Ετικέτες

,

Του Συμεών Κριθαρά

Ο πρωτότοκος γιος των Εβραίων αποκαλούνταν μποχώρης, γιατί ήταν στο μυαλό χαμόρ, δηλαδή ζώο. Πέθανε στα χρόνια του μεσοπολέμου ένας μποχώρης και αφού τον έψαλλε ο χαχάμ Νταβίντ ένας Εβραίος εκφώνησε τον επικήδειο λέγοντας: «πέθανε ο καημένος ο μποχώρης, χθες μίλαγε σήμερα δεν μιλάει, χθες γέλαγε σήμερα δεν γελάει, χθες στο στρώμα σήμερα στο χώμα!»

Ήταν το μεσοπόλεμο ένας Εβραίος που πήγαινε συχνά – πυκνά στη λίμνη και ψάρευε με την πετονιά του όμως συνέβαινε το εξής. Αν έπιανε κανένα μεγάλο κυπρίνο τον πετούσε πάλι στη λίμνη ενώ αν έπιανε καμιά τσίμα την κρατούσε. Κανένας δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του αυτή εκτός από έναν τσιγγούνη που είπε: «Ο κυπρίνος θέλει πολύ λάδι, πολλές ντομάτες και σκόρδα γι’ αυτό και τον ξαναρίχνει τον κυπρίνο στη λίμνη».

Ήταν τα παλιά χρόνια μια δασκάλα που ονομάζονταν Ματρώνα και ήταν διορισμένη σ’ ένα χωριό. Όταν έδινε τα πιστοποιητικά προόδου των μαθητών σ’ όλα έβαζε άριστα δηλαδή (10) δέκα. Όταν έκανε μια φορά έλεγχο ο επιθεωρητής της είπε: «Καλά όλα αριστούχα είναι» αυτή απάντησε ως εξής! «Τι ανόητη είμαι να βάζω σ’ άλλα πέντε (5) σ’ άλλα έξι (6) και να με δείρουν οι χωριάτες»!
Για να δείξει ότι είναι εύπορη έβαζε στον νταβά το ίδιο κρέας όλη την εβδομάδα με διαφορετική τροφή κάθε φορά, πότε ρύζι, πότε πατάτες κ.λπ. Είχε μια κόρη αλκοολίκια, αυτή γέμιζε ένα ποτήρι αλουμινένιο με ρακή πήγαινε στην βρύση την άνοιγε κι έκανε πως ρίχνει νερό όμως το νερό έπεφτε δίπλα από το ποτήρι, ήταν όλη μέρα στουπί στο μεθύσι.

Υπήρχε στα ταμπάκικα μια μπακαλοταβέρνα του Βαρέτα. Όταν εισέρχονταν στο κατάστημα έβλεπες σ’ ένα τοίχο ένα ταμπλό που έγραφε «σήμερα βερεσέ όχι, αύριο ναι».
Σ’ ένα άλλο ταμπλό αναρτημένο κι αυτό στον τοίχο διάβαζες «άμα γεννήσει ο πετεινός τότε θα δίνω βερεσέ του καθενός». Είχε ένα γιο τον Κώστα που είχε το παρανόμι Ντράνας, αυτός απασχολούνταν στο μαγαζί είχε δε ένα φίλο τον Τάκη που τον αποκαλούσαν μυξιάρη. Κάθε βράδυ ο μυξιάρης στέκονταν στο πορτάκι της ταβέρνας και τραγουδούσε πάντα τον ίδιο το σκοπό. «Κάπελα κλείσε το μαγαζί κι έλα να κάνουμε παρέα η νύχτα είναι ωραία».
Όταν το άκουγε αυτό ο καταστηματάρχης ο Βαρέτας φώναζε εκκωφαντικά στο γιο του «Κώνστα ήρθε πάλι ο μυξιάρης, δεν κοιτάς το συμφέρον σου, δεν σκέπτεσαι τι μέλλει γενέσθαι». Ο Ντράνας κάθε καλοκαίρι μαζί με τον φίλο του τον μυξιάρη μάζευαν περίπου 20 λιμνίσια φίδια και όταν πήγαιναν στον θερινό το σινεμά για να παρακολουθήσουν την ταινία, στο διάλειμμα ο Ντράνας άφηνε τα φίδια στο έδαφος και αυτά περιφέρονταν ανάμεσα από τις καρέκλες οι δε θαμώνες έφευγαν πανικόβλητοι προς την έξοδο του κινηματογράφου.

Οι σιαραβινοί τσακώνονταν με τους κατοίκους της Λούτσας για το ποιος είχε το μεγαλύτερο φεγγάρι. Οι λουτσίνοι έλεγαν ότι είναι μεγάλο σαν ένα κεφαλοτύρι ενώ οι σιαραβινοί αντέτειναν ότι είναι το δικό τους μεγάλο σαν σινί. Τους σιαραβινούς τους είχαν για μπανταλούς έλεγαν ότι τα νεογέννητα μωρά τους άνοιγαν τα μάτια σε 40 μέρες όπως και τα κουταβάκια. Τους έλεγαν και ζουρλούς γιατί τους πείραζε ο σαμάς και τα σώμια από τα ταμπάκικα και το νερό της λίμνης.

