Ετικέτες

, ,

Στο βιβλίο του Λάμπρου Μάλαμα «Με τη χρυσή της νιότης πανοπλία» υπάρχει μια μαρτυρία για το τραγικό τέλος της Γιαννιώτισσας αγωνίστριας Μαργαρίτας Μολυβαδά. Η Μαργαρίτα Μολυβαδά ήταν ένα από τα πρώτα και ποιο δυναμικά στελέχη της ΕΠΟΝ στα Γιάννινα τη περίοδο της Γερμανικής κατοχής. Για τη σπουδαία της αντιστασιακή δράση πιάστηκε, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε (πιθανότατα στις 17.2.1944) από τις ένοπλες συμμορίες του Βόιδαρου.
Η προσφορά στο αντιστασιακό αγώνα και ο μαρτυρικός θάνατος της Μαργαρίτας Μολυβαδά, ενέπνευσαν τον Δημήτρη Χατζή να γράψει το σπουδαίο του διήγημα «Μαργαρίτα Περδικάρη» και τον Γεράσιμο Σταύρου το θεατρικό έργο «Καληνύχτα Μαργαρίτα».

«Ήταν μια ηρωίδα. Η Μαργαρίτα Μολυβάδα! Από τα Γιάννινα. Δουλέψαμε μαζί στην Κατοχή. Τη γνώρισα το 1944 στα Τζουμέρκα. Ήταν στέλεχος της ΕΠΟΝ με το ψευδώνυμο Σοφία. Στα Γιάννινα οι γερμανοί την καταζητούσαν. Βγήκε στο βουνό σταλμένη από το Συμβούλιο Περιοχής της ΕΠΟΝ Ηπείρου.

Απλή, ανοιχτόκαρδη κοπέλα, αδύνατη κι ασθενικιά με μαραμένα νιάτα. Που ζωντάνευε όμως απότομα και τα μυωπικά της μάτια έλαμπαν κάτω από τα γυαλιά της όταν η δουλειά μας πήγαινε καλά, ή όταν τη συνέπαιρνε ο ενθουσιασμός της.
Φορούσε μια κάπα ριχτή, μπλε, από κείνες του Ερυθρού Σταυρού και κουβαλούσε πάντα ένα γυλιό γεμάτο με φάρμακα.
Πότε έμαθε να σκαρφαλώνει στα τσουγκάρια μας, να κόβει νυχτόημερα δρόμο μέσα από κακοτοπιές, διάσελα και φαράγγια, ν’ αντέχει στις κακουχίες… Και να ‘ναι πάντα με το χαμόγελο στα χείλη.

Ζούσαμε τρεις κοπέλες στο ίδιο δωμάτιο, στη Χόσεψη. Εκείνη, η Μαρίκα κι εγώ.
Από την πρώτη μέρα που πάτησε στο λημέρι μας η Σοφία ήμασταν σαν αδερφές. Μοιράζαμε το ψωμί, το συσσίτιο, το λιγοστό σαπούνι της. Τρώγαμε από την ίδια καραβάνα. Σκεπαζόμαστε με την ίδια βελέντζα του νοικοκύρη, δίπλα στο τζάκι.
Τις νύχτες, όταν τύχαινε να βρισκόμαστε σε απαρτία, γυρίζοντας από περιοδείες, κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις ώσπου μας έπαιρνε το χάραμα…

Έτσι, από το στόμα της έμαθα την ιστορία της.
Ήταν ορφανή από μητέρα. Μεγάλωσε σ’ ένα αρχοντικό σπίτι. Ζούσε με δύο γεροντοκόρες Θείες της. Τέλειωσε την Εμπορική Σχολή, αγαπούσε πολύ τα βιβλία. Έπληττε στο σπιτικό της περιβάλλον, που ήταν όλο υποκρισία και κατάθλιψη. Όταν κηρύχτηκε ο Ιταλικός Πόλεμος, πήγε εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Βοηθούσε τους τραυματίες στο Νοσοκομείο.
Με την ίδρυση της ΕΠΟΝ οργανώθηκε και δόθηκε ολόψυχα…
Ένα βράδυ της κάνω τούτη την άστοχη ερώτηση:
– Εσύ δεν πείνασες, δε στερήθηκες στη ζωή. Ήσουν ένα κορίτσι καλομαθημένο. Τι σ’ έκανε να μπεις στο Κίνημα;
– Γιατί με ρωτάς; Αμφιβάλλεις ότι θ’ αντέξω; Το γεγονός ότι με τη θέληση μου ξέκοψα απ’ αυτή την… «καλοζωή» και προτίμησα τούτη, με τις δυσκολίες και τους κίνδυνους δεν σε πείθει ότι θ’ αντέξω;

Το μετάνιωσα χίλιες φορές που της έκανα αυτή την ερώτηση.
Χωρίσαμε αργότερα -αρχές χειμώνα του 1944- όταν τέλειωσε η ανακωχή μας με τον ΕΔΕΣ. Η Μαργαρίτα κατέβηκε στην Άρτα για παράνομη δουλειά. Θυμάμαι, όταν έφευγε, μας άφησε την κάπα της και το γυλιό της. Και δεν την ξαναείδαμε ποτέ πια!…
Στην Άρτα πιάστηκε. Κάποιος τη γνώρισε και την πρόδωσε. Από την Άρτα την έσυραν στα χωριά τον κάμπου. Αυτόπτης μάρτυρας ήταν μια γριούλα. Στο διπλανό απ’ το δικό της σπίτι τη βασάνισαν απάνθρωπα και την εξόντωσαν. Τη βιάσανε. Έβαλαν γάτα να ξεσκίζει τις σάρκες της. Έβαλαν αυγά καυτά στις μασχάλες της. Σ’ όλο το κορμί της κάρφωναν μαχαιριές κι έριχναν αλάτι στις πληγές. Είχε καταντήσει ένα ζωντανό πτώμα!
Πολλές φορές η γριούλα έβαζε αυτί και κρυφάκουγε. Κι ανάμεσα από τις φωνές, τις βρισιές και τ’ άγρια βασανιστήρια που της κάνανε ξεχώριζε τη φωνή της:
– Δεν ξέρω τίποτα!… Δεν ξέρω, μη με ρωτάτε!…
Ώσπου μια μέρα σώπασε εντελώς, δεν ακουγόταν τίποτα. Τότε την πήραν με ένα κάρο και φύγαν. Η γριά δεν έμαθε πού την πήγαν, και τη θάψανε…

Βουδαπέστη, Μαρία Ράφτη
25.2.82»

Advertisements