Ετικέτες

, , ,

Του Αντώνη Ζαχ. Τσεπέλη

Στην αρχή όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι. Κάθε Κυριακή πρωί, ντυμένος με τα «καλά» μου, ξεκίναγα για την εκκλησία. Η ενορία μου ήταν το Αρχιμαντρειό, μια πολύ μεγάλη εκκλησία, με απέραντους γυναικωνίτες, στις δυο πλευρές. Εκεί μαζευόμαστε τα παιδιά της γειτονιάς. Και με εξαίρεση αυτά που ντύνονταν παπαδοπαίδια, για τα εξαπτέρυγα, όλα τ’ άλλα χαζεύαμε χωρίς να καταλαβαίνουμε το παραμικρό απ’ τη μυσταγωγία της θείας λειτουργίας. Αυτό γίνονταν κάθε Κυριακή.


Όταν, όμως, έρχονταν οι μέρες του Πάσχα, τότε μεταμορφωνόμαστε σε ανυπόφορα τερατάκια, που χαλούσαμε τον κόσμο με τις φωνές και τα τρεξίματα στο προαύλιο της εκκλησίας. Περιμέναμε πως και πως να έλθει η Κυριακή των Βαΐων. Τότε διαλέγαμε απ’ τις κονίστρες μεγάλα κλαδιά από Βάγια και ο χώρος γύρω απ’ την εκκλησία μεταβάλλονταν γρήγορα σε πεδίο μάχης. Αλίμονο σ’ εκείνα τα παιδιά, που δεν κρατούσαν στα χέρια τους βάγια! Τα χτυπούσαμε αλύπητα στα πόδια με τα Βάγια μας, φωνάζοντας δυνατά: «Που είν’ τα Βάγια σου, καλέ;» Κι όταν αυτά απαντούσαν «τάχω μεσ’ τον καναπέ», τα ξαναχτυπούσαμε και τα παροτρύναμε να τρέξουν να τα φέρουν, για να γλυτώσουν το φουλτάκιασμα: «Σύρε φέρτα να τα δω». Και τραβούσαν τα κοντά παντελόνια, για να καλύψουν τα γυμνά μπούτια τους και όλο δικαιολογούνταν «τάχει ο Γιάννος στο χωριό».
Αυτό όμως που κάναμε τα βράδια, απ’ την ακολουθία του Νυμφίου και μέχρι την Ανάσταση, δεν μπορεί να περιγραφεί. Στα ατέλειωτα «γυναικεία», όπου οι γριούλες παρακολουθούσαν με κατάνυξη τα Άγια Πάθη του Χριστού μας και προσεύχονταν σιωπηλές, εμείς παίζαμε κυνηγητό και κρυφτό. Τρέχαμε στους μεγάλους διαδρόμους, κυνηγώντας ο ένας τον άλλο ή κρυβόμαστε στα σκοτεινά στασίδια, περιμένοντας να βρούμε ευκαιρία και να φτύσουμε στη φωλιά. Κι οι συμπαθητικές γριούλες όλο μας μάλωναν με σιγανή φωνή «ντροπή σας, ντροπή σας», που κανένας μας δεν την άκουγε και συνεχίζαμε τις τρεχάλες. Η τάξη κι η ησυχία επανέρχονταν στο λεπτό, όταν έκανε την εμφάνιση του ο Αντώνης, ο νεωκόρος. Τον τρέμαμε. Γιατί, όταν μας έπιανε στα χέρια του, μόνο που δεν τα κάναμε πάνω μας απ’ το φόβο.
Τη Μεγάλη Πέμπτη, αγοράζαμε απ’ τον κυρ Σπύρο, τον περιπτερά, τις μικρές συνόψεις και προσπαθούσαμε να παρακολουθήσουμε τον παπά, που διάβαζε τα δώδεκα ευαγγέλια. Έτσι ξεχνιόμαστε κι αφήναμε τις γριούλες στην ησυχία τους.
Αλλά τη Μεγάλη Παρασκευή, είχαμε καινούργια συγκέντρωση έξω απ’ την εκκλησία, ψάχνοντας για κάποιο θύμα. Πλησιάζαμε τα παιδιά, τα καλοντυμένα, αυτά που τα λέγαμε βουτυρόπαιδα και τα κοροϊδεύαμε, ότι οι δικές τους λαμπάδες, που ήταν στολισμένες και με κορδέλλες, δήθεν βρωμούσαν λίπος. Κι αυτά, αθώα κι ανυποψίαστα, μας τις εμπιστεύονταν, να τις μυρίσουμε. Και μεις τις δαγκώναμε με μανία, μέχρι που τις σπάζαμε, αδιαφορώντας για τα γοερά κλάματα τους. Και το βράδυ ακολουθούσαμε τον επιτάφιο στην Κεντρική Πλατεία, παίζοντας ξιφομαχία με τις λαμπάδες, λες και πηγαίναμε σε πανηγύρι. Κι ας είχαμε συμβάλλει στο στολισμό του, με λουλούδια που είχαμε κλέψει απ’ τις αυλές των σπιτιών της γειτονιάς, την προηγούμενη νύχτα.
Κι όταν έρχονταν το Μεγάλο Σάββατο, η Ανάσταση κι ο παπάς έψελνε με πάθος το Χριστός Ανέστη, εμείς χαιρόμαστε να τσουγκρίζουμε τα κόκκινα αυγά μας και να φιλάμε στο μάγουλο κάποια όμορφη κοπελιά, όπως έκαναν και οι μεγάλοι. Και κάναμε όλο μπακαμποντιές, γιατί τ’ αυγά ποτέ δεν τα τσουγκρίζαμε τίμια, μύτη με μύτη ή κώλο με κώλο, αλλά πάντα στα πλαϊνά, για να βγαίνουμε κερδισμένοι. Και την πατάγαμε μόνο, όταν κάποιο παιδί, πιο έξυπνο από μας, κρατούσε στο χέρι του ξύλινο αυγό ή αυγό πάπιας, που ήταν πιο γερό. Και κατεβάζαμε τα μούτρα μας και αναγκαστικά, το ξεφλουδίζαμε και το τρώγαμε, όταν μας τόσπαζε κι απ’ τις δυο μεριές.

