Ετικέτες

Του Αντώνη Τσεπέλη

Στην πόλη επικρατούσε μεγάλη αναταραχή. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά σε μεγάλες παρέες, διέσχιζαν βιαστικά τους δρόμους. Όλοι τους είχαν κατεύθυνση προς την οδό Ανεξαρτησίας. Στα πρόσωπα τους διέκρινες μια χαρά και μια αγωνία. Και συζητούσαν φωναχτά και χειρονομούσαν ζωηρά. Κι όλο επιτάχυναν το βηματισμό τους. Ήταν ολοφάνερο πως κάτι ήθελαν να προφθάσουν. Κάτι πολύ σημαντικό να δουν. Το έβλεπες καθαρά στα μάτια τους, το αισθανόσουνα.

Ήμουνα πολύ μικρός κι ήταν φυσικό να μη μπορώ ν! αντιληφθώ τι συνέβαινε. Τι ήταν αυτό που είχε κινητοποιήσει τόσο κόσμο. Ούτε κατάφερνα να ξεχωρίσω κάποια κουβέντα, κάτι που θα φώτιζε το μυαλό μου. Κι ας μιλούσαν δυνατά,

Μ’ έτρωγε η περιέργεια. Δεν άντεξα και χωρίς χρονοτριβή μπερδεύτηκα ανάμεσα σ’ ένα μπουλούκι ανθρώπων που έτρεχαν. Τώρα δεν είχα διέξοδο κι αναγκαστικά αφέθηκα να με παρασέρνει ο κόσμος. Δυσκολευόμουνα να συντονίσω τα μικρά βήματα μου με τους δρασκελισμούς των μεγάλων. Άλλωστε, τα τσόκαρα που φορούσα στα πόδια μου, δεν με βοηθούσαν να τρέξω. Ήταν καμωμένα από σκληρό ξύλο κι ένα γερό πετσί. Χτυπούσαν ρυθμικά στο σκληρό χώμα του δρόμου, ενώ το πέτσινο λουρί απ’ την τριβή είχε αρχίσει να πληγιάζει το επάνω μέρος των ποδιών μου.

Δεν άργησα να φθάσω στο Γυμνάσιο Θηλέων. Εκεί ήταν το τέλος, η ουρά μιας ατέλειωτης πομπής. Μιας πομπής που δεν έβλεπα, ούτε μπορούσα να υπολογίσω το μήκος της, το κεφάλι της. Φυσικά ούτε καταλάβαινα ποιους ή τι ακολουθούσα. Μόνο βάδιζα, ανάμεσα στο πλήθος, που ολοένα μεγάλωνε και με σκέπαζε. Πίσω μου τώρα υπήρχε κι άλλος κόσμος, που πλήθαινε συνέχεια. Κι εγώ, χωρίς δρόμο διαφυγής, βάδιζα προς το άγνωστο. Ξαφνικά, κάποιος μου πάτησε το δεξί τσόκαρο. Σκόνταψα. Μου βγήκε το «παπούτσι». Έκανα να σταματήσω, να το πιάσω και να το ξαναφορέσω. Δεν πρόλαβα. Οι πισινοί ρου μ’ έσπρωχναν, μ’ έπαιρναν σβάρνα. Γύρισα το βλέμμα μου προς τα πίσω και με αγωνία έψαξα για το τσόκαρο. Πού να το δω, πώς να το βρω σ’ αυτή τη λαοθάλασσα, που είχε κρύψει το δρόμο;

Κούτσα-κούτσα, συνέχισα την πορεία μου προς τα μπρος, αφήνοντας κατά μέρος κάποια σκέψη για πισωγύρισμα.

