Ετικέτες

Του Χριστόφορου Ν. Λεοντάρη

«Εύρηκα» και με συγκίνηση παραθέτω στη συνέχεια μια ζωγραφιά μου, παλιάς τεχνοτροπίας, που τη χρωμάτισα με πρωτόγονα υλικά στα χρόνια της νεανικής και πνευματικής μου ανωριμότητας, τότε, που τα ‘βλεπα όλα ρόδινα κι έσκυβα το κεφάλι, όταν περνούσα κάτω απ’ την ψηλή πύλη του Κάστρου, για να μη χτυπήσω. Τότε, που θεωρούσα λογοπαίγνιο το σωκρατικό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα»..

Αντιγράφω μονοτονικά μόνο για λογούς τυπογραφικούς εκείνη την Εικόνα και αφήνω αμετάβλητες τις γλωσσικές ασυναρτησίες και τις νοηματικές αγριάδες.
Εξάλλου τότε λίγοι σχολίαζαν δυσμενώς τα μικρογλωσσικά μας ατοπήματα, γιατί ήταν εποχή γλωσσικής αναταραχής με τον Παπανούτσο σε πρωταγωνιστικό ρόλο, ήταν εποχή, που ζυμώνονταν συμφιλιωτικά και με αναλογίες δημοτική και καθαρεύουσα.

Ειδικά όμως εδώ στα Γιάννινα οι γλωσσικές και νοηματικές παραφυάδες ξηραίνονταν, γιατί τις σκέπαζε ο δήμαρχος Γρ. Σακκάς με εκείνα τα περιλάλητα ωραία μαργαριτάρια. Αυτός, τότε, εγκαινιάζοντας την Εμποροπανήγυρη Ιωαννίνων τη βάφτιζε ΕΚΘΕΣΗ, εφάμιλλη και ανώτερη της Έκθεσης Θεσσαλονίκης! κι απ’ τις ουρανομήκεις ζητωκραυγές, ιαχές και εκείνα τα «εσένα θέλουμε» δυνάμωναν ακόμα και τα κύματα της Παμβώτιδας. Έπειτα ποιος μπορούσε να δυσπιστήσει στα λόγια του δημάρχου, αφού τα ευλογούσε ο Σεραφείμ και τα συνυπόγραφαν οι παρευρισκόμενοι λόγιοι πολιτικοί μας Ευ. Αβέρωφ και Γ. Μυλωνάς.

Σε τέτοιο κλίμα, το Σεπτέμβρη του 1966, δημοσιεύτηκε το παρακάτω κείμενο – Εικόνα στην εβδομαδιαία εφημερίδα «ΕΡΕΥΝΑ», που την έβγαζε ο Χάρης Παπασταύρου.
Όσοι Γιαννιώτες έχουν στη ράχη τους χρονικό φορτίο μισού περίπου αιώνα θυμούνται την εφημερίδα, θυμούνται και την Εμποροπανήγυρη Ιωαννίνων. Άρχιζε απ’ την κεντρική πύλη του Κάστρου μ’ ένα περιστέρι, που ράμφιζε κάτι χαρτάκια με την τύχη του πελάτη, ακολουθούσαν τα βιβλία μέχρι τα καλαμπόκια και τους χαλβάδες. Οι έμποροι έπιαναν το χώρο κάτω απ’ το Κάστρο αρχίζοντας από Κυρά-Φροσύνη και πέρα με τέρμα τα υπαίθρια καφενεία και σουβλατζίδικα. Δυτικά και αριστερότερα απ’ το άγαλμα του Μαβίλη ήταν η Ζωοπανήγυρη. Αυτές ήταν οι κεντρικές γραμμές, αυτά ήταν τα όρια της Εμποροπανήγυρης…

Ακολουθούν λεπτομέρειες και σκέψεις γι’ αυτό το πανηγύρι, όπως βγήκαν τότε στον αέρα:

