Ετικέτες

, ,

Του Δημητρίου Σαλαμάγκα

Όταν στα 1929 το φουρνέλο άρχισε να τινάζει στον αέρα τα βράχια του Μιτσικελιού και να διανοίγει το δρόμο προς το Μέτσοβο, οι μόνοι, συντοπίτες που αντίκριζαν με ανησυχία τη βαθιά αυτή στις σάρκες του άγονου βουνού τομή, ήταν οι Νησιώτες άλλα και μερικοί ακόμα Γιαννιώτες, όσοι βγάζαν το ψωμί τους μεταφέροντας τα όσα προϊόντα κουβαλούσαν στα Γιάννινα τα καΐκια, από τα κοντινά χωριά.


Γιατί, τα νησιώτικα καΐκια και μάλιστα τα ειδικά για το σκοπό αυτό φκιασμένα, χωρίς τα πλαϊνά καθίσματα και τις τέντες, με όλο το κοίλο εσωτερικό τους προορισμένο για μεταφορές —ας τα ονομάσουμε φορτηγά —μετέφεραν από τη Ντραμπάτοβα και το Μπλιτς, αλλά περισσότερο από τον Πόρο και την Άρδομίστα— στα βορειοανατολικά της Λίμνης, κοντά στο Μοναστήρι της Ντουραχάνης στην κατειβασιά του Ντρίσκου— κάθε λογής προϊόντα, που τα κοντινά χωριά κατέβαζαν ίσαμε κει με τα ζωντανά τους, για μεταφορά και διάθεση στα Γιάννινα : καυσόξυλα και φακές από τους Λυγγιάδες, πατάτες και κάρβουνα από τις Γότιστες, μήλα από το Γρεβενίτι, και κάστανα και καρύδες και βούτυρο.
Καταλάβαιναν καλά οι Νησιώτες του καιρού, ότι το φουρνέλο, θάτρωγε το ψωμί τους και το λάστιχο του αυτοκίνητου, το καΐκι. Μα πως να τα εμποδίσουν; πως να σταματήσεις την πρόοδο;
Όταν αργότερα ο κασμάς του εργάτη άνοιγε το δρόμο στο σωλήνα της ύδρευσης, πάλι τους Νησιώτες έζωναν τα φίδια, θαρρείς και κάθε χτύπημα της αξίνας, δεν ξερίζωνε το γιαννιώτικο μονάχα γκαλντερίμι, αλλά χαλούσε και τα καΐκια τους αυτά που μετέφεραν το κρύο νερό της Ντραμπάτοβας -και του Μπλιτς μέσα σε βουτσέλλες, στα Γιάννινα.
Μετά το φουρνέλο, η Κρύα απ’ όπου υδρεύεται σήμερα η πόλη μας, ροκάνιζε το καΐκι.Στον τελευταίο πόλεμο, το μεγάλο καΐκι χρησιμοποιήθηκε για γεφυρώσεις και βοήθησε έτσι την αντίσταση κατά του κατακτητή της γειτονικής Χερσονήσου. Όμως, δεν ξαναγύριζε από κει.Και σχεδόν αμέσως κατόπι, ήρθε η μπενζίνα.
Η Ντραμπάτοβα τώρα πλησίασε πολύ, προς τα Γιάννινα, θες με τ’ αυτοκίνητο, θες με τη βενζινοκίνητη, μεγάλη βάρκα, πετάγεσαι με το τίποτα ίσαμε κει, σαν πως κάνεις ένα περιπατάκο στην πόλη.
Το μεγάλο τώρα καΐκι, το φρεσκομπογιατισμένο και παστρικό, με τους μαλακούς σιελτέδες και τις χαρούμενες τέντες, τα κόκκινα βολάν, που κυμάτιζαν στο Θρασκιά, και τον καλοντυμένο με τα παλιά επιχώρια ρούχα Νησιώτη, δεν υπάρχει πια. Τώρα, στην προκυμαία της Λίμνης, θα ιδής κάτι καραβοτσακισμένα βιζαβί, έτοιμα λες να καταρρεύσουν, χωρίς τέντα και σελτέδες και κανένα αποσυντεθειμένο νησιώτη με τα απορρακωμένα φράγκικα φορέματα, να ρεύει εκεί σε μια παλιοκαρέκλα, αρρωστεμένος και δυσκίνητος, λες νάχει βαρεθεί και τη ζωή του.
Όμως, κι -αν το φουρνέλο και η Κρύα, ο πόλεμος κι η βενζίνα, αποσαράκωσαν το καΐκι και τον καϊκτσή του, δε θα μπορέσουν ποτέ —δε μπόρεσαν ίσαμε τώρα — να καταπιούν και την ανάμνηση. Έχουν και «τάψυχα» την ψυχή τους, αυτά που περνούν, έχουν κι αυτά το όπλο τους : — Τη θύμηση,
Και να πως τραγούδησε ο νοσταλγός, το παλιό καΐκι :

