Ετικέτες

,

Του Βασίλη Τζιόβα


Στα τέλη του 1950, βρέθηκα για σπουδές στην Ιταλία. Μόλις 5 χρόνια από το τέλος του πολέμου κι οι μνήμες, σ’ όσους τον ζήσαμε μικρά παιδιά, ήταν ακόμη φρέσκες κι ολοζώντανες.
Ταξιδεύοντας από Πειραιά για Νεάπολη στις 24-25 Νοεμβρίου με το υπερωκεάνιο «ΝΕΡΤUΝΙΑ», που πήγαινε για Αμερική γεμάτο μετανάστες, αυτές οι μνήμες ερχόταν και ξανάρχονταν στο νου μου και με γέμιζαν με αντιφατικά συναισθήματα.

Ο φόβος του 18χρονου, που για πρώτη φορά ξεπερνούσε τα σύνορα του μικρόκοσμου του (μέχρι τότε αυτός ο κόσμος έφτανε μέχρι το … Εμίν-Αγά, όπου το Φλεβάρη του ίδιου χρόνου, φορτωμένους στα στρατιωτικά τζέιμς μας πήγανε με το Γυμνάσιο για τα εγκαίνια του Μνημείου και τη θάλασσα την πρωτόειδα στο Μενίδι, πηγαίνοντας στην Αθήνα), έσμιγε με τη γοητεία του άγνωστου, αλλά και την περιέργεια της γνωριμίας με μια χώρα και τους ανθρώπους της, που πριν λίγα χρόνια ήρθαν σαν κατακτητές στον τόπο μου.

Θυμόμουνα, σαν νάταν χτες, πρόσωπα, και γεγονότα με Ιταλούς στρατιώτες: Στο Καλπάκι (περιοχή του χωριού μου) μετά τη γερμανική εισβολή και την κατάρρευση του Ελληνο-Αλβανικού μετώπου, εγκαταστάθηκαν μονάδες του Ιταλικού στρατού κι έτσι είχαμε σχεδόν καθημερινή επαφή μαζί τους. Με ταλαιπωρούσε εκείνα τα χρόνια μια σταφυλοκοκκίαση στα πόδια και μέρα παρά μέρα, μαζί με δυό συνομήλικες κοπέλες, που έπασχαν από μια μορφή εκζέματος, πηγαίναμε στη Βελλά όπου είχε εγκατασταθεί και λειτουργούσε νοσοκομειακή μονάδα. Τα πρόσωπα του αξιωματικού γιατρού και ενός νοσοκόμου, είχαν χαραχθεί βαθειά στη μνήμη του, για την ανθρωπιά και την καλοσύνη με την οποία περιποιόταν τις πληγές μας.

Στο χωριό μου, κάθε τόσο, ανεβαίνανε στρατιώτες από το Καλπάκι για να πάρουν κανένα αυγό, λίγο γάλα ή τυρί κλπ. Δεν τ’ αρπάζανε. Τα ζητούσαν και πάντα με κάποιο αντάλλαγμα: Ένα ζευγάρι μισοφορεμένα άρβυλα, ένα χιτώνιο, ένα πουκάμισο. Με μας τα παιδιά πάντα τρυφεροί.
Μας έδιναν Μαντονίνες (χάρτινες εικονίτσες, που κρατούσαν για φυλαχτό) και «στέλλετες» (αστεράκια στρατιωτικά) και μας δείχνανε με νοσταλγία οικογενειακές φωτογραφίες με τα παιδιά ή τους γονείς τους. Είχαν δημιουργήσει φιλικές σχέσεις με νέους και κατοίκους του χωριού και θυμάμαι με πόση θλίψη τραγουδούσαν εκείνο το γνωστό κι όμορφο τραγούδι, ύμνος στη μάνα και στο γυρισμό: «Μάμα σον τάντο φελίτσε». Μετά το Σεπτέμβρη του ’43 και την ανακωχή του Μπαντόλιου, τους Ιταλούς αντικατέστησαν οι Γερμανοί και τότε φάνηκε η διαφορά των δυό λαών. Η ανθρωπιά των πρώτων και η απάνθρωπη σκληρότητα των δεύτερων. Απλησίαστοι και πάντα βλοσυροί οι Γερμανοί. Η εμφάνιση τους, στο χωριό, μας πάγωνε. Ο Χίτλερ σε λιγότερα χρόνια είχε φτιάξει ένα στρατό από ανθρώπινα ρομπότ. Αυτό δεν το μπόρεσε ο Μουσολίνι, έστω κι αν προηγήθηκε του Χίτλερ.
Οι Ιταλοί και μέσα στον, εικοσάχρονο, φασισμό μείνανε άνθρωποι και στην πλειοψηφία τους, αντιφασίστες.