Πολύ αργότερα, καθώς περνούσαν τα χρόνια κι όλο ανεβαίναμε στις τάξεις του σχολείου, ο εκκλησιασμός έγινε υποχρεωτικός. Και πάντοτε μας συνόδευαν οι καθηγητές μας. Τώρα σιγά-σιγά, θέλοντας και μη, αποκτούσαμε θρησκευτική συνείδηση. Παρακολουθούσαμε προσεκτικά τη θεία λειτουργία κι αντιλαμβανόμαστε τα μέχρι τότε ακαταλαβίστικα λόγια της ψαλμωδίας. Βέβαια, ποτέ δεν μου άρεσε αυτός ο ομαδικός εκκλησιασμός. Το έλεγε, άλλωστε και ο Χριστός στη διδασκαλία του: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν».
Γύρω στα 1962 με 1963, άλλαξα εκκλησία. Έφυγα απ’ τον ενοριακό μου ναό και εκκλησιαζόμουνα στην Αγία Αικατερίνη, το μετόχι του Σινά. Εκεί με τράβηξε η υπέροχη τετράφωνη εκκλησιαστική χορωδία, που τη διεύθυνε ο φίλος μου Σωτήρης Χριστογιώργος. Ένας ακούραστος λάτρης του τραγουδιού, που βρήκε τη δικαίωση του μέσα απ’ τη χορωδία της Αγίας Αικατερίνης. Διάδοχος του αείμνηστου Χρήστου Σαράτση, του τόσο γλυκού ψάλτη και χορωδού.
Το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης δεν είχε ενορία, υπάγονταν απευθείας στο Σινά κι απ’ τα παλιά τα χρόνια είχε καθιερωθεί ως η εκκλησία των ξένων. Σ’ αυτή την εκκλησία εκκλησιάζονταν οι ξένοι υπάλληλοι, που υπηρετούσαν στην πόλη μας. Αλλά κυρίως γέμιζε ο μικρός και γραφικός ναός από πιστούς, που τους άρεσε η καλή ψαλμωδία, που τους ευχαριστούσε η μελωδία της χορωδίας.
Αυτή η χορωδία της Αγίας Αικατερίνης έγραψε τη δική της ιστορία, για πάρα πολλά χρόνια. Δεν θάταν υπερβολή να τα υπολογίσω στα εξήντα χρόνια. Μέχρι κι οι Ιταλοί κατακτητές, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες, παρακολουθούσαν με κατάνυξη και θαυμασμό τη χορωδία του Σαράτση και στο τέλος τον φιλούσαν από συγκίνηση.
Χωρίς σοβαρές γνώσεις μουσικής κι ο μαέστρος μας ο Σωτήρης κι εμείς οι φίλοι χορωδοί, προσπαθούσαμε απ’ τις παρτιτούρες να «διαβάσουμε» τις νότες. Και προσαρμόζαμε τις φωνές μας ανάλογα με το που σημειώνονταν οι φθόγγοι στο πεντάγραμμο. Διαθέταμε όμως όλοι οι χορωδοί —κι ας μη θεωρηθεί αυτό εγωιστικό— γλυκές φωνές, σωστές, πεντακάθαρες, όχι φάλτσες. Κι αυτό Βοηθούσε, όπως ήταν φυσικό, στο να μαθαίνουμε εύκολα τα διάφορα εκκλησιαστικά κομμάτια.

