Ετικέτες

, , ,

Η ιστορία του ναού της «Κοίμισις της Θεοτόκου» στο Αρχιμανδρειό, όπως την γράφει στο βιβλίο του «τα Γιάννινα που έφυγαν», ο Κωνσταντίνος Κουλίδας:

«Αρχιμανδρειό (το) “Η Κοίμισις της Θεοτόκου

Ο Δημ. Σαλαμάγκας μας παρέχει ενδιαφέρουσες ιστορικές πληροφορίες. Μας διέσωσε το θρύλο της ιδρύσεως του μοναστηριού:
Σε καιρούς παλαιότατους, όταν όλη εκείνη η περιοχή ήταν βοσκότοπος και μαντρί και χρησίμευε για τόπος ταφής Εβραίων και Γύφτων, μια γυναίκα που έβοσκε εκεί τα πρόβατα της παρατήρησε ότι, από κάποιον καιρό οι κουρούνες απέφευγαν να κουρνιάζουν στον πλάτανο, που υψωνόταν ριζωμένος ΒΑ της σημερινής εκκλησίας. Κάτι φαινόταν εκεί επάνω. Η τσομπάνισσα ανέβασε στο μεγάλο δέντρο ένα παιδάκι, που κατεβαίνοντας της είπε ότι είδε εκεί ψηλά ακουμπισμένη στον κορμό μια εικόνα, που δεν μπόρεσε να μετακινήσει. Αναφέρθηκε το περιστατικό σε ιερέα κοντινής εκκλησιάς, που αυτός έβαλε κι ανέβηκε ένας διάκος, χωρίς όμως κι εκείνος να κατορθώσει να μετακινήσει την εικόνα. Τότε ειδοποιήθηκε ο δεσπότης της πόλης που ήρθε εκεί με συνοδεία με παπάδες και αφού έψαλαν παράκληση επέτρεψε η Εικόνα να την κατεβάσουν, αλλά δεν επέτρεψε να την μετακινήσουν από τον κορμό του δέντρου. Τότε χτίστηκε εκεί μικρό κτίσμα όπου οι πιστοί άρχισαν να κάνουν τα προσκυνήματα τους. Αριστερά από την κυρία είσοδο του σημερινού Ναού, ψηλά, είναι εντειχισμένη ανάγλυφη αναπαράσταση γυναίκας, με πλαγιασμένο προς το δεξιό ώμο το κεφάλι, και χιτώνα που αφήνει ακάλυπτο, μόνο το πρόσωπο και τα πόδια. Η αφηγήτρια, ισχυρίζεται ότι αυτή είναι η τζιομπάνισσα του θρύλου.

Μας διέσωσε ακόμη (όπ.π.) ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη σπουδαιότητα του μοναστηριού την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου:
«Ένα από τα σημάδια της επισημότητας και της παλαιότητας της Μονής, είναι και το περιστατικό ότι, όχι όλων των Μονών της εποχής, αλλά οι προεστώτες των μεγάλων απ’ αυτές και ονομαστών, έπαιρναν, και μάλιστα, μόνο με πράξεις Πατριαρχικές τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη, του αρχηγού της Μάντρας, της Μοναστηριακής δηλ. Αδελφότητας. Καθώς και το ό,τι, στα 1386, το Μητροπολίτη των Γιαννίνων Ματθαίο (1381-1385) «μετελθόντα εντεύθεν προς τας αιωνίους μονάς», διαδέχεται στο Μητροπολιτικό Θρόνο, ο τέως Ηγούμενος της εν Ιωαννίνοις Μονής του Αρχιμανδρείου Γαβριήλ, κι αυτός, όπως κι ο Ματθαίος Ηπειρώτης όστις εποίμανε της Εκκλησίαν καλώς και θεοσεβώς».

