Ετικέτες

, , ,

Του Δημητρίου Σαλαμάγκα

…Ύστερα από το προανάκρουσμα της τζιαμάλας, έκανε οργιαστικά την έφοδο της η πανδαισιακή εισαγωγή της Τσικνοπέφτης, που στα Γιάννινα, ήταν και γιορτή της εργατιάς, από την άποψη ότι το φαγοπότι της ημέρας, είχε μεν γενική τη μορφή του, ήταν όμως μια από τις ευκαιρίες εκδήλωσης των στενών δεσμών που υπήρχαν τότε, ανάμεσα, μάστορα και κάλφα, αφεντικό και υποτακτικό, μαγαζάτορα και υπάλληλο, εργοδότη και εργάτη.

Η χαρακτηριστικότερη της μέρας αυτής εκδήλωση, ήταν η κρεατόπιτα, με τους πλατιούς, τους τεράστιους κόθρους, και το άφθονο κρασί. Στα μέσα της, άλλα και σ’ όλη την έκταση του ταψιού, απλωνόταν ο χυλός, με βάση το κρεμμύδι κι ανάμεσα, ήταν σκορπισμένα κομμάτια από κρέας. Οι γύροι της, ήταν σκεπασμένοι με τα περισσεύματα από τα πέτρα, που αφηνόταν επίτηδες πλούσια, για να σχηματίσουν τους κόθρους.

Η άμιλλα της μέρας, συνοψιζόταν, στο ποιο θάταν το σπίτι που θα παρουσίαζε στο φούρνο και τη γειτονιά, τη μεγαλύτερη και πλουσιότερη πίτα. Έβλεπες αληθινά την εποχή εκείνη μερικές τους, τεράστιες. Ο κόσμος τότε έτρωγε γερά κι έπειτα, ήταν και λεϊμοντής. Τα εύπορα σπίτια της γειτονίας, είχαν να κοιτάξουν και τους φτενούς και τους παρακατιανούς, για να μη μείνει κανένας ομόθρησκος αγιόρταστος τη μέρα εκείνη.
Ήταν δα και τα «παιδιά», που έπρεπε ανήμερα να εστιαστούν και να γλεντήσουν μαζί με το μάστορα σ’ ένα – το ίδιο – κοινό τραπέζι. Ήταν τότε κάπως διαφορετικές οι σχέσεις ανάμεσα εργοδότη και εργάτη: Η «πάλη των τάξεων», δεν είχε ακόμα κυριέψει τις ψυχές, κι έλειπε ο τόνος αυτός της εχθρότητας και του ανταγωνισμού που υπάρχει σήμερα ανάμεσα αφεντικό, κι απ’ αυτόν αμειβόμενους.

Στο βιβλίο μου «…κάποιο βράδυ του Νοέμβρη», και ειδικότερα στο κομμάτι «…ανεπαίσχυντα, ειρηνικά.-..», περιγράφεται η ζωή ενός βιοτέχνη των αρχών του αιώνα μας, ταμπάκου ταυτόχρονα, τσαρουχά και παπουτσή, που είχε ευτυχίσει να ΐδή μεγαλωμένη τη δουλειά του, κι εκατό και περισσότεροι καλφάδες ναναι στη δούλεψη του, στα ταμπακαρειά του, το τσαρουχάδικο και το παπουτσάδικό πούχε ανοίξει και γενικά, στις δουλειές που είχε στρώσει κι αναπτύξει.
Κι άντις κάθε άλλη περιγραφή, προτιμώ να μεταφέρω από το ηθογράφημα μου εκείνο μερικά εδώ αποσπάσματα, που θα μας δώσουν, απάνου σ’ όσα θάχαμε να πούμε, μια, σ’ αδρές γραμμές εικόνα της εποχής, σε μια σύντομη περιγραφή της γιορτής αυτής της αργατειάς:- Της Τσικνοπέφτης.

