Ετικέτες

Του Γιάννη Κ. Τρεμπελη

Η παλαιά συνοικία τα ΓΑΛΑΤΑ της πόλεως μας περιλαμβάνει τας οδούς Παύλου Μελά, Γρίβα, Μαυρογιάννη με σύνορα το Σεβατιέ Τζαμί μαχαλά και την περιοχή του Μιλιέτ-Μπαχτσέ (κήπος του λαού), μια περιοχή γεμάτη με αμπέλια, καπνοτάπια και η οποία περιελαμβάνετο από τας οδούς Βορείου Ηπείρου, Δημολίτσα, Πατατούκα, Καλπακίου και 8ης Μεραρχίας.


Στο Μιλιέτ-Μπαχτσέ υπήρχε θαυμάσιος κήπος με άνθη, δέντρα οπωροφόρα, αμυγδαλιές, κερασιές, βερικοκιές, κουμπλιές κ.α. Επίσης στο μέρος αυτό υπήρχε ωραίο μεγάλο κτίριο ως εξοχικό κέντρο, όπου οι παλαιοί Γιαννιώτες με τις οικογένειες των τα καλοκαίρια απελάμβαναν τις χάρες της εξοχής.
Στις εορτές των Απόκρεω οι Γιαννιώτες γλεντούσαν στα μνήματα του Αρχιμανδρείου, σημερινή πλατεία Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος και την Καθαρή Δευτέρα στο Μιλιέτ -Μπαχτσέ, καθώς επίσης και την Πρωτομαγιά. Ο Μώλος στην λίμνη δεν εχρησιμοποιείτο, λόγω του ότι στάθμευαν τόσο στο Κάστρο, αλλά και πέριξ στρατιωτικές τουρκικές μονάδες.
Στο Μιλιέτ-Μπαχτσέ και ιδιαίτερα κοντά προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κοπάνων υπήρχαν και τρία άλλα καφενεία-κρασοπουλιά, όπου πήγαιναν οι μπαντίδοι γλεντζέδες παλαιοί Γιαννιώτες και όπως ήταν κρασοπατέρες τα έτσουζαν και γλεντοκοπούσαν και γύριζαν στα σπίτια τους, κατά το κοινώς λεγόμενο, φέσι.
Η συνοικία τα ΓΑΛΑΤΑ είχε το μεγάλο προνόμιο να βρίσκεται σ’ αυτή το σπίτι του Αγίου Γεωργίου του εξ Ιωαννίνων, που είναι ένα παλαιό αρχοντικό και μέρος του σπιτιού έγινε παρεκκλήσι, πολύ ωραίο και εκεί σώζεται, σε ειδική προθήκη το γιλέκο Του από την στολή του τσολιά, που φορούσε και το ωρολόγιον Του. Επίσης σώζεται το καθιστικό του δωμάτιο, που έγινε σαλόνι για τους προσκυνητές του παρεκκλησίου.
Κατά την ημέραν της εορτής του μαρτυρίου του Αγίου την 17ην Ιανουαρίου πλήθη κόσμου επισκέπτονται το σπίτι Του και μετά την λιτανεία προσφέρεται δείπνο εις τας αρχάς της πόλεως παρά του Μητροπολίτη.
Ο Αρχιεπίσκοπος μακαριστός Σπυρίδων, ως Μητροπολίτης Ιωαννίνων, διατηρούσε όλα τα ήθη και τα έθιμα και ηγείτο, παρά το βάρος της ηλικίας του και της επισφαλούς επίσης υγείας του, της πομπής από τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου και ο τάφος Του μέχρι το σπίτι του Αγίου, μια διαδρομή δύο περίπου χιλιομέτρων, ίσως και περισσότερον.
Από την συνοικία τα Γαλατά διήρχοντο τα πάντα, εμπόριο και ταξιδιώτες. Ήτο η προς βορράν είσοδος της πόλεως, καθώς και η Προσκύνησις, ο δρόμος μπροστά από το Νοσοκομείο «Γ. Χατζηκώστα».
Όλα τα πέριξ χωριά έφερναν το γάλα τους και τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, βουτυρά, τυριά και η αγορά από τους εμπόρους της πόλεως γινόταν εις την αρχήν της οδού Π. Μαυρογιάννη. Οι γαλατάδες της πόλεως εφοδιάζονταν με το γάλα και με τους τενεκέδες εποχούμενοι στα ποδήλατα γύριζαν στις γειτονιές της πόλεως και πωλούσαν την πραμάτεια τους.
Στην συνοικία υπήγοντο και τα περίφημα μποστάνια (λαχανόκηποι). Φρεσκότατα ζαρζαβατικά πολύ νόστιμα, καστραβέτσια (αγγουράκια), πατριτζιάνια (μελιτζάνες) μπάμιες, πιπεριές, γλυκές και καυτερές κ.ά. Ήτο ευλογία Θεού για την πόλη και οι κάτοχοι των μποστανιών φημίζονταν ότι, ήσαν πολύ νοικοκυραίοι, τίμιοι και οι φιλάργυροι.