Σε άλλη εργασία του για το ίδιο θέμα γράφει σχετικά: «Το μοναστήρι του Αρχιμαντρειού, είναι παλαιότατο. Μάντρα ονομάτιζαν, παλαιότερα, τη μονή, σαν ποίμνιο λογικών προβάτων, τη μοναστηριακή αδελφότητα. Αρχιμαντρίτης κατά βάση, είναι ο άρχων μάντρας μοναχός, ο ηγούμενος. Κι από τον ΙΑ’ αιώνα, πράξεις πατριαρχικές απονέμουν το αξίωμα αυτό σε προεστώτες μεγάλων μοναστηριών. Παρόμοια μάντρα ήταν παλαιότατα και το μοναστήρι του Αρχιμαντρειού. Σημάδι δε της σπουδαιότητας του, είναι και το περιστατικό ότι, στα 1388, ο Ηγούμενος του, προχειρίζεται Μητροπολίτης Ιωαννίνων. Και «εποίμανε την εκκλησίαν, καλώς και θεοφιλώς»».

Η Μονή του Αρχιμανδρείου αναφέρεται στο Χρονικό των Ιωαννίνων (Κομνηνού και Πρόκλου) κι επαινεί ιδιαίτερα τον ηγούμενο της Γαβριήλ. Αναγράφεται στην § 26: «Τω αυτώ έτει [δηλ. 1382] απεστάλη ο τιμιώτατος καθηγούμένος του Αρχιμανδρείου κυρ Γαβριήλ προς τον βασιλέα κύριον Μανουήλ τον Παλαιολόγον, και ελθών…..εις τα Ιωάννινα, ενέδυσαν αυτόν τα δεσποτικά αξιώματα…». Και στην § 33 (έτος 1386): «…εξελέξατο άνδρα τίμιον και ευλαβή, ευάρεστον Θεώ και ανθρώποις, τον του Αρχιμανδρείου ηγούμενον κυρ Γαβριήλ»1.

Και ο Βασ. Πυρσινέλλας συνεχίζει: «…το οποίον μνημονεύει ότι ο Ηγούμενος αυτής Γαβριήλ, «ανήρ τίμιος και ευλαβής, ευάρεστος Θεώ και ανθρώποις», προεχειρίσθη κατά το 1385 ως μητροπολίτης των Ιωαννίνων. Η μονή αύτη μετεβλήθη βραδύτερον εις γυναικείαν με χωριστά κελλία εις τα οποία εκάθητο μία προϊσταμένη ονομαζόμενη κοινώς κυρά Μεγάλη, και υποτακτικαί, παρ’ αυτής εκλεγόμεναι».
Το μοναστήρι βρισκόταν στα «πέριξ» της πόλεως. Η ίδρυση του ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Αθηναγόρας, μητροπολίτης Παραμυθιάς, γράφει σχετικά:
«Άλλη αρχαία Μονή Βυζαντινή είνε η του Αρχιμανδρείου, γνωστή κατά τους χρόνους των Δεσποτών, έχουσα την υπεροχήν εφ’ όλων των άλλων Μονών, διότι εν αυτή διέμενεν ο Αρχιμανδρίτης Ηγούμενος. Πάντες οι ηγούμενοι των Μονών δεν ήσαν και Αρχιμανδρίται. Το Αρχιμανδρντάτον το είχε η εξέχουσα μεταξύ αυτών επιχορηγούμενο ν υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου».

Ο Παν. Αραβαντινός μας πληροφορεί επίσης: «Ο του Αρχαιοτάτου Αρχιμανδρείου». Και συνεχίζει: «Α’. Ο του Αρχιμανδρείου, τιμώμενος εις μνήμην της Κοιμήσεως της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, Μοναστήριον Αρχαιότατον και σεβάσμιον, ου πλησίον κείνται τα αρχαιότατα των Ιουδαίων μνήματα».
Τα ανωτέρω «των Ιουδαίων μνήματα» (νεκροταφείο) βρίσκονταν στην πλατεία Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνα, ακριβώς στην πίσω πλευρά, τη βορεινή, του νέου κτηρίου της Ζωσιμαίας Σχολής (του τέταρτου στη σειρά διδακτηρίου). Πρόκειται για το τοπωνύμιο «Μνήματα».
Η προσωνυμία «Αρχιμανδρείο» (παροξύτονο) προήλθε από τον ηγούμενο του μοναστηριού που έφερε τον τίτλο του αρχιμανδρίτη. Διέμενε στο μοναστήρι αυτό κι είχε την υπεροχή (εποπτεία) όλων των άλλων μοναστηριών. Ο λαός το ονομάζει Αρχιμανδρείο (οξύτονο).

