Ετικέτες

,

Του Αθανασίου Παλιούρα

Στον Νίκο Τέντα

Κατέβηκα την πίσω σκάλα του σπιτιού και πήρα το πέτρινο καλντερίμι που έβγαζε στη νότια πύλη του Κάστρου.
Η πόλη των Ιωαννίνων ήταν πνιγμένη στην ομίχλη. Έβρεχε όλη τη νύχτα. Το χειμωνιάτικο κρύο περνούσε μέσα από τα χοντρά λιναρενια ρούχα και περόνιαζε τα κόκκαλα. Πέρασα μπροστά από τη μικρή και πανόμορφη εκκλησία του αγαπημένου μου άγιου Βάρβαρου πριν φτάσω στη μεγάλη τοξωτή πετρόχτιστη θύρα εξόδου. Βγήκα από το Κάστρο περνώντας την παλιά ξύλινη γέφυρα. Γύρω από τα ψηλά τείχη η λίμνη Παμβώτις έμπαινε με τα νερά της κι έγλυφε την πόλη με την πλατειά και βαθειά τάφρο. Έστριψα αριστερά και σε μικρή απόσταση το μονοπάτι μέφερε στη Σκάλα. Μια βαριά μυρουδιά απλωνόταν στην ατμόσφαιρα από τα ταμπάκικα της Σκάλας. Άνθρωποι και δέρματα είχαν πιάσει όλη την ακρολιμνιά, στην καθημερινή πάλη της επεξεργασίας, όπου το υγρό στοιχείο της λίμνης είναι το απαραίτητο συστατικό της ολοκλήρωσης ενός προϊόντος που προοριζόταν για την αγορά.


Ο Τζαννέτος ο βαρκάρης με περίμενε. Μ’ ένα βαρύ παλτό ως κάτω και με κουκούλα στο κεφάλι ίσα που φαινόταν το πρόσωπο του με τα μεγάλα κόκκινα μάτια και τα πυκνά κατσαρά γένια. Είπε;
– Τί λες, αφεντικό, να τολμήσουμε; Ο καιρός χειροτερεύει.
– Δε γίνεται να αναβάλλουμε, είπα.. Μας περιμένουν.
– Εν τάξει, φύγαμε. Με μια μεγάλη δρασκελιά μπήκε στη βάρκα και άπλωσε το χέρι προς εμένα να στηριχτώ και να μπω με τη σειρά μου.
Έβγαλε κάτω από την κουπαστή ένα τσόλι και το άπλωσε πάνω στη σανίδα στη μέση της βάρκας. Μου είπε: – Κάτσε εδώ, είναι στεγνά.

Με το μεγάλο κουπί έσπρωξε τη βάρκα προς τα μέσα και ξεκινήσαμε. Η βροχή δυνάμωνε και η ομίχλη έκρυβε το νησάκι. Ο Τζαννέτος κωπηλατούσε δυνατά και με γρήγορες κινήσεις. Φαινόταν πως βιαζόταν να φτάσουμε γρήγορα πριν δυναμώσει ο άνεμος και σηκώσει μεγαλύτερο κύμα.
Σε λιγότερο από μια ώρα πιάναμε το μικρό πετρόχτιστο λιμανάκι κάτω από το μοναστήρι των αρχόντων Φιλανθρωπινών, που ήταν και ο προορισμός μας. 1542 χρόνια μετά Χριστόν και το μεγάλο μοναστήρι βρισκόταν στις μεγάλες του δόξες. Έτσι έλεγε ο ηγούμενος κυρ-Ιωάσαφ που με κάλεσε να ιδώ από κοντά τα έργα του.
Μέσα στην πηχτή ομίχλη μια σκιά βγήκε από τη δυτική είσοδο του μοναστηριού και μας καλωσώρισε. Ο νεαρός μοναχός Θεόκτιστος μας οδήγησε από το διαβατικό στη μικρή εσωτερική αυλή και από εκεί μας ανέβασε στο αρχονταρίκι. Καθήσαμε και περιμέναμε ώσπου φάνηκε ο ηγούμενος κυρ-Ιωασαφ ο Φιλανθρωπινός. Είπε πως με τέτοια κοσμοχαλασιά δεν με περίμενε, πως εκφράζει τη μεγάλη του χαρά που με βλέπει, ελπίζει να μείνω όλη τη μέρα μαζί τους και πως στο ναό με περίμενε ο μεγάλος καλλιτέχνης με το συνεργείο του. Ρουφήξαμε με τον Τζαννέτο από ένα ζεστό τσάι καθώς στεγνώναμε τα ρούχα μας κοντά στο αναμμένο τζάκι.
Ο κύρ-Ιωάσαφ ξανάρθε. , Στεγνώσατε και ζεσταθήκατε; Άμα είστε έτοιμοι θέλετε να κατεβούμε στο ναό;

