Ετικέτες

, , ,

Του Αναστασίου Παπαγγέλη

Έναν… ξυλένιον Αλή-Πασια θάπαιρνε σαν πρωταπριλιάτικο δώρο εξ ουρανού ένας απ’ τους τυχερούς της Ολυμπιακής – όλο και τ’ αναγορεύουμε τα εξ ουρανού δώρα, θέλεις να κάνη κανένα αστείο η Ολυμπιακή την Πρωτομαγιά που θ’ αρχίσουν τα δρομολόγια και μας θυμηθεί κι’ εμάς μη τη ρεκλάμα που της κάναμε, εγώ πάντως πήρα σα μπροστάντζα απ’ το εδώ πρακτορείο της δυό… μολύβια για να γράφω κι’ άλλα.


Έβαλα κι’ ένα ξυλένιο δώρο για να το καταλάβουν οι αναγνώστες της εφημερίδας μας ότι πρωταπριλιάτικα ήταν τα εξ ουρανού δώρα, σαν τα ξυλένια χειροκροτήματα που έπαιρνε οποίος έλεγε κρυάδες στο θέατρο του αξέχαστου Αττίκ.
Δυό ξυλόχερα είχε στην είσοδο της σκηνής στη «Μάντρα» του, όπως τόλεγε το θέατρο του, κι’ οποίος απ’ τούς θεατές, που έπαιρναν κι’ αυτοί κατά κάποιον τρόπο μέρος στις παραστάσεις του Αττίκ, έλεγε καμιά ανοστιά, εισέπραττε τα ξυλένια χειροκροτήματα απ’ τον Αττίκ, που χτύπαε τα ξυλόχερα τραβώντας ένα σχοινί: κραπ – κραπ – κραπ – κραπ…
Πρωτότυπο κι’ ιδιότυπο ήταν το θέατρο του Αττίκ που έκανε σόγια-σόγια παραστάσεις. Απαγγελίες εκ μέρους των θεατών, διαγωνισμούς ταχυμακαρονοφαγίας, διαγωνισμούς πολυφαγίας κ.τ.λ.
Σ’ έναν τέτοιον διαγωνισμό πολυφαγίας στη «Μάντρα» του Αττίκ στην οδό Αχαρνών πρώτος βγήκε, το γράφω με καμάρι, ένας Γιαννιώτης που έφαγε επί σκηνής μόνο για κολατσιό δυό ψητά αρνιά και δεν ξέρω πόσο γιαούρτι και πόσα αυγά που έκανε τους Αθηναίους να θιαμαχτούν και τον Αττίκ να κλαίει τα φτενά οικονομικά του για καιρό.
Κόντεψε να τον βάλει κάτω εκείνον που γράφει στα ανεκτίμητα παραμύθια του ο Σπύρο Μουσελίμης που έψενε σαράντα βουβάλια στη φωτιά για να κολατσίσει. Στην πραγματικότητα ετούτος, στα παραμύθια εκείνος. Χώρια εκείνος ο άλλος του Μουσελίμη πούχε χίλιες οκάδες μολύβια στο ένα πόδι κι άλλες χίλιες στο άλλο για να μη φέη πολύ, τόσο πολύ αρέντευε. Παρά λίγο να πνιγώ απ’ τα γελοία όταν το διάβαζα την ώρα πότρωγα και θα μ’ είχε στο λαιμό του ο Μουσελίμης.
Πατσιαντάς λέγονταν ο Γιαννιώτης αυτός πούχε τέτοιον πατσιά -Πατσιαντάς.. πατσιάς, μπορεί απ’ εκεί να βγήκε τόνομά του – που χώραγε δαμάλι ακέρηο. Που τόβαζε τόσο φαΐ ο αναλλαχόφοβος; Πως να τον πούμε αλλιώς, Τούρκος ήταν ο άνθρωπος, τον Αλλάχ έχουν για θεό οι Τούρκοι. Ήταν όμως και σωστό θηρίο. Αν τον έβλεπες από ψηλά, απ’ το μπαλκόνι στο δρόμο, έβλεπες ότι έπιανε ένα αλώνι τόπο κι’ αν τον έβλεπες από κάτω προς πάνω έβλεπες και τί δεν έβλεπες. ‘Ο,τι είδε ένα πρωινό ο φίλος του Πατσιαντά, που συχνά κάναν θυσία παρέα στο Βάκχο και συχνότερα αλλολοπειραζόνταν, ο αξέχαστος καθηγητής Αχιλλέας Βάντζιος.