Μια ακόμη επίσημη πληροφορία για το μοναστήρι έχουμε από τη συνοδική πράξη του πατριάρχη Μητροφάνη του Γ (1565-1572) το 1571. Από την πράξη αυτή συνάγεται ότι: α) Το 1571 η πόλη δεν επεκτεινόταν μέχρι το Αρχιμανδρείο. β) Το μοναστήρι ήταν Σταυροπηγιακό, δηλ. ανήκε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, και γ) Με βάση πατριαρχικό γράμμα το μοναστήρι ενέμετο ο ιερέας Δημήτριος Καρατζάς.

Ο Επιφάνιος Ηγούμενος, ευεργέτης της πόλεως και ιδρυτής της φερώνυμης Σχολής Επιφανείου στην πόλη μας, με τη διαθήκη του, που συντάχθηκε στη Βενετία το 1647, κληροδοτεί:
«Εις την εκκλησίαν την καλουμένην Αρχιμανδρείον εις την πατρίδα μου, την Γιάννινα, να δίδηται εσαεί το διάφορον (ο τόκος) των 400 δουκάτων από τα παρά τη Τζέκα (Τράπεζα) χρήματα, με υποχρέωσιν των εφημερίων της εκκλησίας εκείνης, να λέγουν την παράκλησιν της Παναγίας κάθε εβδομάδα, ημέραν Παρασκευήν, και αν ήθελον αμελήση να κάμουν αυτήν την τελετήν και παράκλησιν να διατίθηνται τα χρήματα αυτά…».
Από τα τέλη του 15ου αιώνα το μοναστήρι μετατράπηκε σε γυναικείο με ξεχωριστά κελιά. Πιθανόν μετά το 1480 να μετακόμισαν οι μοναχές του μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής, όταν η περιοχή αυτή κατοικήθηκε από τους Τούρκους, το μοναστήρι της οποίας κατεδαφίστηκε και στη θέση του ανεγέρθηκε το Ναμάζ Γκιαχ τζαμί.
Η ηγουμένη ονομαζόταν κυρά Μεγάλη και οι μοναχές ‘υποτακτικές’, οι οποίες επιλέγονταν από την ίδια. Οι μοναχές φορούσαν την ίδια ενδυμασία με τις άλλες γυναίκες της εποχής, σε μαύρο όμως χρώμα, για να διακρίνονται. Ασχολούνταν με την ύφανση λεπτών μεταξωτών υφασμάτων, που ήταν γνωστά με το βυζαντινό όνομα ‘Τσίπα’ και βαμβακερών επίσης υφασμάτων. Συμμετείχαν ως βοηθοί σε όλα τα χαρμόσυνα ή λυπηρά γεγονότα των οικογενειών της πόλεως των Ιωαννίνων και για το λόγο αυτό πολλές φορές παρεξηγήθηκαν.

Επίσης και ο Δημ. Σαλαμάγκας μας πληροφορεί σχετικά: «Οι καλόγριες αυτές που έπαιζαν ειδικής μορφής ρόλο, σε σημαντικά περιστατικά της ζωής των Χριστιανών (αρραβώνες, γάμους, βαφτίσια, θανάτους κ.τ.λ.) είχαν γίνει ονομαστές, για δυο ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τους: την κάπως – σε παλιότερα πάντως χρόνια – όχι και τόσο σεμνή ζωή τους, και τα περίφημα υφαντά τους, μεταξωτά, λινά ή άλλα λεπτότατα αραχνοΰφαντα ή χρυσοΰφαντα πανικά, που τάφκιαναν στους αργαλιούς τους και ονοματιζόταν «τσίπες»». Και υποσημειώνει: «….ζωσμένες με ειδικής ύφανσης ποδιές, τους γνωστούς τότε φ τ ά δ ε ς, προσκαλούσαν – αργότερα, μοίραζαν τα αντίστοιχα, χειρόγραφα ή έντυπα προσκλητήρια – γνωστούς και φίλους να παραστούν στις σχετικές τελετές. Μετάφερναν στα σπίτια, όπου το χαρούμενο γεγονός, τα κανίσκια, δηλ. τα δώρα – καφέ (άψητο) και ζάχαρη, παντεσπάνι, φοντάν και κουφέτα – των συγγενών και φίλων. Βοηθούσαν κατά τη διάρκεια των σχετικών τελετών. Ειδοποιούσαν για τα θλιβερά γεγονότα και παραστέκονταν στις διάφορες λεπτομέρειες της προπαρασκευής και ετοιμασίες του νεκρού και τα παρόμοια».