 

Περάσαμε από ένα μακρύ εσωτερικό μπαλκόνι, κατεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα, περπατήσαμε στην αυλή και μπήκαμε στο ναό από τη νότια είσοδο.
Είχα μια αγωνία και μια έγνοια, αλλά προσπαθούσα να είμαι συγκρατημένος και ψύχραιμος. Αγωνία γιατί θα γνώριζα το Φράγκο Κατελάνο, ένα φημισμένο ζωγράφο για τον οποίο μιλούσαν με ενθουσιασμό όλοι όσοι ήξεραν από ζωγραφική. Είχα και μια έγνοια: άραγε πως θα με αντιμετώπιζε; θα ήταν καταδεκτικός και φιλικός ή είχε μαζέψει πάνω του όλες τις παραξενιές των καλλιτεχνών;
Η σκέψη μου κόπηκε στη μέση κι έμεινε ατελείωτη. Γιατί καθώς μπήκαμε στο ναό ο ζωγράφος κυρ-Φραγκος ο Κατελάνος ήρθε προς το μέρος μου. Ψηλός κι αδύνατος, με μαύρα μακριά ίσα μαλλιά που ταδενε πίσω με σπάγγο, μελαχρινό πρόσωπο και μαύρα μεγάλα μάτια. Είχε σηκώσει το κάτω μέρος από τον χιτώνα και το είχε περάσει στην πλατειά δερμάτινη ζώνη του, ενώ τα μεγάλα μανίκια, καθώς σήκωνε τα χέρια κάνοντας κινήσεις όσο μιλούσε, έμοιαζαν με φτερά έτοιμα να πετάξουν.
– Καλώς ήρθες, είπε απλά καθώς μου έσφιγγε το χέρι. Ζεστάθηκα από την πρώτη στιγμή, ένιωσα τη θάλασσα να γαληνεύει μέσα μου. Είπα:
– Χαρά μου και τιμή μου που σε γνωρίζω. Πρώτα εσένα κι ύστερα την τέχνη σου.
Χαμογέλασε ικανοποιημένος. Σήκωσε το χέρι του και μου έδειξε πάνω στη σκαλωσιά τους βοηθούς του που ζωγράφιζαν εκείνη τη στιγμή τον βόρειο τοίχο. Ο ένας, με καπέλο και πράσινο φόρεμα, έβαζε με το πινέλο του χρώματα στο καράβι του αγίου Νικολάου.
– Ο Φράγκος, είπε ο ζωγράφος. Ο Φράγκος Κονταρής, έμαθε κι αυτός και ο αδερφός του Γεώργιος την τέχνη κοντά μου. Ο Φράγκος είναι και βαφτισιμιός μου. Του έδωσα το όνομα μου .
Στεκόμουνα όρθιος στη μέση της Λιτής, δίπλα στον κυρ-Ιωάσαφ τον ηγούμενο και κοίταζα μια τον μαέστρο και μια τους μαθητές του που ζωγράφιζαν και σιγόψελναν μαζί. Ο Γεώργιος, με μακριά ξανθά μαλλιά, έσκυψε από τη σκαλωσιά και ρώτησε:
– Δεν σε περιμέναμε. Με τέτοιο καιρό σήμερα…. Πρέπει νάσαι πολύ τολμηρός.
– Είχα καλό καπετάνιο, είπα με νόημα κοιτάζοντας τον Τζαννέτο. Καθίσαμε στα στασίδια πλάι-πλάι. Ώρες, ώρες πολλές. Σαν φίλοι που είχαν από καιρό να συναντηθούν και είχαν πολλά να πουν. Ο μαέστρος κυρ-Φράγκος μιλούσε, μιλούσε ακατάπαυστα. Απαντούσε αναλυτικά και με κάθε λεπτομέρεια σε κάθε μου ερώτηση. Συχνά ζητούσε και τη συναίνεση του ηγουμένου κυρ-Ιωάσαφ. Εκείνος ήξερε τι μεγάλο όνομα κουβαλούσε επάνω του. Και μιλούσε με την αυθεντία του γένους των αρχόντων Φιλανθρωπινών που οι ιδρυτές τους ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη και ρίζωσαν στο Κάστρο των Ιωαννίνων διαφεντεύοντας τετρακόσια χρόνια τώρα το μέγα οικογενειακό τους μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στο Νησί της λίμνης.
Όσο προχωρούσε η μέρα τόσο ο μαέστρος γινόταν πιο αποκαλυπτικός και μεταμορφωνόταν. Ήξερε καλά αυτός ποιά κληρονομιά έφερνε μέσα του και πως ζούσε μέχρι τα κατάβαθα του τις ώρες της μεγάλης ευθύνης.
– Πρέπει να είμαστε αντάξιοι διάδοχοι αυτών που υπόταξαν το ταλέντο τους στη μεγάλη τέχνη των εκκλησιών. Κάποιες φορές καθώς ζωγραφίζω νιώθω το χέρι του κυρ-Μανουήλ Πανσέληνου ν’ ακουμπάει στον ώμο μου και να παρακολουθεί τη δουλειά μου. Έρχεται στα όνειρα μου και κουβεντιάζει μαζί μου. Κι εγώ τον ρωτάω, τον ρωτάω για τα σχέδια, τα χρώματα, τα βλέμματα. Και τον καταλαβαίνω. Κάθε φορά φεύγει ευχαριστημένος. Γιατί ξέρει πως πασχίζουμε να του μοιάσουμε. Η τέχνη μας είναι το εργαλείο στα χέρια του Θεού.
Κοίταζα και ξανακοίταζα το έργο που προχωρούσε. Πινέλα και χρώματα, λεπτομέρειες και συνδυασμοί, υπομονή και εξουθένωση, γοητεία και ταπείνωση.