Αυτά κι αυτά στριφογύριζαν στο μυαλό μου, πηγαίνοντας προς την Ιταλία. Τα χρόνια που έμεινα εκεί, διάφορα συμβάντα και περιστατικά επιβεβαίωσαν τις παραπάνω σκέψεις, σχετικά με τους Ιταλούς και τον πόλεμο εκείνο, που τους έριξε η μεγαλομανία του Μουσολίνι και τον οποίο ποτέ δεν καταλάβαινε και ποτέ δεν θελήσανε.

Χαρακτηριστικό θεωρώ το περιστατικό που έζησα τις πρώτες μέρες που βρέθηκα στη Νεάπολη: Φτάσαμε εκεί μαζί με το συγχωριανό μου, αείμνηστο Ντίνο Ζωρδούμη (χάρις σ’ αυτόν συγκατατέθηκαν οι δικοί μου να πάω στην Ιταλία, που για τα χρόνια εκείνα ήταν περιπέτεια), ο οποίος ήταν εκεί φοιτητής από προπολεμικά (1939-40) κι ο πόλεμος τον βρήκε σε διακοπές στην Ελλάδα, για να συνεχίσει μετά από …10 χρόνια τις σπουδές του. Είχε γνωρίσει, τότε, κι έμεινε στο ίδιο δωμάτιο με έναν Ιταλό συμφοιτητή του στην Κτηνιατρική και συνονόματο του το Dino Pacelli. Πρώτη έγνοια του δικού μας Ντίνου, να ξαναβρεί (αν ζούσε) το φίλο του. Τον βρήκε, μετά από κάποιες μέρες κι ήμουν παρών στη συνάντηση. Αγκαλιάστηκαν, έκλαψαν και σε κάποια στιγμή ο Ιταλός λέει το «Ντίνο μου, όταν επιστρατεύτηκα λαχτάρησα μήπως με στείλουν στη ν Ελλάδα. Ήταν σαν νάβλεπα εσένα απέναντι μου… Ευτυχώς φίλε, με στείλανε στην Αφρική…».
Και συνέχισαν να τα λένε, χωρίς τελειωμό, για τα προπολεμικά, τον πόλεμο, τις τραυματικές εμπειρίες τους.
Ύστερα θυμάμαι τον καθηγητή μου της χειρουργικής De Martino, ανθυπολοχαγός στα Γιάννινα, με πόση αγάπη μας περιέβαλε και πόσο βοηθούσε εμάς τους λίγους Έλληνες φοιτητές και ειδικά τους 2-3 Γιαννιώτες, λες κι ήθελε να ξεπληρώσει κάποιες ενοχές του. Και δεν μας μιλούσε ποτέ για τον πόλεμο, αλλά για τις όμορφες Γιαννιωτοπούλες. (Με μια ήταν κι ερωτευμένος, όπως έλεγε! Ο αιώνιος Ιταλός, που τη ζωή τη θέλει τραγούδι, έρωτα, χαρά).