Και συνεχίζει ο Βασ. Πυρσινέλλας να μας πληροφορεί για το έργο τους: Αποτελούσαν οι καλόγριες τάγμα με μεγάλη κοινωνική προσφορά στους κατοίκους της πόλεως. Είχαν διαμοιράσει μεταξύ τους τις οικογένειες, τις οποίες υπηρετούσαν σε όλα τα οικογενειακά γεγονότα, όπως γάμους, βαφτίσια, κλπ. Στην αρχή οι μοναχές προέρχονταν μάλλον από εύπορες οικογένειες της πόλεως. Προς το τέλος του βίου του μοναστηριού πολλές μοναχές προέρχονταν από χωριά. Δεν είχαν τους απαραίτητους καλούς τρόπους συμπεριφοράς. Οι περισσότερες ήταν ωραίες με περίεργα ονόματα, όπως Πανσέμ, Κουμπή κ.ά.

Δυστυχώς όμως μερικές από τις μοναχές παρεξήγησαν τους κανόνες του μοναχικού βίου κι έχασαν την εκτίμηση των κατοίκων της πόλεως, Για το λόγο αυτό ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, ενδιαφερόμενος για την αξιοπρέπεια της Εκκλησίας, αναγκάστηκε κι αποφάσισε να μην ονομάζει νέες μοναχές με αποτέλεσμα να μην ανανεώνεται το προσωπικό του μοναστηριού μετά το θάνατο αυτών που υπηρετούσαν εκεί.

Μέχρι το 1750 περίπου η συνοικία που βρισκόταν γύρω από το μοναστήρι του Αρχιμανδρείου ονομαζόταν “Μοναστίρ μαχαλέσι”
Μέχρι το 1776 υπήρχε ηγούμενος που κατοικούσε σε κελί του μοναστηριού.
Για την ανέγερση των κελιών του μοναστηριού ο Παν. Αραβαντινός μας πληροφορεί:
«Της του Λυγδά γενεάς θυγατέρες μονάσασαι έδωκαν την οικογενειακήν επωνυμίαν των εις το αρχαιότερον κελλίον των εν τω Αρχιμανδρείω ιδρυθέντων, καλούμενον εισέτι το κελλίον των Λυγδατισών. Πότε δε ήρξατο, ίνα μονάζωσι γυναίκες εν τω αρχαιότατο ναώ του Αρχιμανδρείου υπάρχει άδηλον, βέβαιον δε έστιν, ότι πριν της κατακτήσεως (1430) εμόναζον μόνοι άνδρες εν τω ρηθέντι καταγώγιο, εις ου την περιοχήν κατοικούσιν ήδη (τα μέσα του 19ου αι.) υπέρ τας 50 οικογενείας, εκτός των οκτώ κελλίων γυναικών μοναστριών, αίτινες ζώσι διά της υφαντικής και δι ετέρων εργασιών, διότι έχει επί τοις άλλοις έκαστον κελλίον, αριθμόν τίνα εκ των Ιωαννιτικών οικογενειών, ων υφαίνουσιν αποκλειστικώς τα αξιόλογα των Ιωαννίτιδων υφάσματα, και υπηρετούσιν εκάστην οικογένειαν εν πάση περιπτώσει χαράς ή λύπης. Αλλοτε φαίνεται, ότι αι μοναχαί των κελλίων αυτών υπήρχον γυναίκες ευπατριδών οικογενειών, αλλ’ ακολούθως εισέδυσαν εις αυτά χωρικαί ορφαναί και ενδεέσταται. Περί της προ τίνων ετών δεικνυομένης διαγωγής και ευλάβειας των τοιούτων μοναστριών ου κρίνομεν ευπρεπές, ίνα εξηγηθώ μεν».