Αφρό κυμάτου, πούπουλο, θαλασσοπούλι μοιάζεις
βαρκούλα καλοπρόαδεκτη στη Λίμνη της Φροσύνης.
Όπως χαρούμενη γλίστρας στην άπλα της ειρήνης
για βορεινές ή ολόφωτες ακρογιαλιές μας κράζεις.

Καθώς ανίδεη περνάς, παράξενα κοιτάζεις
το άχαρο, το δυσκίνητο και πίσω σου τάφήνεις
του μόχθου το καΐκι. Το δρόμο της γαλήνης,
εσύ βαρκούλα νιόφερτη, στη Λίμνη μας χαράζεις.

Μα εσύ καΐκι μου παλιό, μέσ’ τάχαρα γοφά σου,
γνώρισες δόξες και καημούς, χαρές και τρικυμίες
τραγούδια, θρήνους και πνιγμούς, θυμούς κι απελπισίες..
Τ’ είναι μιας βάρκας η θωριά μπροστά στις συλλοές σου;
— «Τράβα, Νησιώτη, τα κουπιά και μην τα φέρεις γύρα,
να πάμε στη Ντραμπάτοβα και στην Αγιά – Σωτήρα!»

Έτσι στα 1940, πριν ακόμα εισορμήσει στα νερά της Λίμνης η βροντερή και βιαστική μπενζίνα, έτσι οι «Νοσταλγίες» τραγούδησαν τους καημούς και τις παλιές του καϊκιού δόξες, χρησιμοποιώντας και το γνωστό λαϊκό δίστιχο.
— Τράβα, λοιπόν, Νησιώτη τα κουπιά! Με τα πανιά της φαντασίας, ας κάνουμε ένα μικρό περίπατο ίσαμε τον Τρεχωτό — ανάμεσα Νησί και Μετσικέλι — κι ας μπούμε μέσα στο στενό του Μπλίτς, για να δροσίσουμε τις διψασμένες θύμησες, με το κατάψυχρο κρύσταλλο της πηγής του.

Καθώς μπαίνουμε στον πόρο του σκαριού, άκρη – άκρη οι καλαμιές μπροστά τους, ολοάπλωτοι στα νερά, οι μεγάλοι των νούφαρων πράσινοι δίσκοι, που πολλοί τους είναι ανθισμένοι με τα ωραία κίτρινα ή κρεμ λουλούδια τους.
Το πλησίασμα μας, αναγκάζει το νερόφιδο που αναπαύεται και λιάζεται απάνω τους κουλουριασμένο, να γλιστρήσει γρήγορα στα νερά ή το βατραχάκι να πηδήξει και να κρυφτή, βουτώντας κάτου από τα νέρατα.
Εισχωρώντας στο στενό, μετά και πίσω από τις καλαμιές, αρχίζει το σκαρί. Μια υγρή κρύα μυρουδιά καλαμιάς και βάλτου μας περιτυλίγει έντονα, το νερό γίνεται κρυσταλογάλαζιο και το χέρι παγώνει στην επαφή του. Γύρω μας, στο σκαρί και τα νερά, η υδρόβια χλωρίδα : η ρεζάνα με την οποία πλέκουν τις κοινές ψάθινες καρέκλες, το παπύρι απ’ το όποιο γίνουνται οι κοινές ψάθες, το ρογκόζιο με το όποιο γίνουνται οι εκλεκτότερες, προϊόντα όλα αυτά οικιακής βιοτεχνίας της νησιώτισσας και του αργαλειού της.
Πλησιάσαμε!…
Ας πιούμε λιγάκι από το εξαίρετο νερό, ας αποβιβαστούμε στα πόδια του άγονου βουνού κι ας πάμε να κάνουμε ένα σταυρό στο παλιό μοναστήρι, των Άη- Ανάργυρων, όπου είναι θαμμένη κι η κυρά – Φροσύνη.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτρη Σαλαμάγκα «Περίπατοι στα Γιάννινα»

 

Advertisements