Πρωί – πρωί διάβαινε για να ρίξει ένα τηλεγράφημα ο Βάντζιος και βλέπει τον Πατσιαντά στο μπαλκόνι του σπιτιού του πούχε βγει να τον βαρέσει λίγο αέρας. Ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα, άναψαν τα ξύγκια του Πατσιαντά και πρωί-πρωί βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του, παραπάνω από το Άλσος, μονάχα με τη νυχτικιά του, μια τεράστια πουκαμίσα, χωρίς να φοράει τίποτε άλλο από κάτω.
Μετά την καλημέρα κι’ όταν ο Βάντζιος του εξέφρασε την απορία του για τα δρώμενα, παρεκλήθη υπό του ιδιοκτήτου των δρωμένων να τα χαιρετίσει, διότι ο ίδιος από ετών ευρίσκετο, λόγω κοιλίας, εις αδυναμίαν χαιρετισμού των.
Με την ευκαιρία αξίζει ν’ αναφέρουμε κι’ ένα αεροπορικό ανέκδοτο σχετικό με τον Πατσιαντά. Όταν άρχισε τα αεροπορικά ταξίδια η… γιαγιά της Ολυμπιακής, η αεροπορική εταιρία Τ.Α.Ε., απ’ τούς πρώτους πούβγαλαν εισιτήριο για την Αθήνα ήταν κι ο Πατσιαντάς αλλά στάθηκε αδύνατο να τον πάρει η πόρτα απ’ τ’ αεροπλάνο κι’ έτσι ησύχασαν οι αεροπλαντζήδες που φοβόνταν μήπως δεν μπόρεση να απογειωθεί το αεροπλάνο με τον Πατσιαντά μέσα.
Όταν δε έπεσε στο δρόμο κάποτε, έξω από το σπίτι του, παρά λίγο να φέρουν γερανό να τον σηκώσουν. Ήταν κατά το 1940.
Κατά το 1938 ήρθε στα Γιάννινα ο Αττίκ με το θίασο του και τ’ απαραίτητα ξυλόχερα του κοντά για να δόση λίγες παραστάσεις.
Πρώτοι και καλλίτεροι πήγαμε με το συνάδελφο Τσαγκαράκη – καλή του ώρα στην Αθήνα που βρίσκεται – στο θέατρο του Ευστρατιάδη.
Είχε στο θίασο του ο Αττίκ και δυό αστέρια του τραγουδιού, δημιουργήματα δικά του, την Κάκια Μένδρη που ήταν τότε στις δόξες της με τη βελουδένια φωνή της και τη Νινή Ζαχά, με φιογκάκια στα μαλλιά και άσπρα καλτσάκια, κάτω από δέκα χρονών, που κάθονταν απάνω στο πιάνο του Αττίκ που τη συνόδευε με το πιάνο, με το τραγούδι του, με το σφύριγμα του, με τις κινήσεις του, ακέρηος θίασος ήταν ο Αττίκ μόνος του. Τραγούδησε η Νινή Ζαχά, τραγούδησε η Κάκια Μένδρη τα: «Μαραμένα τα γιούλια κι’ οι βιόλες», όπως δεν το τραγουδούσε καμιά άλλη και μετά ανέβηκε στη σκηνή να τραγουδήσει μια άγνωστη τραγουδίστρια. Στραπατσαρισμένη απ’ το χρόνο κοίταζε να καλύψει τις ζάρες της και τα κόκκαλα της, γιατί ήταν πολύ αδύνατη, με άφθονες μπογιές και πούδρες. Δεν ξέρω από που την είχε συμμαζέψει ο Αττίκ για να συμπλήρωση το θίασο του. Ποιος ξέρει τί να γράφανε τα χαρτιά της και τί δράμα κρύβονταν πίσω απ’ το άγνωστο αυτό θηλυκό.
