Ετικέτες

, , , ,

Του Χρήστου Χριστοβασίλη

Ήμουν μικρό παιδί και μ’ έφερνε η μάννα μου για πρώτη φορά στα Γιάννινα από το χωριό μας, εξ ώρες μακριά με μουλάρι, γιατί της είχα παραφορτωθεί εκείνη την φορά, φοβερίζοντας την, ότι θ’ αρρωστούσα, αν δεν μ’ έπαιρνε-το μόνο πράγμα, που φοβώνταν- και έτσι, για να μην αρρωστήσω αναγκάστηκε να με πάρει κι’ είδα για πρώτη φορά τζιαμί, που δεν ήξερα ακόμα ως τότε ούτε και πώς τώλεγαν.

Απόρεσα στην θέα του και ρώτησα τότε την μάννα μου, που την θεωρούσα, ως παντογνώστρα, κι’ ας μην ήξερε ούτε την άλφα από γράμματα.
– Τ’ είναι αυτό, μάννα το ψηλό και στρόγγυλο χτίριο, που ξεπερνάει στο ψήλος και στο χόντρος όλα τα δέντρα του χωριού μας;
– Αυτό (μου είπε η μάννα μου, η «παντογνώστρα») είναι τζιαμί…
– Και τ’ είναι το τζιαμί, μάννα; Την ξαναρώτησα.
– Το τζιαμί, (μου είπε εκείνη αξιωματικά) είναι τουρκοκλησσιά… Εκκλησιά των Τούρκων…

Και πριν να χωνέψω καλά καλά την έννοια του τζιαμιού – ως τουρκοκλησιάς, φανίστηκε από επάνω στον ολοστρόγγυλον εξώστη, πούναι γύρα-γύρα στο τζιαμί και μοιάζει σαν θεώρατο δαχτυλίδι σε δάχτυλο υπεργίγαντα, ένας ασπροσαρικοφόρος, μπαγλατώντας.
– Τ’ είν’ αυτός μάννα (την ξαναρώτησα πάλε) που φανίστηκε εκεί ψηλά, στον εξώστη του τζιαμιού; Πώς ανέβηκε, χωρίς σκάλα επάνω εκεί;
– Αυτός (μου ξαναπάντησε εκείνη) είναι χότζας, τουρκο-παππάς… Το τζιαμί είναι κούφιο κι’ έχει από μέσα κυκλωτή σκάλα, που ανεβαίνει ο χότζιας, χωρίς να τον βλέπουν απ’ έξω.

Αυτή είναι η πρώτη μου γνωριμία με το τζιαμί, αλλά θα εξομολογηθώ την αμαρτία μου… Ζήλεψα νάχουν οι παλιότουρκοι τέτοια εκκλησιά, μ’ όλο, που τους μισούσα και τους φοβώμουν.
Να τους μισώ τους Τούρκους μ’ είχε διδάξει η αγράμματη «παντογνώστρα» μάννα μου, επαναλαβαίνοντάς μου κάθε φορά, που φανίζονταν Τούρκοι στο χωριό μας, είτε για να εισπράξουν φόρους, είτε για να καταδιώξουν κλέφτες και φυγόδικους, ότι οι Τούρκοι είχαν σκοτώσει τον Βασίλεια μας, τον Κωνσταντίνο, που μαρμαρώθηκε κατόπι κι’ ύστερα απ’ αυτό μας πήραν την Πόλη κι’ έκαναν τζιαμί τους την Αγια Σοφιά μας και ζήλευα νάχουν οι Τούρκοι, οι αντίχριστοι, τζιαμί.
Να τους φοβούμαι μ’ έχει μάθει ένα θλιβερό τραγούδι της Δυροπολίτισσας, που το τραγουδούσαν στο χωριό μου και τάκουγα συχνά, γιατί, όπως έλεγε αυτό το τραγούδι, οι Τούρκοι έσφαξαν χριστιανούς, «σαν τ’ αρνιά την Πασχαλιά, τα κατσίκια τ’ Αϊ-Γεωργίου».

Αλλά τι τα θέλετε. Και μ’ όλα ταύτα, εμένα μου άρεγε το τζιαμί, και λυπώμουν, που δεν είχαμε κι’ εμείς δίπλα στην εκκλησιά μας ένα χτίριο ψηλό και στρόγγυλο, σαν κι’ αυτό, αργότερα όμως ικανοποιήθηκε ο χριστιανός εγωισμός μου, όταν πήγα στη Σμύρνη, (Αχ χιλιόκαλη πεθαμένη μας χώρα Σμύρνη!) κι’ είδα για πρώτη φορά καμπαναρειά, το υπέρψηλο καμπαναρειό της Άγιας Φωτεινής και των άλλων Σμυρναίικων εκκλησιών, που και γι’ αυτό την έλεγαν την Σμύρνη μας οι Τούρκοι «Κιαούρ Ισμύρ», ενώ στα Γιάννινα και σ’ όλην την Ήπειρο δεν επέτρεπεν η Τουρκική Κυβέρνηση τα καμπαναρειά, που είχε γκρεμίσει την καταραμένη χρονιά του 1612 γιατί είχε σηκώσει επανάσταση ο Δεσπότης Διονύσιος ο Σκυλόσοφος… κι’ όμως, όταν έβλεπα τζιαμί και μάλιστα ψηλό κι’ ωμορφοχτισμένο, σαν τα μεγάλα τζιαμιά της Πόλης, ζήλευε η καρδιά μου.