Αξέχαστοι θα μείνουν τόσοι και τόσοι χορωδοί, που έφυγαν από κοντά μας. Ο Χρήστος Βλαχόπουλος, ο γλυκός σεκόντος, ο Λάκης Παπαρούνας, ο Βαθύς μπάσος κι ο αγαπημένος φίλος μου ο Γιώργος Σιαπάτης, που τόσο νωρίς χάθηκε κι ορφάνεψε η χορωδία μας. Πώς να ξεχαστεί η στικάτη φωνή του, που έφθανε σε τόσο ψηλές νότες. Λες πως αντηχεί ακόμα η μελωδική φωνή του στους τρούλους της εκκλησίας, όταν «έλεγε» τον Απόστολο κάθε Κυριακή κι όταν διάβαζε το «Άσπιλε, αμόλυντε» στους χαιρετισμούς. Και νομίζω πως έφυγε με το παράπονο, ότι δεν πρόλαβε να με μάθει να λέω τον Απόστολο. Κάτι που μου είχε υποσχεθεί να κάνει, λίγο πριν χαθεί, λίγο πριν τον δω για τελευταία φορά. Αυτές οι λίγες γραμμές, ας αποτελέσουν μνημόσυνο στη μνήμη των φίλων και συγχορωδών, που δεν είναι πια μαζί μας.
Τόσα χρόνια ιστορίας, λοιπόν, η χορωδία της Αγίας Αικατερίνης. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Πέρα της κατανυκτικής κυριακάτικης λειτουργίας, με τον πατέρα Σωφρόνιο στην αρχή κι αργότερα με τον πατέρα Αθανάσιο, η χορωδία έδινε ξεχωριστό τόνο κι ευφραίνετο το πυκνό εκκλησίασμα με τη με-λωδικότητα της απόδοσης των ύμνων.
Αλλά η εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, γνώριζε στιγμές απείρου κάλλους και δόξας, όταν έρχονταν η Μεγάλη ΕΒδομάδα. Όταν, τη Μεγάλη Τρίτη, με την εκκλησία κατάμεστη από πιστούς, εκτελούσε το τροπάριο της Κασσιανής του Πολυκράτη. Τι αγωνία, τι πρόβες ώσπου να φθάσει η ώρα ν’ ανεβούμε στο γυναικωνίτη! Και σαν όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, αρχίζαμε καινούργιες πρόβες, για τη Μεγάλη Παρασκευή, για τον επιτάφιο θρήνο. Και δώσ’ του καινούριες πρόβες στο σαλονάκι του μοναστηριού, πάνω απ’ το ζαχαροπλαστείο του Σπύρου Τσεπέλη, του θειου μου, όπου καταλήγαμε μετά για ένα γλυκό του ταψιού ή κάποιο «τερψιλαρύγγιο». Το βράδυ, μετά την πρώτη στάση «η ζωή εν τάφω» και τη δεύτερη «άξιον εστί», που δεν προσφέρονταν και τόσο για τετραφωνία, έφθανε η τρίτη στάση «Αι γενεαί νυν πάσαι». Εκεί οι φωνές ελευθερώνονταν, έτρεχαν και χάιδευα ν το διαλεχτό κι εκλεκτικό εκκλησίασμα. Γύρω στις δέκα η ώρα, πρόσκοποι ή νεαρά παλληκάρια σήκωναν στους γερούς ώμους τους τον επιτάφιο, που τον είχαν στολίσει με μεράκι απ’ το πρωί