Ο Κωνσταντής ο Γκλίναβος -έτσι λεγόταν ο ταμπάκος μας- ξεκινώντας από το τεζάχι του τσαρουχά, σιγά-σιγά, έφτασε ν’ απόχτηση δυο ταμπακαρειά, να ταξιδεύει μόνος του στις πηγές των δερμάτων, και να προμηθεύεται, απ’ ευθείας από κει, τις πρώτες ύλες της βιομηχανίας του: από τω Τούνεζι, τη Χάβρη, το Αμβούργο το Ρίο Γκράντε, τη Σάντα-Καταρίνα. Κι έτσι:
«Γέμισαν τα πλακερά κι οι οβορροί κι οι κρεββάτες των ταμπακαριών του, κι χιλιάδες κομμάτια πετσιά, βουνά ολόκληρα οι σωροί από τα βιλανίδια και τα σμάκια, και πενήντα, εκατό καλφάδες, μπαινόβγαιναν σ’ ένα αέναο σύρε κι έλα, στα ταμπακαρειά, στα μαγαζιά, στις αποθήκες στα νερά, και στην κρεββάτα.
»-Ευτυχισμένες εποχές!..
» Η «μπούλα» -η «φάμω» τον γέρο-πατέρα του (η καημένη η μάνα του)- είχε, σπιτίσια ζυμωμένα, οκάδες-οκάδες το σιταρένιο -από τριμήνι- μοσχομύριστο ψωμί σε μια μεγάλη κασόνα, κι ο κάθε κάλφας, σαν τον πεινούσε το πρωινό, έμπαινε ελευθέρα στο χαμηλό χαγιάτι, έκοβε ψωμί, άνοιγε τό μουσκέτο, έπαιρνε τυρί ή ελιές –κατά τη μέρα- και τσάκιζε έτσι την πείνα του.
» Η φίρμα Γ. Γκλίναβος και Σια, έγινε τώρα «Αδελφοί Γκλινάβου» και τόνομα τους έγινε γνωστό στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, όλη την Αλβανία, και τα μεγάλα κέντρα δερμάτων της Ευρώπης και της Αφρικής.
» Παντρεύτηκε ο γέρο Κωσταντής, έκανε παιδιά και θυγατέρες, πάντρεψε αδέρφια κι’ αδερφάδες, και το παλιό το Γκλιναβάτικο, έπιασε όλη τη Λειβαδιώτη, γέμισε κόσμο και παιδιά – Ευλογία Κυρίου….

» Σα μια κορώνα, μιαν αποθέωση όλης αυτής της ευτυχίας, φαινόταν τώρα -στο γερασμένο πια κι απόμαχο Κωνσταντή- οι Τσικνοπέφτες, οι γιορτές αυτές της εργατιάς, η έκφραση της αγάπης και της συνεργασίας που κρατούσε τότε ανάμεσα εργοδότη και εργάτη, αφεντικό και κάλφα.
» Η μακαρίτισσα Η μάννα του, από τα χαράματα –θυμόταν- τοίμαζε, μέσα σε τεράστια ταψιά, τις κρεατόπιτες, με τα πολλά και τα ψιλά σπιτίσια πέτρα, το μπόλικο βούτυρο και τους πλατειούς κριτσαν στούς κώθρους.

» Στην απέραντη κρεβάτα, (των ταμπακαρειών) αράδα-αράδα στρωνόταν τα τραπέζια για τους εκατό και περισσότερους συμποσιαστές, και στην κορφή, ο γέρο Γκλίναβος -ο πάππος τότε- με τους ντουλμάδες και τα πτούρια του, κατακάθαρος και καλοντυμένος, με το βαθύχρωμο καλοσιδερομένο φέσι.
» Όλοι οι καλφάδες των μαγαζιών, των ταμπακαρειών, του μύλου, του καϊκιού, ο φύλακας, όλοι όσοι τρώγαν το ψωμί του Γκλίναβου, στρωνόταν στο τραπέζι με τα πλούσια φαγιά, τις πίτες, τα τυριά, τα γλυκίσματα, με προανάκρουσμα τα τσίπουρα και τους μεζέδες.
» Με τους γκαζοτενεκέδες κουβαλούσαν από τα πλατειά βαένια το γλυκό, το σπιτικό κρασί, άφθονο, πλούσιο, αγνό, γιορταστικό.
» Η μεγάλη κρεββάτα όπου αφεντικά και καλφάδες, μοιάζαν σα μια μεγάλη οικογένεια, σα συνεργάτες και δικοί, βογκούσε από το γλέντι, τ’ αστεία, τα πειράγματα, τα γελοία, τις ευχές- τα τσουγκρίσματα, τα τραγούδια, και καμιά φορά, και τις ασυναρτησίες και τις παράφορες των μεθυσμένων.
» Ίσαμε αργά τ’ απόγευμα, κοντά να δύση ο ήλιος βαστούσε ασταμάτητο το γλέντι, κι οι γκαζοτενικέδες, ανεβοκατέβαιναν συχνά, γεμάτοι με το κρασί το μυρωδάτο και ξανθό».
– Όμως… ήταν τότε άλλες εποχές!….

Αναδημοσίευση από τα «άπαντα» του Δημητρίου Σαλαμάγκα

Advertisements