Ποτέ ο ιταλικός λαός δεν υπήρξε φιλοπόλεμος. Ζει σε μια από τις πιο όμορφες χώρες του κόσμου και ρουφάει τις χαρές της ζωής, όσο κανένας άλλος. Χαρακτηριστικό και τούτο το περιστατικό: Μια μέρα (στη Νεάπολη πάντα) βρέθηκα μπροστά σε μια τεράστια διαδήλωση, που στην κορυφή της δέσποζε ένα τεράστιο πανό με ζωγραφισμένη μια κοπελάρα με …μπικίνι κι από κάτω το σύνθημα: «Ecco La Nostra Guera» («Να ο δικός μας πόλεμος»). Η διαδήλωση γινόταν εναντίον της αποστολής εκστρατευτικού σώματος στον πόλεμο της Κορέας. Τέτοιες εκδηλώσεις έγιναν σε ολόκληρη την Ιταλία, με αποτέλεσμα στην Κορέα να πάει μόνο μια ομάδα γιατρών και νοσοκόμων. (Ενώ κάποιοι άλλοι, ανάμεσα κι εμείς, πληρώσανε με αίμα κι εκεί που δεν …χρωστούσανε).

Στη Πίζα ο καθηγητής της Φυσικής Μοtta, παθιασμένος Ελληνιστής και φιλέλληνας, ερχόταν κάθε τόσο στο μπαρ όπου συχνάζαμε οι Έλληνες φοιτητές και μας μιλούσε, με τις ώρες, για την Ελλάδα και τη συμβολή της στην παγκόσμια ιστορία και τον πολιτισμό και για την «ατιμία» —όπως έλεγε— του Ντούτσε να εισβάλει εναντίον της.
Το πως βιώσανε αυτόν τον πόλεμο οι Ιταλοί στρατιώτες, βγαίνει από πολλά βιβλία με γραπτά και μνήμες από αυτούς που βρέθηκαν με τα κατοχικά στρατεύματα στην Ελλάδα και που αργότερα καθιερώθηκαν στα Ιταλικά γράμματα.
Ένα από αυτά τα βιβλία κι εκείνο του Βiason (αξιωματικού στην Ελλάδα) με τον …σκωπτικό τίτλο «Armata s’ agapo (Η Στρατιά σ’ αγαπώ…). Σ’ αυτό ο συγγραφέας διακωμωδεί, κατά κάποιον τρόπο, τον Ιταλικό στρατό, αφού τον εμφανίζει να μην το άγγιξε καν ο πόλεμος αυτός και να συμπεριφέρεται όχι σαν «νικητής» στρατός Κατοχής, αλλά σαν ένα τσούρμο …τουριστών, που άλλο δεν τους απασχολούσε, παρά το πως θ’ απολαύσουν έστω κι αυτές τις λίγες χαρές της ζωής που προσφέρονται μέσα στους καπνούς του πολέμου. Ο τίτλος είναι χαρακτηριστικός. (Ο Στρατός του …έρωτα ήθελε να πει!).

Το βιβλίο αυτό θελήσανε, τότε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, να το «γυρίσουν» σε ταινία δυό δάσκαλοι του ιταλικού νεο-ρεαλιστικού κινηματογράφου, το δίδυμο De Sica-Zavattini για να ξεσπάσει μέγα σκάνδαλο. Με παρότρυνση της στρατιωτικής ηγεσίας επενέβη η λογοκρισία και σταμάτησε το «γύρισμα», με την αιτιολογία ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί προσβολή (Oltaggio) για τον Ιταλικό στρατό. Η απαγόρευση ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών από ολόκληρη την Ιταλική προοδευτική διανόηση, με ομιλίες και εκδηλώσεις. Μια τέτοια έγινε και στη Πίζα με πρωτοβουλία της Κινηματογραφικής Λέσχης της πόλης, με ομιλητές τον De Sica και Zavattini. Ακούγοντας αυτούς τους μεγάλους δημιουργούς να μιλάνε για την Ελλάδα και για την άδικη και ύπουλη επίθεση εναντίον της, ένοιωθε κανείς, πράγματι, περήφανος και για την πατρίδα, αλλά και για τους Ιταλούς αντιφασίστες διανοούμενους. Εκεί κατέθεσε και την προσωπική του μαρτυρία ο κριτικός του κινηματογράφου και Διευθυντής του περιοδικού του Μιλάνου «Cinema Nuovo», Guido Arstarco (Ελληνικότατο επίθετο: Αρίσταρχος), έφεδρος ανθ/γός στην Ελλάδα. Η ομιλία του καταπέλτης για τους λογοκριτές.