Και ο Ιω.Ααμπρίδης επίσης μας πληροφορεί: Περί τα τέλη του 19ου αι. μέσα στην περιφέρεια του Αρχιμανδρείου υπήρχαν ακόμη 9 καθαρά οικήματα μεταξύ 32 άλλων, τα οποία ονομάζονταν, καλώς ή κακώς, «κ ε λ λ ί α» και κατοικούνταν από 32-35 γριές και νεαρές μαυροφόρες, που ονομάζονταν καλόγριες. Κάθε κελί έχει την «προϊσταμένην», η οποία εκλέγεται από τον εκάστοτε μητροπολίτη μεταξύ των πρεσβυτέρων, την οποία και «κείρει» μοναχή. Αυτή ως προϊσταμένη για να διακρίνεται μεταξύ των υποτακτικών της, μια μεταξύ τεσσάρων φέρει τον τίτλο «Μεγάλη», λείψανο ιστορικό.

Τα παραπάνω κελιά ή θεμελιώθηκαν ή αγοράστηκαν λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση (1430), τα οποία προϋπήρχαν και χρησιμοποιούνταν ως κατοικία ιερομόναχων, από μεγάλης ηλικίας παρθένους που προέρχονταν από τις ευγενέστερες οικογένειες της πόλεως. Οι παρθένες καλόγριες εξυπηρετούνταν από υπηρεσίες, δαπανώντας την πατρική κληρονομιά, για τις ατομικές τους ανάγκες και βοηθώντας τους φτωχούς. Προ της κατακτήσεως μνημονεύεται το όνομα της οικογένειας Λυγδά, της οποίας το κελί είχε θεμελιωθεί το 1486 κι έφερε το όνομα των Λυγδατισσών. Αυτό ανακαινίστηκε το 1844. Τα υπόλοιπα φέρουν το όνομα κάποιου ιερομόναχου, ο οποίος έζησε σ’ ένα απ’ αυτά, όπως Ανθίμον, Σίμωνος, Θεοφάνονς, ή φέρουν το όνομα πόλεως, χωριού, από το οποίο προέρχεται η Προϊσταμένη ή Μεγάλη, όπως των Κατσάνων, των Αρτηνών κλπ.

Και συνεχίζει ο Δημ. Σαλαμάγκας την ονομασία και διαφόρων άλλων κελιών όπως: Καστρινών, Παυλιανών κ.ά.
Το οίκημα που χρησιμοποιούνταν ως κελί των Λυγδατισσών καλογριών υπήρχε η επιγραφή: «Εκτίσθη τούτο το κελίον των λιγδατισών εις το 1486. Εξεκαινουργήθη σήμερον από την μεγάλην καλογραίαν (δηλ. ηγουμένην) την Ελισάβετ Στεφάνου Τζούνη εις τα 1844 Απριλ. 15». Υποτίθεται ότι κάποια σχετική επιγραφή αναγνωρίσεως θα υπήρχε και στα άλλα 32 περίπου οικήματα – κελιά του μοναστηριού.

Δεν έχουμε στοιχεία και πληροφορίες για την πρώτη ανέγερση του ιερού ναού «Κοίμησις της Θεοτόκου» μετά το κατέβασμα του εικονίσματος σύμφωνα με το θρύλο.

