Ετικέτες

 «Ήπειρος

(ιδιαιτέρα αλληλογραφία Παλιγγενεσίας)

ΕΝ ΙΩΑΝΝΙΝΟΙΣ την 5 Δεκεμβρίου 1880

«Περιγράφομεν υμίν εν τη τελευταία μας ότι η κατάστασις του δυστήνου τούτου τόπου οσημέραι δεινούται. Πράγματι η ληστεία δεν λυμαίνεται μόνον της επαρχίας και τα τμήματα, αλλ’ εισήλασε και εντός αυτής της πόλεως. Λέγουσιν και διαδίδουσιν οι Τούρκοι και οι φίλοι αυτών ότι η ληστεία διενεργείται υπό χριστιανών ελλήνων, αλλ’ ουδέν ψευδέστερον τούτου διά την Ήπειρον, ην ληστεύουσι και λεηλατούσιν Οθωμανοί αλβανοί ζαπτιέδες, Κιρκάσιοι και άλλοι τοιούτοι.

Την παρελθούσαν Κυριακήν λησταί, και υποτίθεται πάνυ δικαίως και εκ πολλών τεμηρίων καταφαίνεται, ότι ήσαν Κιρκάσιοι, εγύμνωσαν τελείως την ενταύθα εκκλησ. αγ. Μαρίνης, κειμένην ουχί μακράν του μεγάλου της πόλεως στρατώνος. Η λήστευσις της εκκλησίας εγένετο την νύκτα της Κυριακής προς την δεύτερον. Παν ό,τι πολυτιμον κειμήλιον υπήρχεν εν αυτή αφηρέθη υπό των κακούργων πλην ενός ιερού ευαγγελίου και ενός ιερού ποτηριού εκ των καλλιτέρων της εκκλησίας ταύτης, τα οποία εφυλάττοντο μετ’ άλλων εντός ερμαρίου καλώς κεκλεισμένου. Οι κακούργοι συντρίψαντες το ερμάριον αφήρεσαν πάντα τα εν αυτών, αλλ’ ουδείς είδε πως ετυφλώθησαν και δεν είδον ταύτα, όντα περιτυλιγμένα. Οι λησταί εισήλθον εις τον περίβολον της αυλής εκ του προς τα μποστάνια τοίχου, όστις είναι χαμηλότερος του λοιπού, εις δε την εκκλησίαν διά της μικρός θύρας του ιερού, ην μη δυνηθέντες να διαρρήξωσιν, συνέτριψαν τους λίθους των λαμπάδων ή θυροστομίων, εξήγαγαν τας ρεζέδας της θύρας και ούτω κατόρθωσαν ν’ ανοίξωσι και εισέλθωσιν. Άμα τη πρωΐα ευρέθη ληστευμένη η εκκλησία, ο αρχιερεύς μετά πολλών εκ των προυχόντων μετέβησαν εις την αρχήν και εποιήσαντο τας δέουσας παραστάσεις. Δυστυχώς μέχρι σήμερον ουδέν ανεκαλύφθη, ουδείς συνελήφθη. Τουναντίον ευρέθη δολοφονημένος εις μίαν εκ των κεντρικωτέρων οδών της πόλεως και εις πολίτης. Όθεν το κακόν προχωρεί και εν αυτή τη πόλει και πανικός κατέχει τους πάντας.

Το ατυχές Ζαγόριον εξακολουθούσι να ληστεύωσιν οι θυάμιδες Οθωμανοί. Την 28 παρελθόντος περί την 10 1/2 ώραν της ημέρας τουρκιστί ή την 3 μ.μ. 70 λησταί υπό την αρχηγίαν του Σταυράκη εκ Σέλιανης και του Μούχα εκ του τμήματος Παραμυθίας, εισέβαλον εις την κώμην του Ζαγορίου Άνω Σουδενά, την γενέτειρα του Νεοφύτου Δούκα, Δόττου, Ιωαννίδου, Λαζαρά, Τσαπάρα και τοσούτων άλλων λογίων ανδρών και διευθύνθησαν κατ’ ευθείαν προς την σχολήν της κώμης και την εκκλησίαν επί σκοπώ να αιχμαλωτίσωσι τον διδάσκαλον μετά πολλών πλουσιοπαίδων και πολλούς άλλους εύπορους οικοκυραίους, ους ήλπιζον να εύρωσιν εν τη πλατεία της εκκλησίας και είτα να εξακολουθήσωσι την λεηλασίαν της κώμης. Αλλ’ απέτυχον, διότι το σχολείον ήτο κεκλεισμένον ως και η εκκλησία, ένεκα του προ ημισείας ώρας λαβόντος χώραν ενταφιασμού της Στασινής Λαμπρίδου, μεθ’ ον άνδρες και γυναίκες κατά το ειωθές είχον μεταβή εις την οικίαν της θανούσης προς παρηγορίαν των συγγενών. Οι λησταί ως εκ τούτου απήντησαν δύο γέροντας και ήρξαντο χειρών αδίκων, αναγκάζοντες τον ένα τούτων να οδήγηση τούτους εις τι παρακείμενον παντοπωλείον, τον δ’ έτερον εις την οικίαν του προεστώτος του χωρίου. Επειδή δε επυροβολήθησαν υπό τίνος δεκανέως της χωροφυλακής και φύλακος της κώμης, άφησαν τους γέροντες και αντεπυροβόλησαν κατ’ εκείνους δις και είτα επεδόθησαν εις την λεηλασίαν και πυρπόλησιν των οικών. Οι εν τη οικία Λαμπρίδου συνηθροισμένοι χωρικοί, άμα ήκουσαν τους πυροβολισμούς ηννόησαν ότι λησταί εισήλασαν και αθρόοι μετά 170 περίπου γυναικόπαιδων έτρεξαν και εισήλθον εις την παρακειμένην μονήν της Ευαγγελιστρίας, ης ο περίβολος λίαν υψηλός και ισχυρός και αι πύλαι αυτού σιδηραί,

