Ετικέτες

,

Του Δημητρίου Σαλαμάγκα

…Το αποκριάτικο γλέντι, άνοιγε κυρίως από το Σάββατο της Κρεατινής, για να τελείωση οριστικά το βράδυ τής Κυριακής της Τυρινής, ή μάλλον της Καθαρός Δευτέρας. Από το μεσημέρι λοιπόν αυτού του Σαββάτου, έκλειναν όλα τα μαγαζιά του παζαριού, κι’ άρχιζε η αποκριάτικη αργία, που επαναλαμβανόταν κατά τον ίδιο τρόπο, και το αμέσως επόμενο.

Από νωρίς τ’ απόγιομα, με τις πρώτες αποκριάτικες εκδηλώσεις, ο κόσμος άρχιζε να συγκεντρώνεται στη συνοικία τη λεγόμενη «Μνήματα» στο πλάτωμα που ανοίγεται μπροστά, και περισσότερο δεξιά από το Ναό της Αγίας Αικατερίνης, και που πολύ   παλιά, χρησίμευε για Εβραϊκό Νεκροταφείο.
Αμέσως μετά την Άγ. Αικατερίνη, καθώς πλευρίζουμε το δρόμο που βγάζει προς το δυτικό άκρο της πόλης, άρχιζε ο κήπος κι’ η περιοχή ενός δημόσιον, αρκετά μεγάλου ήμιανώγειου τουρκικού κτίσματος, του γνωστοί ως Καρακόλλι, που χρησίμευε για φυλάκιο της εκεί εγκαταστημένης αστυνομικής και στρατιωτικής φρουράς. Στο κλιμακω ης κυρίως διάταξης τμήμα εκείνο τής περιοχής, που περιλαμβανόταν ανάμεσα στο Καρακόλλι και τ’ αντικρινά του σπίτια, εκδηλωνόταν η μεγαλύτερη γιορταστική κίνηση, με ανάλογες προεκτάσεις της, και προς τα προηγούμενα, και τα κατοπινά τμήματα του δρόμου. Κατά τα άλλα, το πλάτωμα των Μνημάτων, ανοιγόταν όπως και σήμερα.

Για τον ακατατόπιστο αναγνώστη, επειδή η ευρύτερη αυτή περιοχή, έχει από τα χρόνια εκείνα υποστεί πολλές μεταβολές, ας κάνουμε μια μικρή περιγραφή της, που θα μας είναι χρήσιμη στην τοπογραφική τοποθέτηση των αφηγημάτων μας.
Σ’ όλη την έκταση που καλύπτεται σήμερα από το εξοχικό κέντρο «Άλσος» και τον παρακείμενο δημοτικό κήπο, εκτεινόταν, και πολύ ακόμα μετά την απελευθέρωση, το τέμενος και το Νεκροταφείο, το γνωστό τότε σαν «Τ’ Λιάμ το Τζαμί». Εκεί που τώρα στέκει το Δημοτικό περίπτερο, υψωνόταν το κτίσμα κι ο μιναρές του. Η συνοικία που ανοιγόταν από τα βορειοδυτικά όρια του νεκροταφείου- τώρα του κήπου- δεξιά κι’ αριστερά του δρόμου που οδηγεί προς τα «Μνήματα» και την οδό Βηλαρά, ήταν καθαρά χριστιανική, και στο αρχικό της τμήμα, υψωνόταν ένα μέρος από τ’ αρχοντικά των Γιαννίνων. Στη νότιο ανατολική πλευρά του πλατώματος των Μνημάτων, ήταν -και στέκει ακόμα- το σπίτι του Χατζιαλέξη. Στη χαμηλή του βορειοανατολική, το Β’ Ελισσαβέτειο Παρθεναγωγείο, η περίφημη άλλοτε Μπαλάνειος Σχολή και τα Σπητάλια. Βορειοδυτικά, ανοιγόταν η συνοικία Γάλατα, σημερινή περιοχή οδού Παύλου Μελά και Τσιγκρή. Από το βορειοδυτικό μέρος, το πλάτωμα αυτό, κλεινόταν με τα σπίτια του Τσιελεπή (άλλοτε Παιδικός Σταθμός), του Βραζέλη, και τις παράπλευρες τους οικοδομές, προς τα δυτικά του, η Εκκλησία του Αρχιμαντρειού, που στον περίβολο της ήταν το Χριστιανικό Νεκροταφείο της πόλης κι’ η ομώνυμη συνοικία, καθώς και η παρόμοια της Καραβατιάς.

