Ετικέτες

, ,

Του Δημητρίου Κοράκη

Μετά τις τρεις κυρίως μέρες της Πασχαλιάς στα παλιά Γιάννινα περιμέναμε όλοι μικροί και μεγάλοι με λαχτάρα την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής, που γιόρταζε και γιορτάζει η εκκλησία της Περιβλέπτου. Τότε γίνονταν μεγάλο πανηγύρι και συγκεντρώνονταν πολύς κόσμος, ιδιαίτερα όταν ο καιρός ήταν καλός.

Απ’ όλες τις συνοικίες της τότε γραφικής μικρής μας πόλης ξεκίναγαν οι Γιαννιώτες από πολύ πρωί με τις άσπρες λαμπάδες της Ανάστασης στα χέρια και με τα πόδια έφταναν στην εκκλησιά της Περίληφτης, για να εκκλησιαστούν, όσοι πρόφταιναν να μπουν μέσα σ’ αυτή. Ήταν πολλοί, που πήγαιναν και με τα παϊτόνια. Όταν η εκκλησιά γιόμιζε, κι αυτό γίνονταν γρήγορα, τότε οι υπόλοιποι πιστοί κάθονταν στα πεζούλια της, του μεγάλου πλάτανου και της γύρω από την είσοδο της εκκλησίας αυλής.

Όλοι άναβαν και κράταγαν στα χέρια τους τις λαμπάδες κατά τη διάρκεια της πανηγυρικής λειτουργίας. Ήταν τόσος πολύς ο κόσμος, που, αφού γέμιζε η εκκλησία κι ο μεγάλος περίβολος της, πολλοί γύριζαν μέσα στο νεκροταφείο κι άλλοι κάθονταν στην πυκνή χλωρασιά με τα μικρά αγριολούλουδα έξω από τον περιφραγμένο χώρο της εκκλησίας στα λιβάδια. Εκεί πολλοί άνοιγαν τις πετσέτες με τα πασχαλινά κουλούρια και τα αυγά, που είχαν φέρει από τα σπίτια τους κι αφού έκαναν «Χριστός Ανέστη» σπάζοντας τ’ αυγά και λέγοντας ευχές τα έτρωγαν με όρεξη, λες και δεν είχαν φάει το Πάσχα.
Οι περισσότεροι Γιαννιώτες πήγαιναν με μεγάλη επιθυμία, για να εκκλησιαστούν στην Περίβλεπτο ανάβοντας ένα κερί στη χάρη της κυράς Παναγιάς, αλλά και για το αντάμωμα και ανταλλαγή ευχών με συγγενείς, φίλους και γνωστούς, καθώς και για το σεργιάνι σ’ αυτή τη γιορτάσιμη συγκέντρωση.
Ήταν πολλοί όμως, που μετά το σκόλασμα της εκκλησίας, τις χαιρετούρες και το σεργιάνι πήγαιναν σε συγγενικά και φιλικά σπίτια στους γύρω και κοντά σ’ αυτή μαχαλάδες, όπως στα Ζευγάρια, στο Συνοικισμό, στον Κουραμπά, στη Λούτσα, στα Λακκώματα, στην Κιάφα, για να πουν τις ευχές για το Πάσχα, να πιουν ένα ταζέτκο (φρέσκο) καφέ και να φάνε ένα μυρωδάτο με γκιουλς (ροδόνερο) γιαννιώτικο κουλούρι.

Όλοι οι παλιοί Γιαννιώτες ήταν σχεδόν γνωστοί και οι σχέσεις τους πιο ζεστές κι ανθρώπινες κι όλοι σε καλοχαιρέταγαν και σε καλοδέχονταν στα σπίτια τους και με χαρά κι ευχαρίστηση σου πρόσφεραν ένα γλυκό του κουταλιού, έναν καφέ, ένα φοντάν ή ένα κουλούρι.
Σ’ αυτό το πανηγύρι συμμετείχαμε κι εμείς, που καθόμασταν στη γειτονιά του ‘Αη-Γιώργη του Νεομάρτυρα και ιδιαίτερα η οικογένεια μου, γιατί η μάνα μου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στη συνοικία της Λούτσας, όπου ήταν και το πατρικό της σπίτι και η εκκλησία της Περίληφτης ήταν συνδεδεμένη με τα παιδικά και τα νεανικά της χρόνια. Έτσι, από το πρωί της μέρας αυτής, όλοι με τις λαμπάδες της Ανάστασης στα χέρια, ξεκινάγαμε και με τα ποδάρια φτάναμε στην Περίλιφτη. Εκεί, οι μεγάλοι προσπαθούσαν να μπουν στην εκκλησία για να παρακολουθήσουν τη θεία λειτουργία κι αν δεν το κατάφερναν κάθονταν απ’ έξω στα πεζούλια της, ενώ εμείς τα μικρά παιδιά περνοδιαβαίναμε στον περίβολο, στο νεκροταφείο και στα γύρω λιβάδια της, όπου παίζαμε.

