, με το σχόλασμα της Λειτουργίας κατηφόριζαν με τα πόδια προς την πόλη. Με το που θα έφταναν μπροστά από το καφενείο, κάνανε απαραίτητα μια εθιμική στάση για να δροσιστούν, κάτω από τα γιγαντόσωμα δέντρα, με καμιά λεμονάδα, κανένα καφεδάκι ή ουζάκι. Ασφυκτικά γεμάτο εκείνη τη μέρα πάντοτε το καφενείο, μέχρι τις προχωρημένες απογευματινές ώρες.

Κατεβαίνοντας ακόμη χαμηλότερα τη Δωδώνης, συναντούσες στα δεξιά σου ένα άλλο στενόμακρο υπαίθριο κεντράκι, την «Αίγλη». Το μάκρος της ορίζονταν από το πλάτος του μεγάλου θερινού κινηματογράφου «Έσπερος», που εκτείνονταν στην ίδια σχεδόν θέση με το σημερινό δικαστικό μέγαρο. Η «Αίγλη», σε ψηλότερο επίπεδο από εκείνο του πεζοδρομίου, οριοθετούνταν προς το πλάτος του γειτονικού κινηματογράφου με ένα σιδερένιο καγκελόφραχτο, επάνω στο οποίο ολίσθαινε μεγάλη αδιαφανή κουρτίνα. Κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας, η κουρτίνα δεν επέτρεπε τη … λάθρα τηλεθέαση από τους πελάτες της «Αίγλης» ή από τους σεργιανίζοντες στην πλατεία. Στο διάλειμμα όμως της προβολής, που διαφημίζονταν πάντοτε σκηνές από το έργο προσεχώς», η κουρτίνα τραβιόταν και επέτρεπε την παρακολούθηση εκείνων των σκηνών. Μια αρχέγονη μορφή οπτικής διαφήμισης. Η «Αίγλη» συγκέντρωνε κόσμο και κοσμάκη κάθε βράδυ. Ίσως στην ιδιαίτερη προτίμηση των συμπολιτών προσμετρούσε το γεγονός ότι στο κεντράκι έπαιζε πάντοτε επταμελής αξιόλογη γιαννιώτικη ορχήστρα. Μέσα στα όργανα της, δέσποζε με τη θαυμάσια κορνέτα του ο γνωστός συντοπίτης Σωτήρης, τον οποίο η γενιά μου αποκαλούσε «Χάρυ», θέλοντας έτσι να τον προσομοιάσει με το διάσημο αμερικάνο κορνετίστα της εποχής Χάρυ Τζέημς! Από τους αρκετούς καλλιτέχνες που πέρασαν από την εξέδρα της «Αίγλης», αλησμόνητη έμεινε μέσα μου μια θαυμάσια τραγουδίστρια. Μια νεαρή μεσοϋψίφωνη κοπέλα με πολύ καλή, γλυκιά και απαλή φωνή. Παρά το ότι δεν συγκαταλέγονταν στις μεγάλες και γνωστές φίρμες της Αθήνας, η Ρούλα Φωκιανού ήταν ένα αξιοπρόσεκτο ταλέντο, που άφησε εποχή στα Γιάννινα! Το ότι άλλωστε έμεινα μέσα μου χαραγμένο το όνομα της για μισό και πλέον αιώνα, νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό. Από την «Αίγλη» ακούστηκε για πρώτη φορά η γνωστή μεγάλη επιτυχία της Σοφίας Βέμπο, «Λόντρα – Παρίσι», ερμηνευμένη έξοχα από τη Ρούλα! Αξιοσημείωτο μάλιστα παραμένει το γεγονός ότι λίγους μήνες αργότερα, που κυκλοφόρησε σε δίσκο το τραγούδι εκείνο με ερμηνεύτρια την αξέχαστη Βέμπο, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αδίστακτα είχαν αποφανθεί ότι η απόδοση της Ρούλας ήταν απείρως καλύτερη! Μια άποψη με την οποία είχα συνταχθεί ανεπιφύλακτα.