οι κοπέλες της γειτονιάς. Ήταν όμορφος επιτάφιος, στολισμένος με φυσικά λουλούδια, όπως γίνονταν πάντα. Χωρίς φώτα και περιττά στολίδια. Στο δρόμο για την πλατεία, όπου γίνονταν η συγκέντρωση όλων των επιταφίων, η χορωδία προηγείτο και έψελνε δυνατά και ελεύθερα στη διαπασών, ενώ απ’ τα μπαλκόνια των σπιτιών έρριχναν στον επιτάφιο αρώματα και κολώνιες.
«Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα», δονούνταν η ατμόσφαιρα απ’ τις φωνές της χορωδίας μας, που στο μεταξύ είχε ενισχυθεί κι από άλλους «εξωχορωδιακούς» νεαρούς και νεαρές.
Στην πλατεία, δίπλα απ’ το ρολόι, κατέληγαν όλοι οι επιτάφιοι, που τους σήκωναν ψηλά, για να τους φωτίζουν οι προβολείς, που είχε εγκαταστήσει ο Δήμος στα ξενοδοχεία «Ακροπόλ» και «Μεγ. Βρετανία». Κι έλαμπαν τα πλαστικά λουλούδια και τα στρας κι ο κόσμος —αμέτρητος κόσμος— με τις αναμμένες κόκκινες λαμπάδες, στριμώχνονταν για να θαυμάσει τα δημιουργήματα των ενοριακών επιτροπών. Κι όλο πρώτος έβγαινε ο επιτάφιος της Αγίας Μαρίνας.
Την παράσταση, όμως κι εδώ την έκλεβε η χορωδία μας, η χορωδία της Αγίας Αικατερίνης. «Q, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον», γέμιζε η πλατεία απ’ τη μελωδία. Κι απορούσαν οι ξένοι, που ‘ρχονταν απ’ την Αθήνα κι άλλα μέρη για να κάνουν Πάσχα στην όμορφη πόλη μας κι όλο ρωτούσαν: «Ποιά είναι αυτή η χορωδία;». Και οι ντόπιοι καμάρωναν και τους απαντούσαν περήφανα: «Της Αγίας Αικατερίνης! Της Αγίας Αικατερίνης!». Γιατί είν’ αλήθεια, οι Γιαννιώτες αγαπούσαν τη χορωδία μας, που ‘ταν και χορωδία τους. Που διαφήμιζε την πόλη μας και την είχαν κρυφό καμάρι.
Στην Ανάσταση, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, κάτω απ’ τα πλατάνια, το Χριστός Ανέστη, έδινε άλλη μια αφορμή για τη χορωδία μας, να δείξει τις ικανότητες της. Κι όταν ξαναμπαίναμε στο ναό, ο ηγούμενος που πήγαινε μπροστά, κρατώντας το τρικέρι, στην κλειστή πόρτα της εκκλησιάς
φώναζε δυνατά «Άρατε πύλας, άρατε!» και έψελνε το «Χριστός Ανέστη». Και άνοιγε η πόρτα κι άρχιζε η λειτουργία της Ανάστασης, που κρατούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, οπότε ο κόσμος επέστρεφε στα σπίτια του, για τη ζεστή μαγειρίτσα, το τσούγκρισμα των αυγών και για το φιλί της Ανάστασης…