Μετά το σκόλασμα (απόλμα) της εκκλησίας ανακατεβόμασταν σε κείνο το πολύβουο πλήθος κι ανταλλάσσαμε ευχές και φιλιά με συγγενείς και φίλους για τις άγιες μέρες του Πάσχα.
Εμείς τα παιδιά, τραβούσαμε τους μεγάλους στο μέρος έξω από την εκκλησιά, όπου ήταν οι μικροπωλητές με τις τάβλες τους, πάνω στις οποίες είχαν αραδιάσει λογιών – λογιών καλούδια. Εκεί υπήρχαν διαφόρων ειδών ζαχαρωτά με μπόλικες καραμέλες, πολύχρωμα ζαχαρομπιρμπιλιά και τα εντυπωσιακά κόκκινα ζαχαρένια μήλα σε ξυλαράκια. Σε άλλες τάβλες υπήρχαν πανηγυρίσια μικροπαιχνίδια, όπως τζαμπούνες, τόπια, σιουλίστρες (σφυρίχτρες), βραχιόλια, δαχτυλίδια κ.λ.π. κι εμείς τα παιδιά μαζεμένα γύρω τους κοιτάγαμε και διαλέγαμε τι θα πάρουμε.
Μετά το πέρα – δώθε στους χώρους της εκκλησίας και γύρω απ’ αυτή ξεκινάγαμε για τις επισκέψεις σε συγγενικά και φιλικά σπίτια της Λούτσας και των Λακκωμάτων. Λεν καθόμασταν στα πεζούλια της ή στις γύρω χλωρασιές για να φάμε κουλούρια κι αυγά, όπως έκαναν άλλοι, γιατί μας περίμεναν να μας ταρτάρουν (κεράσουν) απ’ αυτά στα παραπάνω σπιτικά, που θα πηγαίναμε.

Πάντα δε μας κράταγαν για φαγητό το μεσημέρι και για να μη παρεξεγηθούμε από τους στενούς συγγενείς, οι μισοί της οικογένειας μου κάθονταν για φαγητό στο σπίτι του μπάρμπα Βαγγέλη, αδελφού της μάνας μου και οι άλλοι μισοί στου ξαδέλφου μου Κώστα, ανεψιού από αδελφή της μάνας.
Το απόγευμα, που ξεκινάγαμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας στον ‘An-Γιώργη, είχαμε μαζέψει τόσες πολλές «πασκαλίτσες» από τους συγγενείς, φίλους και γνωστούς των πιο πάνω μαχαλάδων, που, μερικές φορές, παίρναμε παϊτόνι για να πάμε στο σπίτι μας, επειδή ήταν μακρινή η απόσταση.
Όπως γίνονταν την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής στην Περίλιφτη, το ίδιο γίνονταν και την Κυριακή του Θωμά, που γιόρταζε και γιορτάζει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κοπάνων. Απ’ όλες τις συνοικίες των Γιαννίνων οι κάτοικοι τους από το πρωί ξεκίναγαν, οι περισσότεροι με τα ποδάρια και λίγοι με παϊτόνια, κι έφταναν στην εκκλησιά, για να γιορτάσουν την πανηγυρίσια αυτή μέρα με εκκλησιασμό, με αντάμωμα συγγενών και φίλων και με σεργιάνι.

Ήταν πολλοί Γιαννιώτες των περιοχών της Σιαράβας, του Κάστρου και του Μώλου, όπως και αρκετοί Νησιώτες, που έρχονταν στον Άγιο με τις παραδοσιακές μεγάλες βάρκες με πανί και με κουπιά, που έρχονταν και άραζαν στο μεγάλο πόρο κάτω από την εκκλησιά.
Γέμιζε η εκκλησία, ο περίβολος της και τα γύρω καταπράσινα τότε λιβάδια από κόσμο. Κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας όλοι, που ήταν μέσα στην εκκλησία κι έξω στον περίβολο της κράταγαν στα χέρια τους αναμμένες τις λαμπάδες της Ανάσταστης, που είχαν φέρει μαζί τους. Όταν τελείωνε η λειτουργία ήταν πολλοί, που αυτές τις λαμπάδες τις άφηναν στην εκκλησία παίρνοντας μία ή δύο στο σπίτι τους για το καλό ή για διάφορες χρήσεις (αγιασμό, ξεμάτιασμα κ.λπ.).