Ελάχιστα μέτρα πιο κάτω από την «Αίγλη», στη θέση περίπου που πρόσφατα έχει ανοιχτεί ο καινούργιος δρόμος που παρακάμπτει την κεντρική πλατεία και σε βγάζει δίπλα στο παλιό δημαρχείο, στην 21ης Φεβρουαρίου, στέκονταν το υπαίθριο επίσης καφετζίδικο του Μαλάμου. Δεν ήταν λίγοι οι πελάτες που μαζεύονταν και εκεί τις βραδινές περισσότερο ώρες, όπως δεν ήταν λίγες οι φορές που και σ’ αυτό το καφενεδάκι έπαιζε ζωντανή γιαννιώτικη ορχήστρα, συνοδεύοντας κάποιον συντοπίτη τραγουδιστή ή τραγουδίστρια! Αρκετές οι κατά καιρούς εκπλήξεις από την εξέδρα του Μαλάμου. Από τις μεγαλύτερες, πιστεύω, ήταν εκείνη του ’48, όταν απ’ αυτή εμφανίστηκε ο μεγάλος τροβαδούρος Φώτης Πολυμερής με την κιθάρα του! Στρατιώτης εξ εφέδρων τότε, τον καιρό δηλαδή του αδελφοκτόνου σπαραγμού, του δίνονταν κάπου – κάπου η άδεια να τραγουδάει δημόσια.

Εκατό περίπου μέτρα πιο κάτω από το Μαλάμο, ήταν το τελευταίο υπαίθριο κεντράκι της πλατείας. Ακριβώς εκεί που σήμερα βρίσκεται η «Όαση».

Δύο και μόνο τα καφενεία κάτω στο μόλο, έναντι των … εκατόν δύο σημερινών! Εκείνο του Μακρή (του … «ντενεκέ», όπως ήταν γνωστότερο) και το άλλο του Μπαράκα, δηλαδή η «κυρα – Φροσύνη». Στην ίδια ακριβώς θέση και με την ίδια ονομασία βρίσκονται οι σημερινοί … απόγονοι εκείνων των καφενείων, που ονοματίζονται πλέον «καφετέριες»! Σε μοντέρνο στυλ το οίκημα του σημερινού … «ντενεκέ», στο παραδοσιακό πάντοτε η «κυρά – Φροσύνη», όπως την τότε εποχή. Ευτυχώς που ανήκει στο Δήμο και έτσι διατήρησε την παλιά του γραφικότητα. Ανταγωνισμός, εκείνο τον καιρό, ανάμεσα στον «ντενεκέ» και τον Μπαράκα. Ένας ανταγωνισμός που δεν είχε σχέση με το τιμολόγιο των δύο μαγαζιών, που ουσιαστικά ήταν το ίδιο, αλλά αφορούσε το ποιο από τα δύο είχε δυνατότερα… μεγάφωνα!!! Υπερτερούσε, αίφνης, ο «ντενεκές» σε ισχύ μεγαφώνων κάποια στιγμή; Αμέσως θα τον ακολουθούσε με ισχυρότερο ενισχυτή και μεγαλύτερα μεγάφωνα η «κυρά -Φροσύνη»! Είχε αναχθεί σε θέμα… τιμής, για το ποιο από τα δύο καφενεδάκια θα «ακούγονταν» δυνατότερα! Βέβαια μην πάει ο νους σας στα σημερινά ηχοσυγκροτήματα – τέρατα, που μπορούν κάλλιστα να κουφάνουν και να τρελάνουν, μέσα από την ανελέητη ηχορύπανση που σκορπάνε. Σαφώς όχι. Στα μικρά τότε Γιάννινα, τα μεγάφωνα από τα δύο καφενεδάκια, μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά, μόλις που ακούγονταν κάπως ευκρινώς ως το σπίτι της γιαγιάς Φωτεινής κάτω στα μποστάνια, δηλαδή κάπου πεντακόσια μέτρα σε ευθεία.

Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’40, τα δύο καφενεία του μόλου συγκέντρωναν τα καλοκαίρια σημαντική πελατεία, ιδιαίτερα τις Κυριακές και γιορτές. Η γνωστή δροσιά που επικρατεί στην περιοχή της λίμνης, έστω και αν μέσα στην πόλη σκάει τζίτζικας, τραβούσε σαν μαγνήτης τους παλιούς γιαννιώτες. Θυμάμαι ακόμη τις παρέες με τους ξενύχτηδες και τα ξεφαντώματα στις καρέκλες της «κυρά – Φροσύνης», μπροστά στα στρόγγυλα σιδερένια τραπέζια, τα βαρυφορτωμένα με λογής – λογής μεζέδες, φαγητά, γλυκά και με τον απαραίτητο νταβά με τις κόκκινες βρασμένες λαχταριστές καραβίδες. Έναν εκλεκτό μεζέ, εφάμιλλο του αστακού, που έμεινε πλέον ανάμνηση, ύστερα από τη θανατηφόρα για την καραβίδα ρύπανση, που έχει ανελέητα υποστεί η λίμνη, τις τελευταίες δεκαετίες.

Από τις αρχές του ’80, κατά περίεργο τρόπο, ο μόλος συγκέντρωνε κόσμο περισσότερο τα πρωινά και πολύ λιγότερο τα απογεύματα και τα βράδια. Τις νυχτερινές ώρες, οι συντοπίτες προτιμούσαν να κόβουν βόλτες στο «νυφοπάζαρο», όπως τότε ήταν γνωστή η κεντρική πλατεία. Το όνομα είχε πάρει η πλατεία από το σύρε η έλα αγοριών και κοριτσιών. Μέσα από ατέρμονες βόλτες, για ώρες και ώρες, το αρσενικό της εποχής επιχειρούσε το διακριτικό οπτικό «καμάκιασμα» του θηλυκού, που από τη μεριά του πρόσμενε ντροπαλά και με σκυμμένο κεφάλι το αρσενικό… καμάκι! Από τότε βέβαια πέρασαν χρόνια πολλά. Έτη και έτη, που θα ‘λεγε ο μακαρίτης Κωνσταντάρας!

Το να διηγηθεί ο πατέρας, στο σημερινό νεαρό γιο, την τακτική που ακολουθούσε εκείνος, προκειμένου να εισπράξει κάποιο… ανθυπομειδίαμα από το «πρόσωπο», θα περαστεί για ποντιακό ανέκδοτο μάλλον! Η σημερινή εποχή είναι χαρακτηριστική για την ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία πραγματώνονται τα πάντα, μέσα στα οποία και το άμεσο… «κρεβάτωμα», ακόμη και από την ηλικία των δώδεκα, ακόμη και από το πρώτο «ραντεβού»!

Ένα άλλο καφενείο μαζί και εστιατόριο, ήταν το «Άλσος», κοντά στην παλιά μου γειτονιά της Αγίας Αικατερίνης. Στα προπολεμικά χρόνια στη θέση εκείνη ζούσε το καφενείο του Ζαρίτα. Ένα υπαίθριο αλλά και στεγασμένο ταυτόχρονα κεντράκι, που μάζευε στα τραπεζάκια του πολλούς γιαννιώτες. Στα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια, το κτίριο κατεδαφίστηκε και στη θέση του χτίστηκε από το Δήμο το «Άλσος». Ένα πέτρινο ισόγειο οίκημα, το ίδιο το σημερινό, που στο εσωτερικό του λειτουργούσε ως εστιατόριο, ενώ στον μεγάλο κήπο δούλευε περισσότερο ως αναψυκτήριο. Το «Άλσος», παρά την προνομιούχο θέση του με το πλούσιο πράσινο και τον καθαρό αέρα, που του εξασφαλίζει το διπλανό αλσύλλιο και παρά την προσπάθεια για την επιβολή του, από την επιχείρηση των αδελφών Τσιμή που το είχε νοικιασμένο, δεν πήγε εντούτοις καλά. Η παρουσία κάθε καλοκαίρι μεγάλης ορχήστρας και επώνυμων καλλιτεχνών της εποχής, όπως του Νίκου Γούναρη και του Τζίμη Μακούλη, δεν κατάφεραν σπουδαία πράγματα Έτσι σιγά – σιγά εγκαταλείφτηκε, για να προσφέρει σήμερα στέγη στους πιτσιρικάδες, ως βρεφονηπιακός δημοτικός Σταθμός.