Ήταν, ακόμη, σ’ αυτή την εκδήλωση και δυό νεαρά αδέρφια Πιζάνοι, σπουδαστές τότε της κινηματογραφικής τέχνης στη Ρώμη και ψυχή της Κινηματογραφικής Λέσχης Πίζας: Οι αδελφοί Paolo και Vitolo Τaviani. Στ’ αχνάρια των μεγάλων δημιουργών του μεταπολεμικού ιταλικού κινηματογράφου, σήμερα διάσημοι και γνωστοί σ’ όλο τον κόσμο σκηνοθέτες, που δώσαν μια σειρά από μεγάλες ταινίες, όλες γεμάτες ανθρωπιά και με σαφή αντιπολεμικά κι αντιφασιστικά μηνύματα (όπως: «Οι νύχτες του Σαν Λορέτζο, Αlles Αnfant, Ρadre Ρadrone, Το χάος κλπ.).
Ένας ακόμη έφεδρος ανθ/γός στην Ελλάδα, ο Ugo Ρirro (και το δικό επίθετο Ελληνικό), κατέγραψε τις εμπειρίες του με την ίδια ευαισθησία κι ανθρωπιά στο βιβλίο του με τον τίτλο «Le Soldatesse» («Οι στρατιωτίνες»).

Στις αρχές του 1952 …φιλοξενήθηκα στο Νοσοκομείο της Πίζας για δυό και πάνω μήνες, άρρωστος από μελιταίο πυρετό. Εκεί γνώρισα τρεις Ιταλούς, που υπηρέτησαν στην Ελλάδα. Ο ένας μαχητής στο Καλπάκι (η φιλία και η επικοινωνία μας κρατάει ακόμα). Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στοργική τους συμπεριφορά απέναντι μου. Την ώρα της επίσκεψης το κομοδίνο του κρεβατιού μου γέμιζε από γλυκά και δώρα που του έφερναν οι δικοί τους.

Άκουσα από πολλούς Ιταλούς να λένε, πως ο πόλεμος εκείνος αντί να χωρίσει με μίσος τους δύο λαούς, τους έφερε πιο κοντά. Και είναι πρωτοφανές (για εμπόλεμους), το γεγονός ότι πολλοί Ιταλοί στρατιώτες, παντρεύτηκαν Ελληνίδες. (Το ωραίο βιβλίο της δικής μας Λιλής Ζωγράφου «Η αγάπη άργησε μια μέρα», εκφράζει και επιβεβαιώνει, μ’ όλη τη θλιβερή κατάληξη, αυτό το γεγονός).
Θυμάμαι, ακόμη, ένα ωραίο τραγούδι-μοιρολόι (ακριβώς «ΩΔΗ ΣΤΗ «JULIA» το λέγαν), που το τραγουδούν πάντα σε αντιφασιστικές γιορτές και εκδηλώσεις. Παραφρασμένο, μεταξύ των άλλων λέει: «Εκεί στα βουνά της Πίνδου, μαύρες σημαίες για τους αλπινιστές της «Τζιούλια»/ Τα πιο όμορφα νιάτα μας, τα στείλαμε εκεί να πεθάνουν. /Εκεί στα βουνά της Ελλάδας, κυλάει ο ποταμός Αώος, που από το αίμα των Αλπινιστών μας, βάφτηκε κόκκινος». Καμιά κομπορημοσύνη, κανένας μεγαλόστομος ψευτοπατριωτικός φανφαρισμός. Μονάχα θλίψη, αγανάκτηση και ενοχή, για τα νιάτα που χάθηκαν άδικα σ’ έναν άδικο πόλεμο.