 

Πως πέρασαν οι ώρες, πως ήρθε το σούρουπο δεν το κατάλαβα. Ζούσα σαν σε όνειρο, σαν σε οπτασία. Αφού χρειάστηκε να επαναλάβει δυό φορές και δυνατά ο Τζαννέτος για να προσέξω αυτά που έλεγε επίμονα.
– Δεν μπορούμε να γυρίσουμε στο Κάστρο απόψε. Ο αέρας δυνάμωσε και θα κινδυνέψουμε. Τον άκουσα τελικά και είπα:
– Δεν πειράζει θα μείνουμε εδώ απόψε. Άγιε ηγούμενε, μπορούμε;
– Μονο μπορείτε, είπε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ο κυρ-Ιωάσαφ. Ξέρετε πόσο σας αγαπάμε.
Διέκοψε το διάλογο ο μαέστρος.
– Αθανάσιε, απόψε σκοπεύουμε να δουλέψουμε όλη τη νύχτα, μέχρι το πρωί. Σκοπεύω να κάνω μια σύνθεση των Φιλανθρωπινών, κάτι σαν σύναξη όλων των μεγάλων στον ίδιο χώρο, αν θέλεις να το συζητήσουμε κιόλας.
– Τι είμαι εγώ, είπα. Μου δίνεις μεγάλη αξία που με ρωτάς κιόλας. Φαίνεται είμαι τυχερός απόψε.

 