Το έβδομο και τελευταίο καφενεδάκι που θυμάμαι, ήταν εκείνο του «Καμπούρη». Δεν ξέρω αν αυτό ήταν το όνομα του καφετζή που το δούλευε. Το υπαίθριο κεντράκι βρίσκονταν λίγο πιο εκεί από το Αγροτικό Οικοτροφείο, πέρα στους Αμπελοκήπους. Σαν κτίσμα είχε κάπως κυλινδρικό σχήμα, ντυμένο ολόγυρα με τζαμαρία. Το καφενεδάκι, όπως άλλωστε και το πρώτο που συναντήσαμε σ’ αυτή την περιγραφή, δηλαδή το «Βελισαρίου», ήταν περισσότερο χειμωνιάτικο. Ο μεσημεριάτικος προσανατολισμός του, παρακινούσε τους γιαννιώτες για μια μετά … μεσημβρίαν βόλτα μέχρι εκεί, προς απόλαυση του «πολλά βαρύ» στο μεγάλο λιακωτό του. Ιδιαίτερη η αδυναμία του πατέρα μου για το καφενεδάκι του «Καμπούρη». Δεν ήταν λίγα τα μεσημέρια που, μετά το φαγητό, θυσίαζε τον απαραίτητο για εκείνον υπνάκο, για μια βόλτα μέχρι εκεί, με τη μάνα μου κι εμένα. Από τις καρέκλες του, οι γονείς μου ρούφαγαν απολαυστικά τον απογευματιάτικο καφέ, ενώ εγώ μασούλαγα ορεκτικά το απογευματινό μου … λουκουμάκι!

Λίγο πολύ, όλα τα καφενεδάκια εκείνης της εποχής κινούνταν σε χαμηλά τιμολόγια. Κάποιες διαφορές, λογικές όμως, συναντούσες σ’ εκείνα με ζωντανό πρόγραμμα. Για παράδειγμα το «Άλσος», σαφώς είχε ανεβασμένες τιμές και ιδιαίτερα κάποιες περιόδους που είχε παρουσιάσει πρόγραμμα πίστας, κατά το πρότυπο του ομώνυμου κέντρου στο πεδίο του Άρεως στην Αθήνα. Δεν θυμάμαι όμως ποτέ το σκέτο ουζάκι να ταυτίζονταν με σημερινό … χιλιάρικο!

Πέρα από τα καλοκαιριάτικα αναψυκτήρια, που αποτελούσαν τη μια μορφή ξεσκάσματος για τους γιαννιώτες των δεκαετιών ’40 – ’60, άλλος ένας πόλος έλξης και μάλιστα εξαιρετικά μεγάλος, ιδιαίτερα για τα παιδιά, ήταν οι κινηματογράφοι. Η έννοια «τηλεόραση», δεν ήταν ακόμη γνωστή ούτε σαν λέξη. Οι ουρές, ή καλύτερα το άναρχο ανθρώπινο … σμάρι που σχηματίζονταν μπροστά από τα εκδοτήρια των εισιτηρίων, ήταν απερίγραπτο, ήταν τεράστιο, ήταν συμπαγές. Ασφυκτικές οι πιέσεις που δεχόσουνα ολόγυρα από το δυνατό και επίτηδες σπρωξίδι που προκαλούσαν κάποια ζαγάρια, ίσως για την επίτευξη στενότερης «επαφής» με μερικά θηλυκά, που κυριολεκτικά συνθλίβονταν μέσα σ’ εκείνες τις… λαοσυνάξεις! Σε τυχόν διαμαρτυρία κοπέλας στον ανελέητα … κολλημένο επάνω της, έπαιρνε τη γνωστή απάντηση:

– «Τι να κάνω δεσποινίς; Οι πισινοί σπρώχνουν….»! και δώσ’ του σφιχτότερο κόλλημα στον… πισινό της διαμαρτυρόμενης!