Πέρασαν από τότε, που είχα πρωτώρθει στα σκλαβωμένα Γιάννινα, χρόνια πολλά, όταν γύρισα λεύτερος στην λευτερωμένη Ήπειρο, αρχές Μάρτη 1913 και μην μπορώντας πλεια να εγκατασταθώ στ’ αγαπημένο χωριό μου, που το είχαν χτίσει με το αίμα τους και με το αίμα των Τούρκων, πώσφαζαν, οι τουρκοφάγοι παππούδες μου, γιατί δεν είχε το καημένο, όπως και δεν έχει ακόμα κι’ ως τα σήμερα, ούτε καν γραμματοδιδασκαλείο για τα ξενιτογεννημένα παιδιά μου, που ένα μικρότερο πήγαινε στο Νηπιαγωγείο, ένα στο Δημοτικό, ένα στην πρώτη Ελληνικού, κι’ άλλο στο Σχολαρχείο, τώφερε η Μοίρα μου να εγκατασταθώ στα Γιάννινα, σ’ ένα τουρκόσπιτο, που είχαν φύγει οι κάτοικοι του στην Τουρκία, στην νότια, και την ψηλότερη συνοικία, Μεϊντάνι, πώχει το μεγαλύτερο πηγάδι σε βάθος και σε πλάτος, με το γευστικώτατο νερό του, πώπιναν απ’ αυτό και πίνουν όλοι οι άρρωστοι, και το σπουδαιότερο για μένα, γιατί είχε δίπλα στην αυλή του, ανάμεσα από δυο κυπαρίσσια, ένα από τα ψηλότερα, τα ωμορφότερα και τα ιστορικώτερα από τα δεκοχτώ τζιαμιά, που είχαν τότε τα Γιάννινα, το περίφημο τζιαμί του Σιεμσιεντίν (Shemsheddin) μ’ εκτεταμένον περίβολον γύρα του, που χρησίμευε ως νεκροταφείο της συνοικίας, τουρκικής αποκλειστικώς. Άλλοτε επί τουρκοκρατίας το τζιαμί αυτό, για να κάνωμε και λίγη ιστορία, ήταν το πρώτο τζαμί, πούχε χτιστή στα Γιάννινα και σ’ όλην την Ήπειρο, γιατί έφερε -χρονολογία 1432, ακριβώς του έτους που είχαν παραδοθεί, με συνθήκη τα Γιάννινα κι’ όλη η Ήπειρο στον Σουλτάνο-Μουράτ Β’, στρατοπεδευόμενον στη Μακεδονία κι’ ο χτίτοράς του Σιεμσεντίν θα ήταν κανένας από τους πρώτους Εφτά Τούρκους, τους λεγόμενους «Φατήχηδες», πούχε στείλει ο Σουλτάνος για να εξουσιάσει την Χώρα, των οποίων τα μνήματα σώζονταν ακόμα δίπλα στην ανατολική αυλή της Ζωσιμαίας Σχολής, ως τα 1914, τότε, τα κατέστρεψε η αμάθεια, συνδυασμένη ίσως και με τον φανατισμόν των μωρών αρμοδίων, για να εκτείνουν την αυλήν της Σχολής, παίρνοντας μέσα και το μικρό νεκροταφείο των Φατήχηδων και των Εφτάμπουλων.