Η πρώτη επίσημη πληροφορία μας διασώθηκε από το Δημ. Σαλαμάγκα (κατά ανάγνωση του Λέανδρου Βρανούση, όπως σημειώνει). Είναι επιγραφή εντοιχισμένη αριστερά της κεντρικής (νότιας) εισόδου:
«Ανηγέρθη και ανηκοδομήθη εκ βάθρων ο θείος ναός της υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζόμενης της Αρχιμανδριώτισσας υπό συνδρομής και κόπου των ευλαβέστατων ιερέων του τε Παπαπαναγιώτη και Σακελλαρίου και Παπα-Ιωάννου σκευοφύλακος και Ιωάσαφ ιερομόναχου Προτοσυγγέλου Ιωαννίνων και Παπαπαναγιώτη χαρτοφύλακος και Παπαπρώκου και Παπαθεμελή Πρωτονοτάριου και Παπανικολάου και προ(ην;) σκευοφύλακος και Παπαζώτου ΟΡΑΟΕΡΑ (ίσως ΟΤΑΤΕΡΑ) επιτροπεύοντος Νικολάου Τζεμπερί. Διά εξόδου και δόσις τ(ων) τιμιότατων του κοινού χριστιανών εξ Ιωαννίνων εν έτει ΑΧΚΖ (1627) Ν(;)».

Από την ανωτέρω επιγραφή παρατηρούμε ότι για την ανέγερση εκ βάθρων το 1627 του ιερού ναού συμμετείχαν οχτώ (8) συνολικά ιερείς: α). Ο Παπαπαναγιώτης που έφερε τον τίτλο του Σακελλάριου. β). Ο Παπαϊωάννης που έφερε τον τίτλο του σκευοφύλακα. γ). Ο Ιωάσαφ, ιερομόναχος, που ήταν και πρωτοσύγκελλος της μητροπόλεως Ιωαννίνων, δ). Ο Παπαπαναγιώτης που έφερε τον τίτλο του χαρτοφύλακα, ε). Ο Παπαπρόκος. στ). Ο Παπαθεμελής που έφερε τον τίτλο του πρωτονοτάριου, ζ). Ο Παπανικόλαος που έφερε τον τίτλο του πρώην(;) σκευοφύλακα. και η). Ο Παπαζώτος. Δε γνωρίζουμε εάν και οι επτά (7), εκτός του ιερομόναχου και πρωτοσυγκέλλου Ιωάσαφ, αποτελούσαν και τους ιερείς της ενορίας. Η εργασία αυτή πρέπει να έγινε επί μητροπολίτη Θεοκλήτου (1621-1630).
Από τις 21 Δεκεμβρίου 1820 φιλοξενείται στην εκκλησία του Αρχιμανδρειού ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Γαβριήλ (Γκάγκας), την οποία μετέτρεψε σε έδρα της μητροπόλεως του, λόγω των πολεμικών περιπετειών της διετίας 1820-1822 και της καταστροφής του μητροπολιτικού ναού. Μετά το 1832 ο μητροπολίτης Ιωαννίνων επέστρεψε στην έδρα του τον Άγιο Αθανάσιο.

Ο Παν. Αραβαντινός μας πληροφορεί ότι: «Κατηδαφίσθη δε και ο του Αρχιμανδρείου το έτος 1852, ίνα ανακαινισθή, ως και ανακαινίζεται ευρυχωρότερος και βέλτιστος παντός άλλου Ναού της Πόλεως». Επίσης ο Ιω. Ααμπρίδης σημειώνει157 ότι το 1855 οι αντίπρόσωποι της κοινότητας Ιωαννίνων δανείστηκαν 250.000 γρόσια (δηλ. 2.500 λίρες χρυσές οθωμανικές) για την ανακαίνιση εκ βάθρων της εκκλησίας του Αρχιμανδρείου.