Το περίεργο πάντως είναι ότι αρκετοί από εκείνους τους αρσενικούς, που για ώρα στριμώχνονταν και τρίβονταν «αθέλητα» επάνω σε κάποιο θηλυκό, με το που θα έφταναν επιτέλους κάποτε μπροστά από το ταμείο του κινηματογράφου για να βγάλουν εισιτήριο, δεν το έκαναν, αλλά… έστριβαν κανονικά και έφευγαν! Μέχρι σήμερα, δεν μπόρεσα να εξηγήσω για ποιο λόγο δεν έμπαιναν τελικά στην αίθουσα του κινηματογράφου. Όπως δεν μπόρεσα ακόμη να εξηγήσω και κάτι άλλο: Το ότι δηλαδή δεν ήταν λίγες οι φορές, που αρκετές από τις … πρεσαρισμένες, θεάθηκαν στη συνέχεια με κάτι περίεργους μεγάλους «νωπούς» λεκέδες στα πισινά της φούστας! Τώρα αν το μυαλό σας τείνει να ταυτίσει εκείνους τους «λεκέδες» με το σημερινό γνωστό … λεκεδοσκάνδαλο Κλίντον – Λεβίνσκυ, είναι δικός σας λογαριασμός. Πάντως το δικό μου μυαλό, αρνείται «κατηγορηματικά» να κάνει έναν τέτοιο παραλληλισμό!

Ο τεράστιος συρφετός, μπροστά από τα ταμεία των κινηματογράφων, δεν παρέμενε ποτέ ήρεμος, αλλά κυμάτιζε δεξιά – αριστερά – εμπρός – πίσω, κάτω από τη ρυθμική ιαχή «ωωω!… όπα!!!…. ωωω! όπα!!!» των ίδιων εκείνων… πιεστικών ζαγαριών! Το αποκορύφωμα κάποτε για μένα της ασφυκτικής πίεσης μπροστά από το ταμείο της χειμερινής «Τιτάνιας» υπήρξε τέτοιο, που αναγκάστηκα στο τέλος να… σηκώσω από το έδαφος τα πόδια, μια και ήταν εντελώς … περιττά, αλλά και για να μη μου τα σακατέψουν! Έτσι βρέθηκα χωρίς πόδια μέσα στην αίθουσα(!), αιωρούμενος κυριολεκτικά, αλλά και με την πλάτη μπροστά, αφού κατά την «ιπτάμενη» μεταφορά μου είχα ολοκληρώσει δύο πλήρεις περιστροφές γύρω από τον … άξονα μου! Δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που με την αθέλητα απότομη «εισβολή» τους στην αίθουσα, που συνεπάγονταν αυτόματα και σωματική … εκτόνωση, έπαιρναν κουτρουβάλες στο δάπεδο, για να τσαλαπατηθούν στη συνέχεια από τους ακολουθούντες «εισβολείς»! Σωστός χαμός σας λέω. Το ότι δεν είχαμε θρηνήσει ποτέ θύματα από εκείνο το μακελειό, μάλλον σε θαύμα οφείλονταν. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πτυσσόμενο σιδερένιο ψηλό κιγκλίδωμα που βρίσκονταν μπροστά στην είσοδο της «Τιτάνιας», είχε μόνιμα στρεβλώσει από την αδυσώπητη πίεση που καθημερινά δέχονταν επάνω του από εκείνο το…. ανθρωπομάνι! Μάταιες οι δραματικές εκκλήσεις του ιδιοκτήτη της κινηματογραφικής επιχείρησης Κώστα Μπίττα «Παρακαλώ μη σπρώχνεστε … θα σκοτωθείτε υπάρχουν καθίσματα για όλους…». Δε βαριέσαι! Εκείνος τα ‘λεγε, εκείνος τ’ άκουγε!