Κι’ ενώ εγώ αιστάνομουν μέσα μου όλην την ξυπνημένην παιδικήν μου αγαλλίαση, γιατί το είχα σχεδόν μέσα στην αυλή μου, κι’ ανέβαινα συχνά τα εκατόν εβδομήντα εφτά σκαλοπάτια του κι’ έβγαινα στο σιεριφέ, εκεί δηλαδή, που ανέβαινε ο χότζας και μπαγλατούσε κι’ αγνάντευα απ’ εκεί πανοραμικά όλα τα Γιάννινα: τα ωραία τζιαμιά τους, τες τέσσαρες μεγάλες μας εκκλησσιές: Αρχιμαντρειό, Άι-Νικόλα, Μητρόπολη κι’ Αγια Μαρίνα, το μέγα παραλίμνιο Κάστρο, τα Λιθαρίτσια με τον μεγάλον τούρκικον Στρατώνα και την απέραντη πλατεία του, το Σεράι κι’ όλα τα ψηλά και μεγάλα σπίτια, τούρκικα κι’ ελληνικά και προπάντων την πανώρια Λίμνη με το νησάκι της, και με τ’ άλλοτε καταγάλανα, άλλοτε κατάργυρα κι’ άλλοτε κατάχρυσα νερά της, που καθρεφτίζονται μέσα τους, ο ουρανός, η θρυλική πολιτεία, κι’ όλα τα βουνά της Πίνδου με το χαμηλότερο κι’ άδενδρο παραλίμνιο Μιτσικέλι. Η γυναίκα μου όμως, σουλιώτικης καταγωγής, όπως κι’ εγώ και σαν να ειπούμε, «τουρκοφάγα» στα αισθήματα, ξυνίζονταν από την παρουσία του τζιαμιου και μώλεγε συχνά:
– Πού βρέθηκε αυτός ο Διάολος, τα τζιαμί σου, μπρος στην αυλή μας!

Κάθε πρωί με την χρυσήν ανατολή, κάθε μεσημέρι με το ηλιοστάλαμμα και κάθε βράδυ με βασίλεμα ήλιου με τα χρυσαφένια σύννεφα του παρουσιάζονταν απάνω στο σιεριφέ του τζιαμιου μας— το θεωρούσαμε πλειά δικό μας και κατάδικο μας — ένας καλόφωνος χότζας και μπαγλατούσε κατανυχτικώτατα το: «Λαϊλαχέ Ιλλαλάχ Μουχαμεντούν Ρεσούλλαχ. Αλλάχ ηκμπέρ: ήτοι: «Κανένας (άλλος) θεός (δεν υπάρχει) απόστολος του Θεού. Ο Θεός (είναι) μεγαλώτατος», το οποίον είναι το άπαντον της μωαμεθανικής θεολογίας.
Τα παιδιά μου είχαν συνειθίσει τόσο πολύ τον κράχτην-ψάλτην χότζαν του τζιαμιου μας, ώστε, όταν κοντοζύγονε η ώρα του να φανισθή επάνω στο σιεριφέ, τον περίμεναν αδημονώντας και φωνάζοντας όλα μαζί:
– Που είσαι, χότζα, που σε περιμένομε τόση ώρα; – Τ’ έγεινες και μας άργησες τόσο..- Έλα κι’ αναίβα γλίγωρα απάνω να σ’ ακούσωμε! Πέρασε η ώρα!
Κι’ όταν τέλος, φανίζονταν ο χότζας κι’ άρχιζε τ’ ωραίο του και μελαγχολικό του μπαγλάτισμα, ζουρλαίνονταν τα παλιόπαιδα από τη χαρά τους: τόσο που τώχε καταλάβει κι’ ο ίδιος κι’ όταν τελείωνε το ψάλσιμό του, τα χαιρετούσε φιλικά απάνω από το ύψος του μιναρέ.

Το μπαγλάτισμα του χότζα είχε γίνει και για μένα και γι αυτήν ακόμα την «τουρκοφάγα» την γυναίκα μου, αληθινή απόλαυση κι’ όσοι φίλοι τύχαινε νάρθουν στο σπίτι μας κατά τες ώρες, που ανέβαινε ο χότζας στο σιεριφέ κι’ έψελνε και προπάντων από τους παλαιοελλαδίτες, που δεν έχουν στον τόπο τους τζιαμιά και χοτζάδες διασκέδαζαν πολύ και κατά προτίμηση μας επισκέπτονταν τα ηλιοβασιλέματα για ν ακούν τον χότζα να μπαγλατάη.