Κάπως έτσι περνούσαν τα χρόνια. Η χορωδία συνεχώς ανανεώνονταν σε μέλη, Βελτιώνονταν κι άγγιζε το τέλειο. Κι η εκκλησία πάντα γεμάτη από κόσμο. Και προπαντός νέους, που τους άρεσε η λειτουργία, όπως εκτελούνταν απ’ τη χορωδία. Κι όλα πήγαιναν όπως ήθελε ο Θεός… Έλα όμως, που κάποια μέρα, νομίζω ήταν το 1992, άλλα κέλευαν ο αρχιερεύς, ο νέος ηγούμενος, που έφθασε απ’ το Σινά και οι επίτροποι. Όλοι ξένοι, απ’ άλλα μέρη. Ος και οι επίτροποι ξένοι. Λες και δεν υπήρχαν δικοί μας άνθρωποι, ντόπιοι. Ξένοι, που κατά τεκμήριο αγαπούσαν λιγότερο από μας την εκκλησία. Ξένοι, που είχαν δουλέψει λιγότερο ή καθόλου για την Αγία Αικατερίνη. Που δεν είχαν αναλώσει μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία της. Αυτοί, λοιπόν, οι ξένοι μας είπαν πως η χορωδία έπρεπε ν’ αλλάξει ύφος, να γίνει «Βυζαντινή», γιατί αυτό επέβαλε η μοναστηριακή υπόσταση και παράδοση του ναού. Από μια άποψη αυτό φαίνονταν σωστό, λογικό. Έλα, όμως που οι χορωδοί μια ζωή μ’ αυτό το είδος ψαλμωδίας, το «ευρωπαϊκό», μεγάλωσαν και γέρασαν! Πώς μπορούσαν τώρα ν’ αλλάξουν, να μάθουν καινούρια πράγματα; Θα ‘πρεπε, σιγά-σιγά να δημιουργηθεί μια παράλληλη διάδοχη κατάσταση, χωρίς κενό. Αυτό απαντήσαμε στους «ξένους». Κι ακόμα πως ο κόσμος μπορούσε να διαλέξει Βυζαντινή ψαλμωδία στις τόσες εκκλησιές της πόλης μας. Αυτοί, επέμειναν. Θεωρήσαμε ότι αναζητούσαν εύσχημο τρόπο να μας διώξουν. Και φύγαμε μόνοι μας.
Ύστερα από τόσα χρόνια, μια ζωή θάλεγα, αναγκάστηκα αυτή τη φορά ν’ αλλάξω πάλι εκκλησία. Διάλεξα το μοναστήρι της Ντουραχάνης, κοντά στον πατέρα Αθανάσιο, το σεμνό και άξιο ιερωμένο, που με το ασίγαστο πάθος του, το ζεστό κήρυγμα του και κυρίως με το τεράστιο φιλάνθρωπο έργο του, με εξέφραζε απόλυτα και γεμίζει την καρδιά μου από βαθειά πίστη.

Την Αγία Αικατερίνη, την θεία και πανεύφημο νύμφη του Χριστού, ποτέ δεν την ξέχασα. Πώς θα μπορούσα, άλλωστε, να το κάνω, αφού είμαι Βέβαιος, πως αυτή εισάκουσε την προσευχή μου και μεσίτεψε στην Παναγία, όταν πριν από καιρό αντιμετώπισα ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας; Με βοήθησε και το ξεπέρασα. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η Αγία Αικατερίνη ανεγνώρισε, θάλεγα, τις ασήμαντες υπηρεσίες που πρόσφερα, με τους άλλους φίλους, στο ναό της. Αισθάνθηκε την απέραντη αγάπη μου στο πάναγνο πρόσωπο της. Κι έκανε το μικρό «θαύμα» της.
Ώστε να μπορώ κάθε χρόνο, στις 25 Νοεμβρίου, να τιμάω τη μνήμη της. Και ν’ ανάβω δυο κεριά μπροστά στην εικόνα της. Ένα για την Αγία Αικατερίνη, την ξεχωριστή αγάπη κι ένα για τη μάνα μου, που ‘χε το ίδιο μ’ Αυτή όνομα…

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Αντώνη Τσεπέλη «Ταξίδι στο νόστο».

Advertisements