Πολύ μεγάλος ο αριθμός από τα εισιτήρια που κόβονταν στους κινηματογράφους της πόλης μας. Μέχρι και τις αρχές του ’50, οι χειμερινές αίθουσες προβολής ήταν μόνο δύο. Η μικρή του «Τιτάνια» και η δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη, του παλιού «Ορφέα». Στα αμέσως μετακατοχικά χρόνια, για μία ή δύο χειμερινές σαιζόν, είχε λειτουργήσει και ο κινηματογράφος «Έσπερος» ως χειμερινός, στεγασμένος στην αίθουσα του γνωστού μεγάλου χαρτοπαικτικού κέντρου «Μεγάλη Βρετανία», που πρόσφατα μετατράπηκε στο ομώνυμο ζαχαροπλαστείο. Γρήγορα όμως η αίθουσα είχε ξαναγυρίσει σε πρεφατσίδικο και ο «Έσπερος» δούλευε μόνο ως θερινός.

Κάπου το ’53 ή ’54, αν θυμάμαι καλά, πρωτολειτούργησε και ο πολύ μεγάλος κινηματογράφος «Παλλάδιο» (χειμερινός – θερινός), που μαζί με έναν ακόμη μικρό, που αρχικά είχε λειτουργήσει σαν στρατιωτικός, («Κύπρος»), μειώσανε σημαντικά τον καθημερινό απερίγραπτο… κουρνιαχτό από την «Τιτάνια» και τον «Ορφέα». Πάντως, σ’ αυτή την καταχώρηση, μιλάμε για την «κινηματογραφική» κατάσταση που επικρατούσε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Δεν υπήρχε λοιπόν πιτσιρικάς και όχι μόνο, που να μην είναι φανατικός κινηματογραφόφιλος! Όμως, έστω και για πόλη είκοσι χιλιάδων κατοίκων περίπου, που ήταν τότε τα Γιάννινα, δύο και μόνο χειμερινοί κινηματογράφοι ήταν ελάχιστοι. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος για εκείνη τη φοβερή κλωτσοπατινάδα μπροστά από τα ταμεία, ιδιαίτερα τους χειμωνιάτικους μήνες, σε συνάρτηση βέβαια πάντοτε και με την υψηλή αγωγή του νεοέλληνα, που ποτέ δεν έμαθε να περιμένει υπομονετικά σε ουρά, όπως κάνουν οι περισσότεροι λαοί, τουλάχιστον οι μη τριτοκοσμικοί

Τη θερινή σαιζόν, λειτουργούσε και ένας τρίτος κινηματογράφος, όπως αναφέρθηκε λίγο πιο πάνω, δηλαδή ο «Έσπερος». Δεν είναι σχήμα υπερβολής αν πούμε ότι ο «Έσπερος» ήταν ο ρομαντικότερος και ωραιότερος κινηματογράφος, όχι μόνο των Γιαννίνων, αλλά και όλης της Ελλάδας ίσως. Φανταστείτε μια μεγάλη έκταση, σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου περίπου, που εκτείνονταν ανάμεσα σε ανατολή και δύση. Το «πανί» ήταν στημένο στην ανατολική πλευρά του ορθογωνίου οπότε, για τα μάτια του θεατή, η προβολή του κινηματογραφικού έργου γίνονταν με φόντο τη γιγαντόσωμη σιλουέτα του βουνού Περιστέρι, με τα ριζά να κολυμπάνε στα πεντακάθαρα τότε νερά της Παμβώτιδας! Πανόραμα ανείπωτης ομορφιάς να παρακολουθείς την προβολή του έργου και σε κάποια στιγμή να απολαμβάνεις το «ξύπνημα», πάνω από τη βουνοκορφή, της μαχμουρλίδικης ολόγιομης ασημένιας φιγούρας του καλοκαιριάτικου φεγγαριού, με το φιλάρεσκο καθρέφτισμα πάνω στην αρυτίδωτη επιφάνεια της λίμνης! Ένα φαντασμαγορικό, ένα υπέροχο φυσικό ντεκόρ, που για πάνω από μισόν αιώνα εξακολουθεί να μένει αλησμόνητο μέσα μου! Τα δύο τρίτα της ορθογώνιας έκτασης του κινηματογράφου, βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο και αντιστοιχούσαν με την «πλατεία», θα λέγαμε, μιας χειμερινής αίθουσας προβολής. Το τελευταίο όμως ένα τρίτο, το δυτικό, βρίσκονταν σε επίπεδο ψηλότερο κατά εξήντα και πλέον πόντους από εκείνο της «πλατείας». Τούτο ταυτίζονταν, πάλι, με «εξώστη» χειμωνιάτικου σινεμά. Ο εξώστης συνδύαζε κινηματογράφο και καφενείο! Στα αραδιασμένα εκεί στρόγγυλα σιδερένια τραπεζάκια με τις γνωστές πάνινες πτυσσόμενες πολυθρόνες, μπορούσες να δροσίζεσαι με ένα αναψυκτικό ή ένα ποτό, παράλληλα με την προβολή του έργου. Εκείνος ο εξώστης, εξασφάλιζε ακόμα την απρόσκοπτη θέα του «πανιού», χωρίς να χρειάζεται το στραβολαίμιασμα, για να αποφεύγεις την οπτική παρεμβολή του κεφαλιού κάποιου ψηλού, που κάθονταν μπροστά σου στην πλατεία! Ποτέ δεν κάθισα στην «πλατεία» του «Εσπέρου». Ποτέ! Το χαρτζιλίκι του πατέρα, ήταν υπεραρκετό για να μου εξασφαλίζει και αναψυκτικό, πέρα από το εισιτήριο! Καθόμουνα σαν… πασάς στον «εξώστη», στην πρώτη πάντοτε σειρά και απολάμβανα ραχατλίδικα έργο, αναψυκτικό και υπέροχο γιαννιώτικο τοπίο «μπόι – νάιτ»!

