Ετικέτες

Του Αντώνη Τσεπέλη

Ποτέ δε μου άρεσε να γράψω κάτι, για έναν άνθρωπο, που δε γνώρισα καλά. Να ασχοληθώ, μ’ άλλα λόγια, με τη ζωή κάποιου, που έζησε σχεδόν πριν από μένα. Αμυδρά, κάπου βαθιά στη μνήμη μου, στα χρόνια της κατοχής, τότε που ήμουνα μικρό παιδί, βρίσκεται σχεδόν μισοσβησμένο το όνομα του και το παρουσιαστικό του. Για τον Μιχαήλ Γαμβέτα κατά κόσμο Μιχαήλ Διανέζη πρόκειται. Γι’ αυτόν θα σας μιλήσω σήμερα ή μάλλον θα σας εξιστορήσω, όσα θυμάμαι ο ίδιος κι όσα κυρίως μου διηγήθηκαν καλοί ηλικιωμένοι φίλοι.

Είχαν, λοιπόν, παλιά και τα Γιάννινα τον Δελαπατρίδη τους! Ένα Δελαπατρίδη παχουλό, ολοστρόγγυλο, με μια ασυνήθιστα μεγάλη κοιλιά και μια χαρακτηριστική φαλάκρα.
Κατάγονταν, όπως λένε, από πολύ καλή οικογένεια και είχε σπουδάσει νομικά. Μπορεί από τα πολλά γράμματα, ίσως να υπήρχε και κάποια προδιάθεση, ο Γαμβέτας έχασε τα μυαλά του. Για δεκατέσσερα χρόνια έγινε τρόφιμος σε τρελοκομείο.
Ώριμος σε ηλικία, όχι όμως και στα λογικά του, όταν κάποτε τέλειωσε η «νοσηλεία» του, ξαναγύρισε στην πατρίδα του.
Ζούσε, έκτοτε, μια ζωή ιδιόρρυθμη, ανάμεσα στα πειράγματα της μαρίδας, που τον ακολουθούσε στις εξόδους του και το θαυμασμό πλήθους συμπολιτών μας.
Μοναδικά και ακαταμάχητα εφόδια του, οι σπουδαίες γνώσεις του και η τεράστια και χοντρή μαγκούρα του.
Έδινε στους μεγάλους νομικές συμβουλές σε αστικά, εμπορικά και ποινικά θέματα, σαν τέλειος νομομαθής. Για τα μικρά, όμως, πειραχτήρια, η μαγκούρα του, που την κράδαινε απειλητικά, όταν χρειάζονταν, είχε γίνει ο τρόμος και ο φόβος.

Κοιμόταν στα χάνια της πόλης, κανείς όμως δεν ήξερε πού έβρισκε τους πόρους για τον ύπνο και το φαγητό. Κάποιοι έλεγαν, ότι τον ενίσχυαν οι μεγαλοδικηγόροι των Ιωαννίνων, που δεν ενοχλούνταν από την αντίπραξη, που τους έκανε δίνοντας νομικές συμβουλές.
Κυκλοφορούσε μ’ ένα περίεργο ριγωτό κοστούμι, που, όπως ο ίδιος έλεγε, του το είχε κάνει δώρο ο τουρισμός, για να μη γυρίζει στο κέντρο με παλιόρουχα βρόμικα και βλάπτει την καλή εικόνα της πόλης
— Κουλουρτζής είσαι, μωρέ Γαμβέτα, και δέχτηκες να σε ντύσει ο τουρισμός; Τον πείραζαν αυτοί που συναντούσε.
— Εμ, τι να κάνω; Μπορούσα να κάνω και διαφορετικά; Χαμένος άνθρωπος είμαι. Χαμένος και ηλίθιος, παραδέχονταν στωικά ο Γαμβέτας.
Είχε, άλλωστε, την περίεργη μανία να υποστηρίζει ότι ήταν ο πιο ηλίθιος άνθρωπος του κόσμου. Ο πιο ανίκανος και άχρηστος.
Αν του έλεγες το αντίθετο γίνονταν τούρκος και σ’ έκανε εχθρό του.
— Βλάκας είμαι, μεγάλος βλάκας! Κι είσαι βλάκας κι εσύ, που λες ότι δεν είμαι βλάκας!
Πολλοί είχαν την απρονοησία, να επιμένουν πως είναι έξυπνος. Τότε ο Γαμβέτας δεν το’ χε σε τίποτα, να σηκώσει τη μαγκούρα και να τους τη φέρει στο κεφάλι ή μάλλον στο χέρι. Γιατί, συνήθως απειλούσε το κεφάλι, χτυπούσε, όμως, στο χέρι, θέλοντας έτσι να αποφύγει φασαρίες και δοσοληψίες με την αστυνομία.
Την αστυνομία και το στρατό φοβόνταν πολύ ο Γαμβέτας. Την πρώτη, γιατί του θύμιζε το τρελοκομείο, όπου τον είχαν κλείσει για χρόνια, με τις θλιβερές και επώδυνες εμπειρίες, που κουβαλούσε. Και το στρατό, γιατί παρ’ όλο ότι είχε φθάσει τα εξήντα πέντε χρόνια, τον είχαν πείσει, ότι θα πάει φαντάρος.
Κάποτε, ένας λοχίας -βαλτός προφανώς- πήγε να τον… πάρει για στρατιώτη.
— Εσείς είσθε ο κ. Γαμβέτας; τον ρώτησε.
— Μάλιστα, τι θέλεις του λόγου σου;
— Ήλθα να σε πάρω για κατάταξη στο στρατό! Ποιος είδε το Θεό και δεν φοβήθηκε!
Σήκωσε ο υπό… στράτευση τη μαγκούρα και ο λοχίας, γλίτωσε ως εκ θαύματος, τραπείς σε άτακτη φυγή)