Σιγά-σιγά πέρασα την Ανεξαρτησίας και πήρα την ανηφόρα της Αβέρωφ. Είχα καθυστερήσει και μ’ είχαν περάσει σχεδόν όλοι. Βρισκόμουνα πάλι στο τέλος της φάλαγγας. Είχα όλη την άνεση τώρα να βλέπω δεξιά κι αριστερά. Ν’ ανασαίνω αχόρταγα. Να συνέρχομαι απ’ την αφόρητη πίεση του κόσμου κι απ’ τη στεναχώρια, για το τσόκαρο που έχασα. Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά, δεν φαίνονταν όμως πουθενά οι μαγαζάτορες.

Στη μέση του δρόμου είδα αίματα φρέσκα να κυλάνε αργά και σφαχτά μεγάλων προβάτων στην άκρη. Ζυγούρια με κομμένα τα κεφάλια τους, που τα στόλιζαν τεράστια κέρατα.

Σαν έφθασα απ’ τα πολλά στην κάτω πλατεία, ο κόσμος διαλύονταν, έφευγε σε μεγάλες ομάδες. Κι όλοι συζητούσαν με πάθος και έξαψη. Τόλμησα, αυτή τη φορά, και ρώτησα κάτι νεαρές κοπέλες. Τι συνέβαινε, γιατί μαζεύτηκε τόσος κόσμος;
Χαμογέλασαν και με κοίταξαν περίεργα.
– Καλά, δεν πήρες χαμπάρι ποιοι ήρθαν; Δεν είδες τον Άρη Βελουχιώτη! Ούτε το Σαράφη! Δεν τους είδες καβάλα στ’ άλογα, όλο καμάρι! Πού χάζευες;

Για μια στιγμή τα κατάλαβα όλα. Το μεγάλο πλήθος, τη φασαρία, τη θυσία των αρνιών. Κι «είδα» τον Άρη, με τη γενειάδα και τα φυσεκλίκια, αληθινό γίγαντα πάνω στο άσπρο άλογο του να χαιρετάει, όλο χαμόγελο, τον κόσμο. Και δίπλα του το Σαράφη, σε μαύρο άλογο, με την επίσημη στολή του, μ’ εκείνο το σοβαρό ύφος, να αποδίδει στρατιωτικό χαιρετισμό.

Οι κοπέλες ήταν ακόμα μπροστά μου. Πρόσεξαν, φαίνεται, πως φορούσα μόνο ένα τσόκαρο, γιατί γέλασαν με την καρδιά τους κι απομακρύνθηκαν κουνιστές και λυγιστές.

Κοκκίνισα μέχρι τ’ αυτιά απ’ τη ντροπή κι αναμέρισα. Δεν μου έφθανε η λύπη για το χαμένο τσόκαρο, τώρα είχα κι άλλη στεναχώρια. Τόσο κόπο έκανα, τόσο δρόμο. Και να μη δω με τα μάτια μου αυτόν τον θρύλο, τη μορφή του Άρη Βελουχιώτη, που όλοι γι’ αυτόν μιλούσαν στην πόλη κι όλοι θαύμαζαν την παληκαριά του;

Πήρα αργά το δρόμο του γυρισμού, προς τη γειτονιά μου, το σπίτι μου. Πόσο πολύ, αλήθεια, είχα απομακρυνθεί αυτή τη μέρα απ’ τα γνωστά μου μέρη!
Μέσα μου ένιωθα βέβαια, ότι είχα πάρει κάπως κι εγώ μέρος σ’ αυτό το τρελό πανηγύρι. Στην παλλαϊκή υποδοχή του ήρωα της αντίστασης, στο καλωσόρισμα του θρυλικού Άρη.

Για το παλιοτσόκαρο δεν μου καίγονταν πια καρφί. Ήξερα ότι ο θείος μου ο Λέων, ο τσαγκάρης, δεν θα μου χάλαγε το χατίρι. Θα μούφτιαχνε, χωρίς βαριεστημό, ένα άλλο, ίδιο τσόκαρο. Να τάχω πάλι ζευγάρι και να οργώνω, έστω και δύσκολα, τις αλάνες στα ατέλειωτα παιδικά παιχνίδια μου…

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Αντώνη Τσεπέλη «Ταξίδι στο νόστο».

Advertisements