Ας έρθουμε όμως λίγο και στα κινηματογραφικά έργα εκείνης της εποχής. Τέσσερις ήταν οι κύριες κατηγορίες: Τα αισθηματικά, που δεν συγκέντρωναν και μεγάλη εκτίμηση από τον παιδόκοσμο τουλάχιστον, τα αστυνομικά, τα πολεμικά και τα περιπετειώδη. Για τις τρεις όμως τελευταίες περιπτώσεις, γίνονταν το «σώσε» μπροστά από τα ταμεία των κινηματογράφων, όπως έχει ήδη γραφεί. Ακόμα θυμάμαι κάποια έργα, που η ανθρωποθάλασσα μπροστά στα ταμεία, έπαιρνε την έκταση …. ωκεανού: «Το σημάδι του Ζορρό», «Κάπταιν μπλάντ», «Αίμα και άμμος», «Απόκληρος της κοινωνίας», «Καζαμπλάνκα», «Το γεράκι της Μάλτας», «Φραγκενστάιν», «Ανεμοδαρμένα ύψη» και άλλα πολλά.

Τώρα ειδικά για κάποια πολεμικά, αλλά περισσότερο για μερικά περιπετειώδη, που η διάρκεια προβολής ξεπέρναγε την μιάμιση ή τις δύο το πολύ ώρες, το έργο χωρίζονταν σε δύο κομμάτια, που αποτελούσαν μία «μίνι σειρά» δύο «επεισοδίων», που θα λέγαμε σε τωρινή ορολογία. Τέτοιες σειρές, εμφανίζονται σήμερα από την τηλεόραση κυρίως. Δεν γνωρίζω αν κάτι τέτοιο εξακολουθεί να υπάρχει και στους κινηματογράφους της σημερινής εποχής, μια και το … διαζύγιο μου μ’ αυτούς έχει ήδη συμπληρώσει εικοσαετία! Τα δύο λοιπόν εκείνα επεισόδια, την εποχή εκείνη λέγονταν «εποχές»! Έτσι είχαμε τα λεγόμενα «δίποχα» έργα, που δεν προβάλλονταν όμως ολόκληρα την ίδια μέρα με ένα μόνο εισιτήριο, αλλά δύο συνεχόμενες μέρες και με… δύο εισιτήρια!