Αλλ’ ήρθε και μια μαύρη μέρα για την Ελλάδα, που βγήκε στην μέση η απαίσια ανταλλαγή: οι Έλληνες της Τουρκίας, νάρθουν εξαναγκαστικώς στην Ελλάδα κι’ οι βρισκόμενοι Τούρκοι στην Ελλάδα να φύγουν εξαναγκαστικώς στην Τουρκία, κι’ έτσι διώχτηκαν όλοι οι Τούρκοι από τα Γιάννινα, κι’ εν γένει απ’ όλην την Ήπειρο αν κι’ ήταν Ελληνικής καταγωγής, κι’ ελληνόγλωσσοι, και μ’ αυτούς μαζί πάει κι’ ο καημένος ο χότζας μας, και δεν ξαναφανήστηκε πλειό στο σιεριφέ του τζιαμιού να μπαγλατήση! Έτσι ρήμαξε από τότε το καημένο, γιατί δεν είχε μείνει ούτε ένας Τούρκος στην συνοικία μας του Μεϊντανιού, για νάρχεται στο τζιαμί να προσκύνηση, και δεν ακούονταν ν’ αχολογάη στον αιθέρα εκείνη η γλυκεία φωνή του χότζα μας να ψέλλη το υπέροχο για την απλότητα του: «Λαϊλαχέ Ίλλαλλάχ Μουχαμεντούν Ρεσουλλάχ. Αλλάχ εκ-μπέρ». Στέκονταν βουβό και περήφανο την ημέρα, τηρώντας μ’ όλη την τραγική του μεγαλοπρέπεια, αλλά την νύχτα το ρημαγμένο τζιαμί, κάτω από την πένθιμη, φεγγοβολή του φεγγαριού ή μέσα στα σκοτάδια της αφεγγαριάς, που συνωδεύονταν πολύ συχνά, και μάλιστα τους χειμώνηδες από δυνατούς βορειάδες και νοτιάδες φαίνονταν, σαν να βογγούσε, σαν ν’ ακούονταν νάκλαιγε την ορφάνεια του, και την ερημιά του. Μου φαίνονταν ότι άκουγα κι’ εγώ κάτι σαν βόγγο, και κάτι σαν κλάμα, και μια φωνή βούιζε στ’ αυτιά μου και μώλεγε: — «Αλήθεια κλαίει το τζιαμί»! —

Άλλ’ ήρθαν και θλιβερώτερες μέρες για το καημένο το Τζιαμί μας!
Το τζιαμί αυτό, ως χτήμα των ανταλλαγμένων Τούρκων αυτής της συνοικίας, που είχαν φύγει ως τον ένα όλοι της οι κάτοικοι στην Τουρκιά, είχε σημανθή όπως κι’ όλα τ’ άλλα τούρκικα χτήματα, ως χτήμα των Ελλήνων προσφύγων, που
είχαν διωχθεί από την Τουρκιά, πέρασε αργότερα στην διαχείριση της Εθνικής Τραπέζης και μια μέρα βγήκε στον πλειστηριασμό, όπως βγαίνουν τα κατεσχημένα σπίτια των οφειλετών, που δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους και κατακυρώθηκε για καμιά πενηνταριά χιλιάδες σημερινές ψωροδραχμές, σ’ έναν, πούχε ανάγκη να χτίση σπίτι να κατοίκηση! Και, τέλος, ξημέρωσε και μια άλλη κακή μέρα, η χειρότερη απ’ όλες, όταν ο νέος ιδιοχτήτης του καημένου του τζιαμιού, μην νοιώθοντας ούτε από αισθηματολογίες, ούτε από καλλιτεχνίες, ούτε από Ιστορία έβαλε εργάτες και το γκρέμισε, κατά την γνώμην μου το σκότωσε! Το γκρέμισε και τώκανε μια μεγάλη λιθοσωρειά, ενώ μπορούσε να το διατήρηση χωρίς καμιά του ζημιά, γιατί αυτό καθεαυτό το τζιαμί, δηλαδή ο μιναρές, δεν θα του απασχολούσε ούτε τριών τετραγωνικών μέτρων, εδαφική έκταση! Έτσι λοιπόν χάθηκε ένα ιστορικό κι’ όμορφο χτίριο, που θάχε στοιχίσει το χτίσιμο του στα 1432 χρηματικό ποσό ίσο με χίλιες χρυσές λίρες.

Και τώρα, μεταβάλθηκε το καημένο το τζιαμί μας, όπως το είπαμε, σε μια μεγάλη λιθοσωρειά, που θα χρησιμέψουν αύριο οι πέτρες του —ή το σωστότερο, τα κόκαλα του,- για το σπίτι, που θα χτίση ο ιδιοχτήτης του…

Πέθανε τώρα το καϋμένο το Τζιαμί μας, κι’ ως πεθαμένο ούτε φαίνεται, ούτε βογγάει ούτε κλαίει πλειο τες νύχτες κάτω από τη φεγγοβολή του φεγγαριού, ή μέσα στα πυκνά σκοτάδια της αφεγγαριάς!….
Οι πεθαμένοι δεν κλαιν… Οι ζωντανοί κλαιν γι’ αυτούς!
Γι’ αυτό κι’ εγώ χύνω θερμό δάκρυ για τον πεθαμό του καημένου του Τζιαμιού μας κι’ ας ήταν τουρκοκλησιά!
«Ραχμέτι ουλλάι αλέη»!

 

Το κείμενο του Χρήστου Χριστοβασίλη «Το καημένο το Τζιαμί μας» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ατλαντίς (Νέα Υόρκη, Ιούνιος 1929) και συμπεριλήφθηκε στα «Γιαννιώτικα διηγήματα» των εκδόσεων Ροές.

Advertisements