Ετικέτες

, , ,

Του Συμεών Κριθαρά

Παραμονή των Χριστουγέννων τα παιδιά του μαχαλά Σιαράβα από τις 7 (επτά) το πρωί προανάγγειλαν την γέννηση του Χριστού. Ένας μικρός βλάχος όμως σηκωνόταν από τις τρεις (3) το πρωί να πει τα κάλαντα λες και περίμεναν αυτόν να φιλοδωρήσουν οι νοικοκυρές, όμως πέρα απ’ αυτό τον προς το νεογέννητο Χριστό ύμνο τον έλεγε μπερδεμένα δηλαδή άλλα μισά ελληνικά άλλα βλάχικα.
Τότε η μητέρα του η βλάχα φώναζε όχι έτσι «άρε βόμπερε» (δηλαδή χαμένε) όχι έτσι σιάλια χάρλουϊ (δηλ. δυστυχία μου). Τα παιδιά του μαχαλά τα άκουγαν αυτά και γέλαγαν τυλιγμένα στις κουβέρτες και τις φλοκάτες.

Το κίνητρο των καλάντων ήταν περισσότερο υλικό παρά θρησκευτικό. Ο Μάκης όμως ένας φτωχοσυναισθηματικό παιδί καημό το ‘χε να πει τα κάλαντα να συγκεντρώσει χρήματα και τούτο για να στολίσει το χριστουγεννιάτικο «δέντρο με διάφορα στολίδια, μηλαράκια, καμπάνες, αγγέλους κ.λ.π.

Οι νοικοκυραίοι του μαχαλά ήταν όμως σφιχτοχέρηδες, έτσι αυτός έβγαινε παρέα μ’ ένα φίλο του που είχε πλούσιους συγγενείς. Οι πόρτες των σπιτιών των νοικοκυραίων της ρούγας δύσκολα άνοιγαν. Από τα 200 σπίτια (5) πέντε έδιναν ρεγάλο. Τότε οι δύο βλάμηδες τραβούσαν προς Καλούτσια μεριά όπου κατοικούσαν οι πλούσιες θείες του. Μια χρονιά αφού μοίρασαν τα χρήματα οι δυο φίλοι ο Μάκης χωρίς να χάσει καιρό πήγε στο βιβλιοπωλείο να αγοράσει δώρα για το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αφού τα προμηθεύτηκε έτρεξε γεμάτος χαρά στην οικία του, όμως συνέβη εκείνη τη στιγμή να ρίχνει καταρρακτώδη βροχή και τα πόδια του Μάκη μούσκεψαν γιατί τα υποδήματα του ήταν τρύπια. Όλα τα χρήματα, τα είχε ξοδέψει η οικογένεια ήταν φτωχή, ο πατέρας του άνεργος, δεν μπορούσε να πάει στον τσαγκάρη να του ράψει τα βάρδουλα. Έψαξε απεγνωσμένα να βρει μια μικρή πρόκα να δέσει τα βάρδουλα όμως πουθενά μικρό καρφί βρήκε παρά μια νταβανόπροκα και τα κάρφωσε.
Τότε γύρισε όλο παράπονο προς την μητέρα του και είπε «Μητέρα εγώ τίμησα το Χριστό αν και είμαι φτωχός γιατί μ’ αφήνει αυτός να περάσω Χριστούγεννα με τρύπια παπούτσια;».
Αυτός ο Χριστός που τίμησες εσύ είναι με τους πλούσιους και όχι με μας τους φτωχούς, είπε η μητέρα του.
Τότε ο Μάκης αντείπε «Εμείς οι φτωχοί έχουμε Χριστό;». «Έχουμε» είπε η μητέρα με παρρησία, «Ποιον;» είπε τότε ο Μάκης «τον Λένιν» απάντησε αυτή.
Το όνομα αυτό καρφώθηκε για πάντα στη μνήμη του Μάκη.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η φωνή του Ελληνικού», αρ. φ. 107

Advertisements