Και ο Δημ. Σαλαμάγκας συμπληρώνει: «Για την εκ βάθρων ανοικοδόμηση του σημερινού ναού υπάρχουν εντειχισμένες δυο επιγραψές, που, παραδόξως, δε συμφωνούν μεταξύ τους: Η μια, ανάγλυφη, στο υπέρθυρο μιας μικρής πόρτας, προς τα ανατολικά του Ναού, που οδηγεί στο Ιερό του και που χρονολογεί την οικοδόμηση στα 1852 (ΑΩΝΒ) αρχιερατεύοντος Ιωαννικίου (1845-1854). Η άλλη, ανάγλυφη κι αυτή, στο εσωτερικό του, ακριβώς επάνω στο τοίχωμα της κεντρικής (ανατολικής) θύρας του, χρονολογεί την έναρξη της στα 1858 με τη λήξη στα 1864, επί αρχιεπισκόπου Παρθενίου (1854-1869). Τα ονόματα των επιτροπευόντων της πρώτης επιγραφής, έχουν με επιμέλεια αποξεσθή, κι ο σχετικός χώρος της μένει κενός.
»Η χρονολογία 1858, συναντάται εγχάρακτη και στο ύψος των δύο κιόνων που υποστηρίζουν το θόλο της κεντρικής εισόδου του Ναού. Στις καμάρες παντατίφ, είναι επίσης εγχάρακτα τα γράμματα ΜΣΤ (ίσως και Ρ) και ΒΡΜ, εδώ κι εκεί του υπερκείμενου σταυρού τα στοιχεία ΜΛ και ΓΛ.

«Παραθέτουμε πιο κάτω τις δυο επιγραφές:
«Ανηγέρθη εκ βάθρων ο θείος τούτος ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζόμενης Αρχιμανδριώτισας δι’ επιμελείας και προστασίας του αρχιερατεύοντος Αγίου Ιωαννίνων και Βελλάς Κ: Ιωαννικίου: Και
επιτροπευόντων……ΑΩΝΒ (1852): ΔΕΚ: Γ:» και «Ο Πάνσεπτος Ναός
της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου επιλεγόμενης του Αρχιμανδρείου ανηγέρθη εκ βάθρων Αρχιερατεύοντος του Πανιερωτάτου Αγίου Ιωαννίνων Κ. Παρθενίου διά συνδρομής των ελεών της πατρίδος των Ιερών Μοναστηριών των Πατέρων και προφήτου Ηλιου και πατριωτών τη επιστασία των Κ. Νικολάου Ιωσήφ, Αναστασίου Πανα-γιώτου, Νικολάου Γιαννόπουλου και Σπυρίδωνος Ιωσήφ.
«Αρξαμένης της οικοδομής από του έτους 1858 και ληξάσης τω έτει 1864″».

Και ο Γεώρ. Παπαγεωργίου διασαφηνίζει: «Στις αρχές της περιόδου και πιο συγκεκριμένα το 1856, πραγματοποιείται η ανοικοδόμηση της εκκλησίας του Αρχιμανδρειού, της οποίας η κατεδάφιση άρχισε το 1852. Η καθυστέρηση στην έναρξη των εργασιών πιθανόν να οφείλεται σε έλλειψη χρημάτων, επειδή ο ναός κατεδαφίστηκε πρόωρα και εσπευσμένα ως ετοιμόρροπος και επικίνδυνος για το εκκλησίασμα.

»Όπως αποδεικνύεται και από το σχετικό κώδικα που διέσωσε αναλυτικά τα ποσά που δαπανήθηκαν για την ανέγερση του Αρχιμανδρειού στο χρονικό διάστημα από 7 Απριλίου 1858 μέχρι 12 Νοεμβρίου 1859, η ανέγερση άρχισε το 1858, παρ’ ότι το σχετικό συμφωνητικό μεταξύ των επιτρόπων των 4 εκκλησιών της πόλης από τη μια και του κάλφα, πρωτομάστορα, των μαστόρων Ανασελιτζώτη, Δημ. Κωνσταντίνου από την άλλη έγινε το Δεκέμβριο του 1852».
Ανάμεσα στους αφιερωτές για την ανέγερση της εκκλησίας είναι και το ισνάφι των τζιαρτζήδων (έμποροι ψιλικών και ψιλικατζήδες).

Η εκκλησία είναι διαστάσεων 36,15X25,70. Είναι η μεγαλύτερη της πόλεως. Στη βορεινή πλευρά του φέρει δύο σειρές επάλληλες γυναικωνίτη. Στο δεύτερο γυναικωνίτη, υπάρχει παρεκκλήσι στο όνομα του αγίου Χαράλαμπου.
Δεξιά, κοντά στο τέμπλο, σε προσκυνητάρι υπάρχει η θαυματουργή αμφιπρόσωπη εικόνα της Θεοτόκου του 12ου αι. η Αρχιμαντριώτισσα. Στο αριστερό προσκυνητάρι υπάρχει η παλαιά βυζαντινή εικόνα της Θεοτόκου η Δεομένη.