Οι λησταί εν τούτοις επροχώρουν και ευρίσκοντες τας οικίας κεκλεισμένος και άνευ ανθρώπων επυρπόλουν αυτάς. Πρώτον προσέβαλον την οικίαν του μακαρίτου διδασκάλου Μ. Τουρτούρη, ης συνέτριψαν τας θύρας, ελεηλάτησαν και είτα επυρπόλησαν. Εκ της οικίας ταύτης το πυρ μετεδόθη και εις την παρακειμένην την του Χατσά, ήπς και αυθωρί εγένετο παρανάλωμα του πυρός ένεκα του πνέοντος ανέμου. Κατόπιν ελεηλάτησαν επί μίαν ώραν την οικίαν Ματσίκα και είτα επυρπόλησαν αυτήν. Εκείθεν όρμησαν κατά της πτωχότατης οικίας Καραντάνη, εις ην είχον καταφύγει αι οικογένειαι των τριών ειρημένων οικιών και οικοδέσποινα ανθίστατο και δεν παρέδιδε τας οικογενείας, κακοποιούσα όπως ηδύνατο τους ληστάς, οίτινες ιδόντες την αντίστασιν της οικοδεσποίνης έβαλον πυρ εις την οικίαν, ήτις και αντίστασιν της οικοδεσποίνης έβαλον πυρ εις την οικίαν, του Κ. Ζαφείρη αφ ης αφήρεσαν πλείστα πράγματα. Είτα ελεηλάτησαν το Παντοπωλείο Βράνιαλη και εξηνάγκασαν αυτόν να τους οδηγήσει εις τας ευπορωτέρας της κώμης οικίας, αλλά και μόνο την του Καψώφα προσέβαλον και ελεηλάτησαν αφαιρέσαντες και τον ημίονον αυτού, εφ’ ης εφόρτωσαν τα πολύτιμα πράγματα, άτινα είχον συνάξει. Εν τω μεταξύ τούτω ειδοποιηθέντες οι φύλακες των κωμών Κάτω Σουδενών και Τσερβαρίου, έσπευσαν και κατέλαβον το ύψωμα του προφήτου Ηλίου και επυρόβολουν τους ληστάς. Τότε εξήλθον και οι αγροφύλακες της κώμης εκ της μονής Ευαγγελιστρίας, εις ην είχον εισέλθει προς άμυναν των γυναικόπαιδων και ήρξαντο να πυροβολούν τους ληστάς, αφ’ ετέρου έσπευσεν εκ της κώμης Βίτσας, και ο εκεί παρατυχών φιλότιμος Χασάν εφέντης επί κεφαλής 12 ανδρών και προσέβαλεν εκ των νώτων τους ληστάς, τρέψας αυτούς εις φυγών και σώσας ούτω την κώμην της περαιτέρω καταστροφής. Οι κακούργοι μεθ’ ενός αιχμαλώτου έλαβον την εις Δοβράν άγουσαν, αλλ’ εν Δοβρά επυροβολήθησαν υπό των φυλάκων της κώμης ταύτης, οίτινες επλήγωσαν καιρίως ένα των ληστών, βιασθέντων ν’ αφήσωσι τον αιχμάλωτον. Εκείθεν κατήλθον εις την πεδιάδα και επορεύθησαν εις την πλησίον της γέφυρας Ραΐκου μονήν της Παλιουρής, ης ο ηγούμενος ειδοποίησεν αμέσως τον εν τη ειρημένη γέφυρα σταθμεύοντα στρατόν όστις προσέβαλεν αυτούς και ένα μεν εφόνευσαν, ένα δε συνέλαβον ζώντα και ωδήγησαν ενταύθα και να ίδωμεν τι εξαχθήσεται εκ της ανακρίσεως, ήτις ήρξατο ήδη.

Χθες δ’ ετέρα συμμορία θυάμιδων Τούρκων εκ 40 ληστών εθεάθη εις την 8 ώραν προς Δ. των Ιωαννίνων μονήν του Ασπραγγέλου, εξ ης έλαβε διά της βίας ψωμί και διηυθύνθη και αύτη εις τας κώμας του Ζαγορίου. Και τούτο μεν περί των ληστοπραξιών των Κιρκασίων και Αλβανών.

Χθες εισήλθον εξ πεδινά πυροβόλα Κρουπ, σταλέντα εκ Βιτωλίων. Ευτυχώς ήλθον εκ Νεοχωρίου και ουχί εκ Λυκοστόμου, διότι τότε η γέφυρα του αοιδίμου Μπίκα ήθελε καταστροφή, και τούτο θα ήτο ετέρα δυστυχία διά τον δυστυχή τούτον τόπον. Η γέφυρα αύτη, ει και τυγχάνει κρημνισμένη εις διάφορα μέρη, ουχ’ ήττον χρησιμεύει διά την συγκοινωνίαν. Αλλά χρήζει διορθώσεως και διορθώσεως σπουδίας και ανάγκη να μεριμνήσωσιν οι αρμόδιοι».

 

Το διαβάσαμε στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας» (αρ. τ. 429, Μάρτιος 2014), η οποία το αναδημοσίευσε από την παλιά Αθηναϊκή εφημερίδα «Παλιγγενεσία» .

Advertisements