Η μεγάλη τρέλα του, όμως, ήταν η ορθογραφία. Γίνονταν «έξω φρενών», όταν του έλεγαν, ότι έγραφε τη λέξη «άγιος» με ψιλή.
— Γαμβέτα…
— Τι τρέχει;
— Τι πνεύμα παίρνει ο άγιος;
— Δασεία!
— Εσύ, τότε, γιατί την έγραψες με ψιλή;
— Εγώ;
— Εσύ, βέβαια…
— Ψέματα λες…
— Αφού είδα γράμμα σου…
— Κι είχα το «άγιος» με ψιλή;
— Βεβαιότατα…
— Τον κακό σου τον καιρό…
Η μαγκούρα του Γαμβέτα υψώνονταν με καταπληκτική ταχύτητα και άρχιζε να διαγράφει τρομερούς κύκλους πάνω απ’ το κεφάλι αυτού, που τόλμησε να υποστηρίξει ότι η λέξη «άγιος» γράφτηκε με ψιλή!
— Στάσου παλιάνθρωπε, στάσου συκοφάντη, να σου δείξω εγώ!..
Η μαρίδα, που ήξερε καλά το μάθημα της, οπισθοχωρούσε μέχρι να βρεθεί εκτός βολής… μαγκούρας. Και ξανάρχιζε το ίδιο τροπάριο, στο ορθογραφικό ζήτημα, που ανέκυπτε.
— Γαμβέτα…
— Τι τρέχει πάλι;
— Τι πνεύμα παίρνει ο «άγιος»;
— Δασεία, παλιόπαιδα, δασεία.
— Εσύ, όμως, τον γράφεις με ψιληηηή!
— Τον κακό σας τον καιρό.
— Ώααα…ώααα! Δε ντρέπεσαι, ρε Γαμβετάκια, να γράφεις το «άγιος» με ψιλή!…
Άφριζε από το θυμό του ο Γαμβέτας. Αν τον έπιανες από τη μύτη, έσκαγε. Η ανεξήγητη οργή του κατέληγε σ’ ένα χείμαρρο από βρισιές και απειλές, που έβγαιναν από το στραβό του στόμα, και περιέλουζαν το σύμπαν.
Κάποτε σταματούσε τις βρισιές, για να δικαιολογηθεί στους «σοβαρούς κυρίους», που στέκονταν δίπλα του, και να τους διαβεβαιώσει ότι πρόκειται περί μιας ανήθικης συκοφαντίας.
— Ψέματα λένε… Ψέματα… Μην τους ακούτε. Ποτέ δεν έγραψα το «άγιος» με ψιλή. Ποτέ. Στη ζωή μου, σας ορκίζομαι… Στη ζωή μου!…
Αυτή η υπόθεση του αγίου με την ψιλή τον εκνεύριζε περίεργα. Να του έλεγες, ότι το «και» γράφεται με έψιλον ή το «αδελφός» με ωμέγα, δεν τον ενδιέφερε. Για τη λέξη, όμως «άγιος» σφάζονταν. Ήταν ικανός και φόνο να κάνει ακόμα.

Σαν έφτανε η Μεγάλη Εβδομάδα, με τα απαραίτητα αρνιά, για την πατροπαράδοτη σούβλα, ο Γαμβέτας βλέποντας τους χασάπηδες να οδηγούν τους αμνούς και τα ερίφια στο σφαγείο, ξεσπούσε λυσσαλέα:
— Άτιμοι, εγκληματίες, δολοφόνοι! Τι σας φταίνε τα άκακα αρνιά;
Πώς γίνονταν, τελικά, και ξεχνιόνταν, όταν πήγαινε μετά στο εστιατόριο κάποιου χανιού και παράγγελνε μεγαλόπρεπα:
— Μια αρνάκι γάλακτος, παρακαλώ!

Το πείραγμα ο Γαμβέτας το ‘χε ανάγκη. Το ζητούσε ο οργανισμός του. Γιατί, κάθε φορά, που δεν τον ενοχλούσαν, προκαλούσε να το κάνουν. Κορόιδευε τους περαστικούς, βελάζοντας ή ακριβέστερα χλιμιντρίζοντας σαν το άλογο.
Κι ακόμα και στις μέρες μας, σαν θέλουν οι παλιοί, να επιτιμήσουν κάποιο χονδρό, κοιλαρά ή κοιλιόδουλο τύπο, λένε με νόημα:
— Αμάν, πώς έγινες έτσι; Σαν τον Γαμβέτα έγινε η κοιλιά σου!
Αυτός, περίπου, ήταν ο Μιχαήλ Γαμβέτας και οι ιδιότροπες τρέλες του. Αυτά τα λίγα στοιχεία συγκέντρωσα για ένα παλιό τύπο, που… απασχόλησε για καιρό τη ζωή της μικρής μας τότε και ήσυχης πόλης.
Στη δική μου μνήμη παραμένει σαν ένας «καλός τρελός», άκακος και ακίνδυνος. Μπορεί στο τελευταίο χαρακτηρισμό να κάνω λάθος. Αφού δεν έτυχε μικρός να τον συναντήσω, μιας η αυτός σύχναζε στο κέντρο της πόλης κι εγώ περνούσα τις ώρες μου με παιχνίδια ειρηνικά και ανέμελα, στην ασφάλεια κάποιας αλάνας, στη μικρή γραφική γειτονιά μου.
Έτσι δεν…. χρειάστηκε να τον πειράξω, ούτε να έλθω αντιμέτωπος με την τρομερή μαγκούρα του!..

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο «σεργιάνι στα περασμένα…», του «Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών».

Advertisements