Μετά το απόλμα της εκκλησιάς, όλο εκείνο το μελισσολόι των μικρών και μεγάλων, ξεχύνονταν στους γύρω καταπράσινους χώρους, στο νεκροταφείο, στο δρόμο απ’ αυτή μέχρι και το Πέραμα κι όλοι αντάλλαζαν ευχές.
Μερικοί κάθονταν στο μικρό καφενεδάκι, που υπήρχε τότε στον περίβολο της εκκλησίας και αρκετοί πήγαιναν στα πιο ξέμακρα από το χώρο της καφενεία του Καμπούρη και το ονομαζόμενο Παυσίλυπον. Απ’ αυτούς, που κάθονταν στα πεζούλια της εκκλησίας και στα γύρω λιβάδια ήταν πολλοί, που έτρωγαν κουλούρια κι αυγά, που είχαν φέρει μαζί τους. Εμείς τα παιδιά κι εδώ περικυκλώναμε τις τάβλες των μικροπωλητών με τα διάφορα καλούδια και τα μικροπαιχνίδια, γιατί έπρεπε ν’ αγοράσουμε κάτι κι αυτή την πανηγυρίσια μέρα.

Μετά το σεργιάνι, τη βόλτα και το κουβεντολόι ο κόσμος άρχιζε ν’ αραιώνει γυρίζοντας στα σπίτια του, ενώ ήταν αρκετοί, που ήταν από μακρινούς μαχαλάδες της πόλης μας, που πήγαιναν επισκέψεις σε συγγενικά και φιλικά σπίτια των κοντινών σχετικά στην εκκλησία του ‘An-Νικόλα γειτονιών, του’Αη-Γιώργη του Νεομάρτυρα, του Γηροκομείου, της Βηλαρά, της Καραβατιάς κ.λπ.

Στα σπίτια της γειτονιάς του Άη-Γιώργη γύριζαν από την παραπάνω εκκλησία πολλοί συγγενείς, φίλοι και γνωστοί κι όλοι μας περιμέναμε με χαρά κι ευχαρίστηση να τους καλοδεχτούμε στα κατακάθαρα και γιορτάσιμα στρωμένα σπίτια μας. Αυτό γίνονταν και στο δικό μας σπίτι. Γι’ αυτό η μάνα μου προ της γιορτής του Θωμά έκανε κι άλλες «δόσεις» πασχαλινών γιαννιώτικων κουλουριών κι έβαφε κι άλλα κόκκινα αυγά στη χάλκινη κατσαρόλα με τη μπογιά, που είχε κρατήσει όταν έβαψε για πρώτη φορά αυγά για το Πάσχα, τη Μεγάλη Πέμπτη. Αυτό γίνονταν για ν’ αντιμετωπίζονται οι αυξημένες «πασκαλίτσες», που έδιναν σε όλους εκείνη τη μέρα, που έρχονταν στο σπίτι κι ιδιαίτερα στα παιδιά.

Επίσης από το συγγενολόι μας, που έρχονταν στο σπίτι μετά την εκκλησία ήταν μερικοί, που κάθονταν για φαγητό το μεσημέρι. Για το λόγο αυτό θυμάμαι ότι, η μάνα και η μεγάλη μου αδελφή δεν πήγαιναν στην εκκλησία και έμεναν στο σπίτι, για να το συγυρίσουν και να μαγειρέψουν διάφορα και μπόλικα φαγητά.
Οι βίζιτες (επισκέψεις) εκείνη τη μέρα ήταν τόσες πολλές στο σπίτι μας, που απορούσα πώς βρίσκουν άκρη οι γυναίκες του στο να κεράσουν και να προσφέρουν σε όλους γλυκό, καφέ, ποτό και πασκαλίτσα (κόκκινο αυγό και κουλούρι) και το μεσημέρι να ετοιμάσουν τραπέζι για τους καλεσμένους και την οικογένεια. Πάντως, όλα αυτά γίνοναν με μεγάλη ευχαρίστηση και ικανοποίηση, γιατί, όπως ξανάπα, υπήρχε η αγάπη κι η ζεστασιά στο αντάμωμα συγγενών, φίλων και γνωστών.

Έτσι περνούσαν περίπου οι δυο αυτές μεγάλες γιορτές μετά το Πάσχα, τα Πασκαλόγιορτα, όπως τις έλεγαν τότε στα παλιά Γιάννινα και τις θυμούμαστε με συγκίνηση, όπως και τα αγαπημένα μας πρόσωπα, που μαζί τους συμμετείχαμε, παιδιά τότε, σ’ αυτές.

(Απρίλιος 1999)

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών «Ιστορίες από τα Γιάννινα που έφυγαν…»

Advertisements