Στο κέντρο λοιπόν αυτής της καθαρά Χριστιανικής συνοικίας, αλλά και μπροστά στα καχύποπτα πάντα βλέμματα τής Τουρκικής Φρουράς, γινόταν το ζωηρότερο αποκριάτικο γλέντι. Ένα γύρω στην περιοχή αύτη, ήταν και τα μπακάλικα του Τζιαλμακλή, του Δήμου, του Ράδου και άλλων, που την περίοδο των Απόκρεω, μεταβαλλόταν σε υπαίθρια κρασοπουλειά και ρακοπωλεία, όπου μαζευόταν και γλεντούσαν οι Καραμπέρηδες. Τις μέρες ακριβώς αυτές, ανοιγόταν και τα βαρέλια με τη λαχαραμά, που δεν ήταν, παρά φύλλα λάχανο (κραμπολάχανο, κρουμπουλάχανο, κουμπουρλάχανο, κατά την τοπική προφορά), συντηρημένα σε ειδική άλμη, συνθεμένη κατά τρόπο, που με τη ζύμωση, να μεταβάλλεται κι’ η ίδια σε υπόξινο ποτό, που πολλοί το πίναν σε μεγάλες κούπες, ανακατεμένο με κόκκινο πιπέρι. Το συντηρημένο αυτό λάχανο, τρωγόταν, είτε για το ίδιο, είτε σα συνοδεία –μεζές- ρακιού ή κρασιού.
Κυκλοφορούσε επίσης και ο μπουζάς, ένα ποτό, αναψυκτικού όμως χαρακτήρα, υπόξινο, παχύρευστο, σε χρώμα ανοιχτό καφέ, πού πινόταν κι αυτό σε μεγάλα ή μικρά ποτήρια, με προσθήκη, για όσους το ζητούσαν, πετμεζιού.

Από νωρίς θα είχαν πιάσει τις θέσεις τους, οι διάφοροι μικροπωλητές με τα ποικίλα προϊόντα της ζαχαροπλαστικής και της μπιρμπιλοποιίας (λεπλεπιτζήδικης) της εποχής, τα παντοδαπά ζαχαράτα, καθώς και τις πάστες και τα κουλουράκια, που να είδος τους το λέγαν της «κανέλλας».
Αεικίνητος επίσης γυρνούσε δώθε-κείθε ο πωλητής του κίτσιρ-μίτσιρ: σπυριών δηλ. καλαμποκιού, που ειδικά ψημένα, μεταβαλλόταν εκρηκτικά σε λευκότατους, ποικιλόσχημους, μεγάλους και ελαφρότατους, ας τους πούμε, βώλους, τους άλλου λεγόμενους «παπαδίτσες».

Τα παράθυρα και τα μπαλκόνια των σπιτιών αριστερά, σε όλο το πλάτος των Μνημάτων, ήταν γεμάτα από θηλυκόκοσμο, που είχε εκεί, σε φιλικά του σπίτια μαζευτεί απ’ όλες τις άλλες χριστιανικές γειτονιές. Στο δρόμο κάτου, στα καφενεία, στα ρακοπουλειά, κυκλοφορούσαν μόνο οι άντρες, και φυσικά, και τα παιδιά.