Τα Γιάννινα έπεσαν στα χέρια των Τούρκων κατακτητών ολίγα χρόνια προ της καταλήψεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Ούνους κατακτητές.
Όταν οι Τούρκοι κατέκτησαν τα Γιάννινα υπήρχαν τότε δέκα εφτά εκκλησίες βυζαντινές, τις οποίες μετέτρεψαν σε τζαμιά. Μία θαυμάσια εκκλησία ήτο του Αγίου Σάββα, τέρμα των οδών Παύλου Μελά και Γρίβα. Η συνοικία από την εκκλησία πήρε το όνομα του Αγίου Σάββα και μετονομάσθη σε συνοικία του Σεβαντιέ τζαμί, όταν αυτή μετατρέπει σε τζαμί. Πέριξ του τζαμιού υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο με πολλές μελικοκκιές, δέντρα ιερά για τα νεκροταφεία των Ισλαμιστών και υπήρχαν και λίγα κυπαρίσσια κατάλοιπα του χριστιανικού νεκροταφείου, τα οποία θύμιζαν το ένδοξο παρελθόν της εκκλησίας του Αγίου Σάββα.
Πέριξ του νεκροταφείου υπήρχαν πολλά χριστιανικά σπίτια με τις ωραίες αυλές και τους κήπους γεμάτους λουλούδια και οπωροφόρα δένδρα. Σημειωτέον ότι, τα Γιάννινα μέχρι και το έτος 1950 ήταν μια πράσινη πόλη και δυστυχώς μετετράπη, με την είσοδο των μετοίκων, σε τσιμεντούπολη.
Στο Σεβαντιέ τζαμί υπηρετούσε ένας νεότατος χότζας με άριστη εμφάνιση.
Είχε το προνόμιο, εκτός της ομορφιά του, να έχει και θαυμάσια φωνή, όταν δε ανέβαινε πεντάκις της ημέρας στο τζαμί να καταγοητεύει Τούρκους και Χριστιανούς, όταν έκανε τον ντουά (προσευχή) προς τον Αλλάχ εις την αραβικήν από κείμενα του Κορανίου.
Ο Χότζας είχε την χάρη να είναι πολύ ερωτύλος και ηράσθη σφόδρα μια γειτόνισσα του τεμένους, την ωραιότατη χήρα κυρά Ρίνα. Έτσι καθημερινώς περνούσε έξω από το σπίτι της και τον ευνοούσε ο δρόμος, ο οποίος ήτο πολύ στενός και με πολλά αγριόδεντρα.
Προσπαθώντας να την κατακτήσει ο Χότζας την ωραία χριστιανή και νεοτάτη χήρα κυρά Ρίνα από του ύψους του τεμένους ψάλλων τον ντουά του έλεγε τελειώνοντας, για να τον ακούσει η κυρά Ρίνα στα Αραβικά και Ελληνικά: «Αλλάχ ιτς μπιρλιά, Θεέ μου σε παρακαλώ πολύ νάχα την Ρίνα μου μια βραδιά». Αυτή ακούγοντας τον πονηρά και χαμηλοφώνως έλεγε: «Νάνι-νάνι Χότζα μου, να σ’ είχα το βράδυ με ένα μποτ (κανάτι) κρασί και μια κουλούρα αχνιστή».
Τις εσπερινές ώρες το τέμενος στην κορυφή εφωτίζετο από πολυκάντηλα χρωματιστά, αυτός ντυμένος άψογα με μεταξωτά, φάνταζε σαν ένας παραμυθένιος πρίγκιπας της Άπω Ανατολής.
Το Κοράνι ευνοούσε τον Χότζα, του έδιδε το δικαίωμα να είναι πολύγαμος και να διατηρεί παλλακίδες.
Η κυρά Ρίνα είχε ερωτευθεί τον ωραίο Χότζα και οι συναντήσεις των εγένοντο υπό άκραν μυστικότητα, αλλά ο κόσμος της γειτονιάς είχε πληροφορηθεί τα τεκτενόμενα και της είχε βγάλει και σχετικό τραγούδι:
Η Ρίνα μας στο παραθύρι
Και ο Χότζας στο τζαμί,
Ζαχαρόπετσα τραβάει
Την χτυπά στην κεφαλή.
Σώπα, σώπα Χότζα μου
Να μην σ’ ακούσει η γειτονιά
Και το μάθουν οι δικοί μου
Και μου κάψουν τα μαλλιά.

Αυτή είναι η πραγματική φαιδρή ερωτική ιστορία του Χότζα και της ωραίας χήρας της κυρά Ρίνας από την συνοικία τα Γάλατα.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Γιαννιώτικες μνήμες του «Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών».

Advertisements