Η νύχτα έφερε κεραυνούς. Απροειδοποίητες αστραπές έκαναν για μια στιγμή τη νύχτα μέρα και οι βροντές συγκλόνιζαν το Νησάκι. Ο άνεμος ούρλιαζε και η βροχή δυνάμωνε.
Όλα τα τζάκια στο μοναστήρι έκαιγαν.
– Μεγάλα κούτσουρα μεγάλες φωτιές, έλεγε ο αρχοντάρης Ανδρόνικος καθώς έριχνε κι άλλο λάδι στα λυχνάρια.
Απολαύσαμε μια ζεστή σούπα στη μακρόστενη θολωτή Τράπεζα κι ύστερα περάσαμε στο ναό. Είχα προσέξει ότι έλειπαν από τους τοίχους της Τράπεζας τα μεγάλα πορτρέτα των Φιλανθρωπινών που περιεργάστηκα την τελευταία φορά που επισκέφτηκα το μοναστήρι. Οι τοίχοι ήταν άδειοι. Ακόμη και ο τελευταίος Φιλανθρωπινός, ο Νεόφυτος, που κρεμόταν μεγαλοπρεπής πάνω από το θρόνο του διαδόχου του και σημερινού ηγουμένου κυρ-Ιωάσαφ, έλειπε από τη θέση του. Είπα να ρωτήσω τι έγιναν, αλλά δε βρήκα ευκαιρία.
«Στα μοναστήρια δε ρωτάς, είχε πει κάποτε ο Θεοφάνης ο Αψαράς: Κάθεσαι, βλέπεις, ακούς, αλλά έχεις το στόμα κλειστό, σιωπάς. Από τις ερωτήσεις υποφέρουμε, όχι από τις επισκέψεις των προσκυνητών».
Στην ευρύχωρη αίθουσα της Λιτής τα φώτα ήταν δυνατά. Είχαν κατεβάσει πολλά λυχνάρια, λάμπες και κηροπήγια με μεγάλες αναμμένες λαμπάδες. Πολλοί μοναχοί έστεκαν γύρω από τον μεγάλο κυρ-Φράγκο που έδινε τις τελευταίες οδηγίες καθώς τα «πνευματικά του παιδιά», όπως συνήθιζε να τα λέει, ο Φράγκος και ο Γεώργιος, οι Κονταρήδες, προετοίμαζαν τον τοίχο. Στη βόρεια πλευρά, λίγο δυτικότερα από την πρόσβαση της Λιτής προς το βόρειο εξαρτικό, είχαν κατασκευάσει οι παλιότεροι μια τοξωτή κόγχη έτοιμη να δεχτεί τις εμπνεύσεις και τα σχέδια των ζωγράφων. Κάποιοι υποστήριζαν μάλιστα ότι αυτός ο χώρος έκρυβε στα θεμέλια του τάφους προηγούμενων ηγουμένων, που έζησαν εδώ αιώνες πριν.
Τότε λύθηκε η απορία μου και για τα πορτρέτα που έλειπαν από την Τράπεζα. Δόκιμοι μοναχοί τα είχαν φέρει και τα είχαν ακουμπήσει στους τοίχους ένα γύρο.
Ο μαέστρος κυρ-Φράγκος κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο Σχεδιασματάριο. Μόλις με είδε, ήρθε κοντά μου, με πήρε και καθίσαμε δίπλα-δίπλα στα στασίδια της νότια μεριάς, ακριβώς απέναντι από την τοξωτή κόγχη. Άνοιξε το Σχεδιασματάριο και μούδειξε το σχέδιο.
– Κάπως-έτσι σκέπτομαι να κάνω τη σύναξη των Φιλανθρωπινών. Είπε και με το κοντύλι περιέγραφε τη σκηνή. -Εδώ θα ζωγραφίσω ολόσωμο τον άγιο Νικόλαο. Θα κρατά ένα μεγάλο ανοιχτό ειλητάριο και θα αναγράφει επάνω όλα τα αιτήματα και τις ικεσίες των ηγουμένων για το μοναστήρι. Ψηλά θα τοποθετήσω το Χριστό για να δέχεται τις προσευχές. Και από την άλλη μεριά θα μαζέψω, όλους μαζί, τους ηγουμένους.
– Έτσι όπως είναι στα πορτρέτα; ρώτησα.
– Έτσι ακριβώς, μόνο που θα τους κάνω ολόσωμους με τα ράσα και τα κουκούλια.
Μια αστραπή πέταξε δυνατό φως από τα μικρά παράθυρα που ήταν ψηλά. Ακολούθησε η βροντή που μας συγκλόνισε όλους.
– Είναι η επιβεβαίωση του ουρανού για ότι θα κάνουμε απόψε, είπε με νόημα ο μεγάλος δάσκαλος των χρωμάτων. Και η μεγάλη χαρά των Φιλανθρωπινών που θα τους ανταμώσουμε σ’ αυτή τη σύναξη για να ευφραίνονται οι ψυχές τους. Πάμε να ξεκινήσουμε.