«Όπως την είδε ο συνεργάτης μας κ. Χριστόφορος Λεοντάρης

Η ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΙΣ

Βαδίζομε προς το τέρμα της εμποροπανηγύρεως.
Οι μετανάσται έμποροι της «Ανεξαρτησίας» καρφώθηκαν
στο χώρο της «ασυδοσίας» μαζί με τους ξένους
συναδέλφους των, που με ψυχρότητα τους φιλοξενούν.
Οι πανηγυρισταί έμποροι πανηγυρίζουν την βουλιμίαν
των πελατών, αστικών και υπαιθρίων, για εφόδια ψυχρής
προστασίας και πρόσκαιρου ψυχαγωγίας.
Τα επί ξύλου κρεμάμενα εμπορεύματα ταλαντεύονται από
τη λιμνήσια αύρα,
τα μουσικά όργανα παιανίζουν,
η βραχνιασμένη πειστική γλώσσα παλινδρομεί και
μαγνήτιζει, τους πελάτας περιλούοντας με απατηλό
εμπορικό ατμόλουτρο.
Οι εκπτώσεις δελεάζουν, η σειρά παραβιάζεται και η
εκκαθάρισις του εναποθηκευμένου χρηματικού
πανηγυρίζεται.
Η εμπορική προπαγάνδα αποκορυφούται με σχολείο
διαφωτίσεως την αμάθεια και την ανεπαρκή
ψυχολογική διείσδυση των πελατών.
Ο γύρος του θανάτου γυρίζει περίπλοκα μπροστά στην
τρέμουσα ζωή των θεατών.
Δίπλα τα ηλεκτροκίνητα κουρσάκια – τρόλεϊ κινούνται
με αυξομείωσιν της ταχύτητος αναλόγως
των συγκρούσεων και της ροής του δεκαδράχμου.

Ο Λορέντζος Μαβίλης πιο πέρα, βουτηγμένος στη «Λήθη»
ΜΑΣ, θερμαίνεται απ’ τις ψυχρές φλόγες,
που ρουφά και ξερρουφά κάποιος μελαχρινός Έλληνας,
και ζαλίζεται από το δυσάκουστο λαϊκό τραγούδι
ανατολίτικης χροιάς.
Οι κούνιες αιωρούνται, η σκόπευσις αστοχεί εκ συστήματος,
τα παραθυράκια του Καραγκιόζη καρφώνονται
στις οφθαλμικές κόρες.
Βαθύτερα τα ασθμαίνοντα και πειναλέα ζώα δοκιμάζονται,
παζαρεύονται, ελέγχονται και συντάσσονται
τα «μητρώα» τους.
Στη μεταβολή λίγα γεωργικά μηχανήματα διψούν
για αφράτο χώμα.
Το νυφικό εμπόρευμα εν διαρκεί κινήσει επιδεικνύεται
ποικιλοτρόπως.
Οι απότομοι ιστορικοί βράχοι του φρουρίου είναι ανύπαρκτοι
για τα συννεφιασμένα μυαλά.
Τα θύματα του Αλή, ξεχασμένα και αυτά, κολυμπούν αδέξια
«μέσα στο νερό της λίμνης» και χωρίς σωσίβια.
Το βενζινόπλοιο οργώνει δειλά-δειλά το ουρανόχρωμο
νερό.
Ο Σκυλόσοφος, ξεγυμνωμένος, μουδιασμένος, περιφρονημένος
και στριμωγμένος κάθεται στην τρύπα του
ζητιανεύοντας λίγη ιστορία.
Η ασφυξία του βάθους και η ακουστική αναρμοστία μας
οδηγούν στα Προπύλαια, όχι του Μνησικλή,
αλλά του εμπορικού αλκοόλ.
Λίγοι οι νηστικοί, που γευματίζουν με το φτωχό
διαιτολόγιο της πνευματικής τροφής.
Τι κρίμα!!!
Οι περισσότεροι πολιορκούν την τύχη
της περιστεράς.
Οι επαίτες απουσιάζουν. Ίσως πρώτοι να προφήτεψαν
την ανεργία των.
Φεύγομε και ημείς φορτωμένοι λίγα βιβλία και πολλές
σκέψεις για την Εμποροπανήγυρι των Ιωαννίνων, που,
αν μπορούν, ας τις μαντέψουν κι ας τις επεξεργαστούν
οι αρμόδιοι και αναρμόδιοι».

«ΕΡΕΥΝΑ» 12-9-1966

 

 

Αναδημοσίευση από τη συλλογή περιγραφών και διηγημάτων του Χριστόφορου Ν. Λεοντάρη «Γιαννιώτικες και άλλες εικόνες».

Advertisements