Η άποψη του …«δειλού» Ιταλού, είναι απόλυτα εσφαλμένη. Κι αυτοί όταν πρόκειται για την πατρίδα τους και για κάποια «πιστεύω» και ιδανικά, ξέρουν να τον κάνουν καλά. Η δίχρονη Αντίσταση τους (1943-45) κατά των Γερμανών και των λίγων αμετανόητων μελανοχιτώνων, έχει να παρουσιάσει σελίδες ξεχωριστής παλικαριάς κι αυτοθυσίας.
Όλα τα παραπάνω, δείχνουν αυτό που στην αρχή είπαμε: Ο Ιταλικός λαός αυτόν τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, ποτέ δεν τον θέλησε και ποτέ δεν τον δικαιολόγησε. Και ίσως ο πόλεμος αυτός να στάθηκε η αρχή του οικτρού τέλους του μόνου υπευθύνου γ’ αυτόν, εκείνου που ο ίδιος ο λαός του τον κρέμασε ανάποδα σε μια πλατεία του Μιλάνου, εκείνη την Άνοιξη του 1945.

Υ.Γ. Το 1980 ήρθαν στα Γιάννινα από τη Βόρεια Ιταλία (το CUENO) δυό Ιταλοί, τ’ αδέρφια Colluci, όχι για τουρισμό αλλά μ’ ένα συγκεκριμένο στόχο: Να ψάξουν και να βρουν τον τάφο του αδελφού τους αεροπόρου, που (όπως είχαν πληροφορηθεί) έπεσε στη λίμνη μας.
Ρωτώντας, ήρθαν στα γραφεία του τότε υπάρχοντος, «Συνδέσμου Πτυχιούχων Ιταλίας», με την παράκληση να τους βοηθήσουμε στις έρευνες τους. Ρωτώντας κι εμείς με τη σειρά μας, ανακαλύψαμε, πως πράγματι αυτό έγινε και πως από τα νερά της λίμνης τον τράβηξαν νεκρό κάποιοι ψαράδες από το χωριό Καστρίτσα και τον θάψανε κάπου εκεί στη παραλίμνιο περιοχή. Πήγαμε και βρήκαμε δυό (γερόντους πια) που ζήσανε το περιστατικό. Τ’ αδέρφια τους αγκαλιάσανε, συγκινημένοι, και τους ρώτησαν αν ήταν δυνατό να βρουν τον τάφο και να πάρουν τα οστά του στην πατρίδα. Ήταν όμως αδύνατο να γίνει αυτό, γιατί στην περιοχή είχαν γίνει επιχωματώσεις κι ο τάφος χάθηκε.
Συγκινητική ήταν μία λεπτομέρεια: Ρώτησαν οι Ιταλοί τους γερόντους αν θυμούνται τι αντικείμενα είχε πάνω του ο νεκρός. «Ένα πορτοφολάκι, κάτι λιρέτες, χαρτονομίσματα κι ένα χτενάκι» είπε ύστερα από σκέψη ένας από αυτούς. Τ’ αδέρφια κοιτάχτηκαν κουνώντας το κεφάλι. Αυτό «το χτενάκι» τους βεβαίωσε, πως πρόκειται πράγματι για το χαμένο αδερφό.
«Το χτένι του ήταν το μόνο που έλειπε από τα ατομικά πράγματα του, που μας έστειλε η μονάδα του, αναγγέλλοντας το θάνατο του» είπαν με θολά μάτια από τα δάκρυα. «Το χτένι του δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Ήταν ένα πολύ όμορφο παλικάρι», συμπλήρωσαν δείχνοντας μια φωτογραφία του. Γυρίζοντας για τα Γιάννινα, δεν έπαυαν να λοιδορούν και να καταριούνται το Μουσολίνι, ΙL ΡΑΖΖΟ (ο τρελός), όπως έλεγαν…

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», αρ. φ. 223, Νοέμβριος 1996

Advertisements