 
Η προετοιμασία του τοίχου είχε τελειώσει. Ο φρέσκος σοβάς σκορπούσε μια μυρουδιά υγρασίας και φρεσκάδας. Ο μεγάλος μαέστρος ζήτησε περισσότερα φώτα να πέφτουν στην έτοιμη επιφάνεια. Ύστερα στάθηκε όρθιος μπροστά στον τοίχο και με αριστοτεχνικές κινήσεις άρχισε να σχεδιάζει. Το κάρβουνο άφηνε μαύρες γραμμές που μετατρέπονταν σε συγκεκριμένα σχήματα, έπαιρναν μορφή. Ζυγιάζονταν τρία ισορροπημένα τμήματα, ενωμένα σε μια θαυμαστή σύνθεση, που όμοια δεν θυμούνται ως τότε ούτε οι ειδικοί περί τα τοιαύτα. Οι δόκιμοι μοναχοί σε κάθε νόημα του κυρ-Φράγκου έφερναν δίπλα του και από ένα πορτρέτο. Αυτός το μελετούσε και το σχεδίαζε. Για πολύ ώρα μία το πορτρέτο και μία η απόδοση στον τοίχο με το κάρβουνο περνούσαν και ξαναπερνούσαν από τη διαπεραστική ματιά του καλλιτέχνη.
Πρέπει να ήταν μεσάνυχτα όταν ο Καπελάνος πρόσταξε.
– Πινέλα και χρώματα.
Οι νεαροί Κονταρήδες έσπρωξαν προς αυτόν ένα τροχοφόρο πάγκο με μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και πολλές δεκάδες πινέλα.
– Τα χρώματα τα φτιάχνουμε μόνοι μας, στράφηκε προς εμένα. Από φλούδες καστανιάς, πράσινο καρύδι, φύλλα καρυδιάς και άγουρο σύκο, ρίζες δέντρων, κάπνες από δαδί, ασβέστη, λουλάκι, γαιώδη χρώματα, ένα σωρό ουσίες από τη φύση. Τρίβουμε, όλα τα υλικά, τα ξηραίνουμε, τα κάνουμε σκόνη στο γουδί. Είναι ανεξίτηλα.
Οι Κονταρήδες υπάκουαν στα νοήματα του δασκάλου τους και με ταχύτητα προετοίμαζαν πάνω στον πάγκο τους συνδυασμούς των χρωμάτων.
Εκείνος, αλλάζοντας συνέχεια πινέλα και χρώματα, ζωγράφιζε. Ξεκίνησε από το Χριστό που μέσα από το τόξο του ουρανού ευλογούσε με τα δυο ανοιχτά του χέρια, ενώ είχε μπροστά του ανοιχτό το Ευαγγέλιο. Δεξιά έστησε ολόσωμο τον άγιο Νικόλαο με την αρχιερατική του στολή να δείχνει στο Χριστό το μακρύ ειλητάριο ικετεύοντας για την πραγματοποίηση των προσευχών. Μπροστά του οι πέντε κτήτορες Φιλανθρωπινοί, γονατιστοί, με μακριά ράσα και γένια, τα επιρριπτάρια στο κεφάλι και τα χέρια υψωμένα σε δέηση να συνηγορούν σε όσα ο άγιος τους παρακαλεί. Ξεχωριστός παριστάνεται ο Γεώργιος με πυραμιδωτό κάλυμμα και κόκκινο γείσο μια και όλοι ήξεραν πόσο ξακουστός ψάλτης ήταν.
Στα πρώτα χρώματα και στους προπλασμούς ο κυρ-Φράγκος έδειχνε με νοήματα και έδινε εντολές με μια λέξη στους βοηθούς του, οι οποίοι περνούσαν τα χρώματα. -Μαύρο εδώ, καστανό εκεί, ώχρα τώρα, έτσι οι σταυροί στο πολυσταύριο φελόνι, Γεώργιε, άνοιξε λίγο το πετραχήλι του αγίου, Φράγκο, δώσε ένα τόνο πιο σκούρο στο δάπεδο… Ύστερα ήρθε η τελευταία ώρα των λεπτομερειών στα πρόσωπα. Ο δάσκαλος έμεινε μόνος, κατάμονος. Εμείς δεν υπήρχαμε γύρω του. Είχε γίνει ένα με τα πρόσωπα που ζωντάνευε. Αφοσιωμένος και καρφωμένος δούλευε τα μάτια, τους χάριζε έκφραση και πνοή, με μικρές μικρές πινελιές περνούσε τις ψιμυθιές στα πρόσωπα και τους γλυκασμούς κάτω από τα μάτια, στις παρειές, στο μέτωπο. Δούλευε, δούλευε ασταμάτητα, χωρίς διακοπή, αμίλητος και σιωπηλός, συνεπαρμένος από τα συγκλονιστικά αστραπόβροντα έξω και από την σαγηνευτική μυσταγωγία μέσα, είχε βγει έξω από τον εαυτό του, σε μια ξέφρενη πνευματική πορεία υπερέντασης και καλλιτεχνικού πάθους, πάσχιζε για το τέλειο, πνιγμένος στον ιδρώτα, με τα μάτια τεντωμένα, έφευγε, πετούσε, χάνονταν, σ’ ένα ατέλειωτο και επίμονο δόσιμο προκρίνοντας το παράφορο πήδημα από το γήινο και καθημερινό στο ουράνιο και ανεπανάληπτο.