Για το θέμα αυτό ο Δημ. Μπάρκας μας ενημερώνει160: «…ότι η «Αρχιμαντριώτισσα» στο δεξιό κλίτος, κοντά στο τέμπλο, δεν είναι η αμφιπρόσωπη εικόνα της Θεοτόκου του 12ου αι. Η αμφιπρόσωπη, χαρακτηριζόμενη ως Οδηγήτρια, διαστάσεων 0,915 Χ 0,63, παρελήφθη την 23/6/79 υπό της 8ης Εφορ. Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, προς συντήρηση και έκτοτε δεν επεστράφη στο Ναό».

Ο Φ. Οικονόμου μας πληροφορεί ακόμη: «Είναι κατάμεστος λειψάνων του αρχαιοτέρου ναού, εν οις ξυλόγλυπτα τεμάχια τέμπλου και πολλαί εικόνες αγίων, τινές των οποίων είναι παλαιαί και εξαίρετου τέχνης. Εν τω σκευοφυλακίω σώζονται αξιολογώτατα αρχαία άμφια, των οποίων τα αρχαιότερα ανέρχονται εις τον ΙΣΤ’ αιώνα. Εν τη εκκλησία ταύτη διεσώθησαν 20 εξαίρετοι κώδικες, περιγραφή των οποίων δίδει ο Σπ. Αάμπρος…». Και ο Δημ. Μπάρκας, συμπληρώνει: «…πληροφορήθηκα (το 1994) από τους άλλους Επιτρόπους (αντικαταστάτες του) ότι δύο κώδικες, από τους 20 παγκοσμίως γνωστούς, τους περιγραφόμενους υπό του Σ. Λάμπρου και μικροφωτογραφηθέντας τον Δεκέμβριο του 1980 υπό του Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης, παραλειφθέντες για μελέτη, δεν επεστράφησαν μέχρι τώρα,…Σήμερα δηλαδή υπάρχουν στο Ναό μόνο οι 18».

Στην εκκλησιαστική της ενορία ανήκαν οι συνοικίες Καραβατιά, Σεράι Μαχαλάς, Σάββας-Ζεβαδιέ, Κούμπλος, Γάλατα, Σπίτι Αϊ-Γιώργη, Μαχαλάς και Ψαθοχαλάς.

Στην αυλή του, δίπλα στο πηγάδι, κάτω από τον τεράστιο πλάτανο, που υπάρχει ακόμα και σήμερα, την εποχή της τουρκοκρατίας χόρευαν Γιαννιώτες την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς (Τυρινής) γύρω από τη τζιαμάλα. Με τα ευτράπελα και σαρκαστικά στιχοπλάκια τους σατίριζαν πολλούς από τους προύχοντες, μεταξύ των οποίων την επιτροπή των Ελεών για τις καταχρήσεις της.

Ο περίβολος της αποτελούσε το επισημότερο νεκροταφείο της πόλεως. Εδώ είναι ο τάφος του πρώτου Ηπειρώτη και μεγάλου Γιαννιώτη ιστοριοδίφη Παναγιώτη Αραβαντινού (1807-1870) και του γυμνασιάρχη της Ζωσιμαίας Σχολής Σπύρου Μανάρη (1805- 1886).
Το 1895 υπηρετούσαν στην εκκλησία επτά ιερείς κι ένας διάκος και το 1909 ένας αρχιμανδρίτης, εφτά ιερείς κι ένας διάκος.
Στο προαύλιο του ναού υπάρχει επίσης ναΐσκος στη μνήμη του αγίου Φανουρίου.

Ο Αναστ. Παπασταύρος μας πληροφορεί ακόμη άτι το 1967 ο ιερός ναός υπέστη σημαντικές ζημιές από σεισμούς που έπληξαν την περιοχή, οι οποίες αποκαταστάθηκαν με την οικονομική επιχορήγηση του γιαννιώτη ευεργέτη Ιωάννη Καμπέρη.

Advertisements