Ήταν ένας ιδιότροπος τύπος ένας χαμάλης που στο σπίτι του είχε δεμένα σ’ ένα σχοινί έναν πελαργό, έναν γλάρο, μια κουρούνα, έναν κίλιλα και μια χελώνα, ενώ ένας άλλος τρελός, ο Νώντας μέχρι τα 70 του χρόνια ανέβαινε στα δέντρα κι έκανε τον Ταρζάν.
Ήταν μια αγαθή σιαραβινή που συνέχεια έλεγε «Τι έπαθα γιε μου και τσούπρα μου μόλις ξεντύνομαι για να κοιμηθώ με κοιτάει συνέχεια από την τηλεόραση ο Παπανδρέου, πηγαίνω αριστερά με κοιτάει, πάω δεξιά ξανά το ίδιο, βάζω κι εγώ μπροστά από την τηλεόραση ένα σεντόνι και ησυχάζω».

Η Ρίνα ήταν χωλή και κανένας δεν την έπαιρνε για γυναίκα, την προξένεψαν στον Φασουλή. Όταν θα γινόταν ο γάμος πριν έρθει στην εκκλησία ο γαμπρός την κάθισαν σε μια καρέκλα. Ο γαμπρός ρώτησε γιατί συνέβαινε αυτό. «Να» του είπαν «ήταν κουρασμένη από τις δουλειές».

Ο Μανέγας είχε μαζεμένα πολλά χιλιάρικα, τα έκρυψε δε σ’ ένα φυσίγγι χρώματος μπορντό και το έριξε σ’ ένα μεγάλο κασόνι που υπήρχαν 500 φυσίγγια άδεια. Φυσίγγι χρώματος μπορντό δεν υπήρχε κανένα στο κασόνι όμως κατά διαβολική σύμπτωση ο μικρός γιος του έβαλε το μπορντό φυσίγγι που μέσα είχε ο Μανέγας τους παράδες. Ο Μανέγας αφού έψαξε το κουτί για να βρει το φυσίγγι τον έκοψε κρύος ιδρώτας. Έψαξε, ξαναέψαξε πουθενά το μπορντό φυσίγγι. Ρώτησε την γυναίκα του σαν βρεγμένη γάτα μήπως το βρήκε η απάντηση ήταν αρνητική, Τότε ο γιος του είπε: «Πήρα εγώ ένα φυσίγγι από το κασόνι και το έβαλα στη φυσιγγοθήκη». Έτσι αποκαλύφθηκε ότι ο Μανέγας έθαβε παράδες.
Ο Μανέγας ήταν αθυρόστομος. Μια φορά βρήκε το Γόρη το Σακκά τον δήμαρχο και του είπε: «Θυμάσαι ωρέ Γόρη που σε τάραζα στις καρπαζιές όταν ήσουν καφετζής».

Εκείνα τα χρόνια του μεσοπολέμου τον κοσμάκη τον έδερνε μεγάλη φτώχεια. Γι’ αυτό και οι νοικοκυρές έπαιρναν υφάσματα με πίστωση από τους γυρολόγους εμποράκους. Μια μέρα ένας εμποράκος χτύπησε τη θύρα μιας οικίας για να πάρει τη δόση που έπαιρνε κάθε εβδομάδα.
Η σπιτονοικοκυρά είπε στη μικρή κόρη της «Πες του ότι δεν είμαι εδώ». Καταραμένη φτώχεια πουθενά δεν μπορείς να κρυφτείς.

Τον γραφικό Στεφανίδη (Σάχλα) κάτι καστρινοί τον κλείδωσαν ένα βράδυ μέσα στο σπίτι του στην στοά Λούλη και τον έδεσαν με ατσαλόσυρμα και το άλλο βράδυ πέρασαν από τη στοά Λούλη για να δουν την αντίδραση του Σάχλα. Τον είδαν να πετάει κοτρώνες από το παραθύρι της παράγκας του στο δρόμο. Κύρ’ Γιάννη του είπαν τι έπαθες. «Κάνω γενική πρόβα γιατί περιμένω επίθεση από κάτι καμποτζιανούς κομμουνιστές».
Σε ηλικία 70 ετών απέκτησε ένα τέκνο από μια χωριάτισσα, το έθετε δε σ’ ένα τελάρο και με το ποδήλατο το έκανε τσάρκες στην παραλία για να τον δουν και να τον θαυμάζουν. Φούσκωνε δε σαν κούρκος από περηφάνια. Οι καστρινοί τον φώναζαν «κυρ Γιάννη θα πέσει, το παιδί από το πορτμπαγκάζ. Αυτός όμως έκανε τις τσάρκες του καμαρωτός-καμαρωτός.
Αυτά.

 

 

Το κείμενο του Συμεών Κριθαρά αναδημοσιεύετε από την εφημερίδα «Η φωνή του Ελληνικού», Αρ. Φύλλου 104 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2013).

Advertisements