 

Ώρες ολόκληρες τον παρακολουθούσα κατάπληκτος και αποσβολωμένος. Τα μάτια του έκαιγαν από τον πυρετό, το μελαχρινό πρόσωπο του είχε κοκκινίσει από τις συσπάσεις, χοντρές σταγόνες κυλούσαν από τα γένια του. Μπόρεσα μόνο και είπα δυνατά.
– Σαν τον Δομήνικο και τον Κλόντζα
Είχε τελειώσει. Άφησε το πινέλο κι έκανε δυό βήματα προς εμένα σαν υπνωτισμένος.
– Είπες τίποτε; με ρώτησε, καθώς ακουμπούσε στοργικά το χέρι του επάνω μου. Και γυρίζοντας στους Κονταρήδες πρόσταξε: – Γράψτε τα γράμματα που είπαμε. Σύρθηκε ως τη νότια είσοδο και χάθηκε στην αυλή. Ο αρχοντάρης Ανδρόνικος που ήρθε σε λίγο είπε πως έπεσε ξερός σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι και πως ακουγόταν ως το ηγουμενείο η βαθειά του ανάσα.
Μείναμε κάμποσο ακόμα όσο οι δυό μαθητές-καλλιτέχνες ολοκληρώσουν τη σύνθεση με τα γράμματα. Έγραψαν την επιγραφή στο ανοιχτό Ευαγγέλιο του Χριστού, τη μεγάλη επιγραφή στο μακρυνάρι του αγίου και τα ονόματα πάνω από τις μορφές των Φιλανθρωπινών: Μιχαήλ ο μέγας οικονόμος, Γεώργιος ο πρωτασηκρίτης, Μακάριος, Νεόφυτος και ο Μουρίκης ο σακελλάριος.

 

Όταν βγήκαμε από το ναό είχε ξημερώσει. Η βροχή είχε σταματήσει και η ομίχλη διαλύθηκε. Χαιρετίσαμε τον κύρ-Ιωάσαφ, τον ευχαριστήσαμε όπως αρμόζει σε τέτοια περίσταση, είπαμε δυό λόγια με τους Κονταρήδες για το μεγάλο δάσκαλο και όλα τ’ άλλα τα κλείσαμε στη σιωπή μας για να καρποφορήσουν όποτε έρθει εκείνη η κατάλληλη εποχή και η ευλογημένη ώρα. Ο Θεόκτιστος μας συνόδεψε ως το λιμανάκι.
Καθώς έμπαινα στη βάρκα με ρώτησε. – Που είναι η δική σας δουλειά;
Σήκωσα το χέρι μου κι έδειξα κατά την πόλη. Και τότε όλα φάνηκαν αλλαγμένα. Αίφνης μέσα από μεγάλα φωτεινά ανοίγματα η πόλη δεν ήταν μόνο το Κάστρο. Πλήθος πανύψηλα σπίτια, μεγάλες συνοικίες ανέβαιναν στους λόφους και κατέβαιναν στις κοιλάδες γύρω από τη λίμνη, μεγάλοι δρόμοι και πλατείες, ένα βουητό από τη σύγχρονη τεχνολογία έφτανε ως το Νησί.
– Εκεί είναι η δουλειά μου, είπα, αλλά η ψυχή μου είναι εδώ.

Ιωάννινα, Γενάρης 2003

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτικά γράμματα», τεύχος 3, Φεβρουάριος 2003

Advertisements