Πρώτοι – πρώτοι θα περνούσαν οι όμιλοι των φουστανελάδων χορευτών. Τους αποτελούσαν συνήθως -εκτός από το μικρό τακίμι των βιολιτζίδων- τρία άτομα: δυο δηλ- φουστανελοφόροι, με στολή λευκή ευζωνική, ρουμελιώτικη, χωρικού της μέχρι τότε ελεύθερης Ελλάδας, κι η «νύφη», συνήθως έφηβος, ντυμένος με φανταχτερά γυναικεία φορέματα, στεφανωτό κάλυμμα με ροζ τσίπες στο κεφάλι, και φκιασιδωμένα κόκκινα τα μάγουλα και τα χείλια. Ο φουστανελάς, ήταν ο κυρίως χορευτής κι η νύφη, τον κρατούσε από το χέρι ή με μαντήλι στα τριγυρίσματα του. Οι όμιλοι αυτοί, που χόρευαν στους ρυθμούς εγχώριων πάντοτε τραγουδιών, συνήθως, μάζευαν από τους θεατές που τους περικύκλωναν, και χρήματα.

Το σύρε κι έλα, γινόταν τώρα εντονότερο. Το βουητό του χαρούμενου πλήθους, όσο πάει και μεγάλωνε. Οι πρώτες παρέες, είχαν αρχίσει κιόλας την κρασοκατάνυξη κ’ οι μικροπωλητάδες, ύψωναν τις φωνές, διάφορες τσαμπούνες και ντρουμπέττες, γαργάρες (είδος τροκάνας) και σιουλίστρες (σφυρίχτρες), καθώς και πιστόλες με κικία, σε μια παράξενη, κι’ όμως χαρούμενη και γιορταστική συμφωνία, έδιναν το χαρακτηριστικό τόνο της γιορτής. Ζυγιές, ζυγιές τα λαλούμενα, σκόρπιζαν στην ατμόσφαιρα τους ρυθμούς των επιτόπιων χορών, εδώ κι εκεί, ανάμεσα στο πολύβουο αυτό και χαρούμενο πλήθος, άστραφτε η κατάλευκη γυροβολιά μιας πλούσιας φουστανέλας, δίπλα στο φκιαστό καμάρωμα της νύφης. Και μέσα στον πολυθόρυβο αυτό κυκεώνα, ξεχώριζε από κάπου το διαπεραστικό διαλάλημα του κίτσιρ-μίτσιρ και του μπουζά.

Όμως τώρα, απόμακρα, να… άρχιζαν ν’ ακούγονται οι βαθιοί και συνταρακτικοί ήχοι του νταουλιού.
– Μπουμ… παρά πα! Μπουμ… παρά πα.
Και σε λιγάκι, μπαίνει στη αποκριάτικη σκηνή ο Καλουτσιασμιώτης ή Ζευγαριώτης γύφτος, μουντζουρωμένος, ελαφρά πιωμένος, με ψεύτικη καμπούρα, φορώντας ανάποδα, παλτό φοδραρισμένο με αρνιακή γούνα, και δίπλα του ο τζουρνάς που κυριαρχώντας στο βουητό του πλήθους, ξέχυνε στο πλάτωμα της γιορτής, τους τσιντσιρισιούς του ήχους. Εσμός από παιδόπουλα, τριγύριζε αλαλάζοντας το γύφτικο αυτό όμιλο, που σιγά σιγά, ανακατευόταν με το πλήθος τόσο, που σχεδόν ενσωματωνόταν κι’ αυτοί στην πολύβοη μάζα.
Σε λιγάκι όμως εμφανίζεται στο προσκήνιο κι ο πασίγνωστος, όπως είπαμε χασάπης του ποδαριού και μπαντίδος Τζάρας. – Αυτός, κι η ομάδα του.

Αναδημοσίευση από τα «άπαντα» του Δημητρίου Σαλαμάγκα

Advertisements