Τραγουδούσε το : «Ζητάτε να σας πω τον πρώτο μου σκοπό», τραγούδι κι’ αυτό του Αττίκ, όπως και τα «Μαραμένα γιούλια» που δε θα μαραθούν ποτέ !
Τραγουδούσε το στίχο που λέει: Δεν είναι όλες οι καρδιές το ίδιο καμωμένες. Και πράγματι δεν είναι. Που τη βρήκε τόση σκληροκαρδιά ένας άγνωστος απ’ την πλατεία του θεάτρου και φωνάζει ακουστά σ’ όλους :
– Πάψε μωρή κίσσα…
Ψοφίμι σωστό, με χίλια ζόρια συνέχισε το τραγούδι της η δυστυχισμένη γυναίκα. Άλλα δεν πρόκανε να τελείωση καλά καλά κι’ όλος ο κόσμος σαν με σύνθημα ξέσπασε σ’ ένα χειροκρότημα που πιστεύω δεν ξαναείδε καλλιτέχνης στη σκηνή. Ατέλειωτο χειροκρότημα. Η δυστυχισμένη τραγουδίστρια να κλαίει απάνω στη σκηνή, ο κόσμος να μην την αφήνει να τραβηχτή στα παρασκήνια με το ατέλειωτο χειροκρότημα του. Θυμάμαι που με πόναγαν πολλές μέρες οι παλάμες των χεριών.
Χειροκροτάγαμε να της δείξουμε ότι δεν είναι από μας το κτήνος εκείνο που την τραυμάτισε, να της γλυκάνουμε τον πόνο απ’ το φοβερό τραύμα που δέχτηκε. Έκλαιγε αυτή στη σκηνή κλαίγαμε κι’ εμείς κάτω στην πλατεία. Μας πόνεσε εμάς περισσότερο απ’ αυτή. Να ξεντροπιαστούμε στα μάτια του Αττίκ που βγήκε κι’ αυτός ύστερα από ώρα πολλή στη σκηνή. Τότε ήταν που κόντεψε να πέσει το θέατρο απ’ το χειροκρότημα. Ένα ξέσπασμα της Ηπειρώτικης ψυχής με ανείπωτη ευγένεια που δεν θα ξαναγίνει. Αθάνατη Ηπειρώτικη ψυχή πόσους θησαυρούς κρύβεις κάτω απ’ την ταπεινοφροσύνη σου. Μεγαλείο άφθαστο που ακόμα δεν βρέθηκε πέννα να σε γράψει, αν μπορεί να βρεθεί τέτοιο πράμα.
Τέτοια εκδήλωση ομαδικής ανθρωπιάς ούτε είδα ούτε θα ξαναϊδώ. Θα τη θυμάμαι και πέρα απ’ τον τάφο μέσα απ’ την ψυχή των παιδιών μου, για όλα τα Ηπειρωτόπουλα τη γράφω την ιστορία ετούτη.
Και ο συχωρεμένος ο Αττίκ βουβός απάνω στη σκηνή μπροστά σ’ ένα ψυχικό σμίξιμο με τις ψυχές μας, ύστερα από πολλή ώρα, με δάκρυα στα μάτια, με δάκρυα στην ανάσα, με δάκρυα στη φωνή του, μόλις κατόρθωσε να ψελλίσει:
– Ευχαριστώ τα Γιάννινα…

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Αναστασίου Παπαγγέλη «ο παπά Φίλιππας κι άλλες ιστορίες».

Advertisements