Εκεί λοιπόν που η αγωνία του θεατή φούντωνε για τα καλά, σε κάποιο σημείο του σεναρίου, η προβολή διακόπτονταν απότομα και στο «πανί» προβάλλονταν η πληροφόρηση: «Τέλος Α! εποχής»! Τούτο σήμαινε ότι έπρεπε να σηκωθείς από την καρέκλα σου και να φύγεις. Αν ήθελες να ιδείς και την «Β! εποχή», τότε την επόμενη μέρα θα έπρεπε να ξανασυμπιεστείς στην ουρά και να ξαναβγάλεις εισιτήριο! Τα «δίποχα» εκείνα έργα, έφταναν να κόβουν τεράστιο αριθμό από εισιτήρια. «Το σημάδι του Ζορρό» και άλλα πολλά, με τίτλους και υποθέσεις που δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ, έκαναν θραύση στον παιδόκοσμο και ιδιαίτερα τους καλοκαιριάτικους μήνες.

Αλησμόνητη μέσα μου η ρομαντική νότα των καλοκαιριάτικων υπαίθριων κινηματογράφων. Όσο και αν η κανονική προβολή της ταινίας επαφίονταν στην καλή θέληση του καιρού, που κάποιες φορές τα μούσκευε με ξαφνική καλοκαιριάτικη νεροποντή, τις περισσότερες φορές δεν δημιουργούνταν προβλήματα. Ο καθαρός αέρας του υπαίθριου σινεμά, σε απάλλασσε από το μαρτύριο της μετάπτωσης σε παθητικό καπνιστή της χειμερινής αίθουσας, μια και αρκετοί ανάγωγοι θεριακλήδες δεν εννοούσαν, όπως και σήμερα δεν εννοούν, να συμμορφώνονται με τις πινακίδες της αίθουσας «απαγορεύεται το κάπνισμα», ούτε και με την παρόμοια απαγόρευση που μεταδίδονταν από τα μεγάφωνα:

«Εντός της αιθούσης, απαγορεύεται αυστηρώς το κάπνισμα. Οι συλλαμβανόμενοι θα οδηγούνται εις το αυτόφωρον».

Πέρα όμως από την καθαρή ατμόσφαιρα, η μαγεία και η ρομαντικότητα του υπαίθριου σινεμά ήταν κάτι το ξεχωριστό. Μπορεί πραγματικά ο θερινός «Έσπερος» να είχε κάποια μοναδικότητα που εντυπωσίαζε το θεατή και εντελώς ξεχωριστά τον ρομαντικό θεατή, όπως ειπώθηκε νωρίτερα, όμως και οι άλλοι δύο κινηματογράφοι, «Τιτάνια» και «Ορφεύς», δεν ήταν λιγότερο αξιόλογοι. Ιδιαίτερα την έκταση του θερινού «Τιτάνια», ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης Κώστας Μπίττας, ένας εξαιρετικά μερακλής άνθρωπος, είχε φροντίσει να την μετατρέψει ολόκληρη σε πραγματικό μπαχτσέ, με εκείνα τα αναρριχόμενα φυτά και λουλούδια, που στόλιζαν την οριοθέτηση της καλοκαιριάτικης «αίθουσας».

Τα χρόνια πέρασαν ανελέητα γρήγορα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Δυστυχώς! Μαζί μ’ αυτά, πέρασε οριστικά και η εποχή της υπαίθριας ρομάντζας των καλοκαιριάτικων κινηματογράφων. Η τεχνολογία της κλιματιζόμενης αίθουσας, κατέστησε περιττή την παράταση της ζωής τους. Έτσι στη θέση που ζούσαν κάποτε εκείνα τα θαυμάσια φυσικά αναψυκτήρια, σήμερα ορθώνονται κάποιες πελώριες τσιμεντένιες πολυκατοικίες, τάφοι πραγματικοί για ζωντανούς, αντί για τους χλοερούς παράδεισους, της ίδιας θέσης, που τέρπανε κάποτε τις περασμένες γενιές.

Τα φτηνά καφενεδάκια και οι υπαίθριοι κινηματογράφοι με τα «δίποχα», θα παραμένουν για λίγο ακόμη ζωντανοί, έστω και σαν ανάμνηση, στους παλιότερους από εκείνες τις γενιές, όσους ακόμη ζουν.

 

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο «σεργιάνι στα περασμένα…» του «Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών».

 

Advertisements