Ετικέτες

, ,

Του Απόστολου Παπαϊωάννου
Τα εβραϊκά σπίτια των Ιωαννίνων που σώζονται ως τις μέρες μας, χρονολογούνται μετά το 1820, χρονιά που η πόλη πυρπολήθηκε και καταστράφηκε κατά την πολιορκία του Αλή Πασά από τα σουλτανικά στρατεύματα. Τα περισσότερα από αυτά χτίστηκαν μετά το 1869, καθώς η φωτιά της κεντρικής αγοράς έκαψε και πολλά σπίτια των γειτονικών εβραϊκών συνοικιών (περίπου 200).

Τα σπίτια των Εβραίων δεν παρουσιάζουν διαφορές σε σχέση με τα σπίτια των Ελλήνων, με τα οποία εξάλλου συνυπήρχαν δίπλα-δίπλα, καθώς ορισμένες εβραϊκές συνοικίες κατοικούνταν και από Έλληνες, όπως η Λεβαδιώτη και η Σαράβα. Επιπλέον κατασκευάζονταν από τους ίδιους τεχνίτες, που προέρχονταν από τα φημισμένα μαστοροχώρια της Ηπείρου.

Υλικά και τρόποι  κατασκευής
Γ ια την κατασκευή χρησιμοποιούνται υλικά της περιοχής, όπως η πέτρα, το ξύλο, ο πηλός, ο ασβέστης, αλλά και προϊόντα εισαγωγής, όπως σιδερικά, χρώματα, τζάμια.
Οι τοίχοι κατασκευάζονται από λαξευμένο ασβεστόλιθο, που αφθονεί στην περιοχή και έχει το προσόν να δέχεται επεξεργασία εύκολα, ενώ συχνή είναι και η χρήση της πλίνθρας, εξαιτίας της μονωτικής της ιδιότητας. Οι φέρουσες τοιχοποιίες του ισογείου έχουν πάχος 60 με 70 εκ. και είναι φτιαγμένες από πέτρα και λάσπη ή ασβεστοκονίαμα. Οι ξυλοδεσιές είναι δρύινες και με ασβέστη γίνονται τα εσωτερικά και εξωτερικά επιχρίσματα των τοίχων και των οροφών.
Στον όροφο, οι τοίχοι, εξωτερικοί και εσωτερικοί, κατασκευάζονται πολλές φορές από ξύλινο σκελετό, με δύο τρόπους:
– τα κενά του ξύλινου σκελετού συμπληρώνονται με πλίνθρες ή πέτρες και λάσπη και η κατασκευή επιχρίζεται εκατέρωθεν με ασβεστοκονίαμα (τσατμάς),
– η εσωτερική και εξωτερική επιφάνεια του τοίχου επικαλύπτεται με οριζόντιες πήχεις, κατά μικρές αποστάσεις τοποθετημένες, πάνω από τις οποίες τοποθετείται το ασβεστοκονίαμα ενισχυμένο με γιδότριχες (μπαγδατί).
Τέλος οι διαχωριστικοί τοίχοι, όσοι δεν είναι φέροντες, είναι πάντοτε λεπτοί, πάχους 10 με 15 εκ.
Η στέγη κατασκευάζεται από ξύλινα ζευκτά (από πλατάνια, φιλλύρες, σφενδάμια), πάνω στα οποία καρφώνεται το πέτσωμα (εξωτερικό σανίδωμα), ενώ εσωτερικά σχηματίζεται η ξύλινη οροφή του σπιτιού. Για την επικάλυψη της στέγης του σπιτιού χρησιμοποιούνται κεραμίδια, κατασκευασμένα από τον κόκκινο πηλό της περιοχής, ενώ οι επιστεγάσεις των βοηθητικών χώρων, όπως αυλόθυρες, καπνοδόχοι κ.λπ., γίνονται με πλάκες μαρμαρυγιακού σχιστόλιθου, από την περιοχή του Μετσόβου.
Το γείσο της στέγης διαμορφώνεται είτε με εμφανή την ξύλινη κατασκευή του είτε με μπαγδατί και έχει πλάτος από 70 έως 140 εκ. Στα σπίτια που χτίστηκαν μετά το 1870, το γείσο διαμορφώνεται με δύο-τρεις αλλεπάλληλες κρηπίδες σε μικρότερη εξοχή από την παρειά του τοίχου ή με κυμάτιο λαξευμένο στην πέτρα ή ακόμα και με τραβηχτό σοβά.
Στα καλοκαιρινά δωμάτια του ορόφου, για εξοικονόμηση χώρου και για καλύτερη επαφή με το δρόμο, δημιουργούνται πολλές φορές κλειστές προεξοχές με παράθυρα (σαχνισί). Το τμήμα αυτό της κατασκευής στηρίζεται σε λοξά δοκάρια, που άλλοτε παραμένουν εμφανή και άλλοτε καλύπτονται από μπαγδατί.
Οι πόρτες εισόδου είναι συνήθως δίφυλλες ταμπλαδωτές και φέρουν το χαρακτηριστικό ρόπτρο. Τα εξωτερικά παράθυρα, κυρίως του ισογείου, είναι δίφυλλα ανοιγόμενα και προφυλάσσονται από σιδεριές, που πολλές φορές προεξέχουν. Στα πλουσιότερα σπίτια, τοποθετούνται μέσα από το τζαμιλίκι συμπαγή ξύλινα φύλλα (τα κανάτια ή τεπέγκια), που στηρίζονται στην εσωτερική πλευρά της κάσας του παραθύρου. Τα παράθυρα του ορόφου στα καλοκαιρινά, καθώς και τα εσωτερικά, είναι συρόμενα, κατά τον κατακόρυφο άξονα, με κινητό μόνο το κάτω φύλλο.
Η αυλή βρίσκεται σχεδόν πάντα στο πίσω μέρος, αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν την φροντίζουν ιδιαίτερα. Ένα τμήμα της, ακόμα και όταν είναι μικρή, διαμορφώνεται σε κήπο, ενώ το υπόλοιπο πλακοστρώνεται και συμπληρώνεται με διάφορες κατασκευές, όπως πεζούλια και πηγάδια. Αν η αυλή βρίσκεται μπροστά, τότε προφυλάσσεται από ψηλούς μαντρότοιχους (ύψους έως 4,5 μ.). Όλα αυτά εκφράζουν αρχιτεκτονικά την εσωστρέφεια της γιαννιώτικης κοινωνικής ζωής.
Η «κρεββάτα» (ή «ηλιακός») απαντάται στον όροφο των λαϊκών εβραϊκών σπιτιών. Πρόκειται για τον ημιυπαίθριο σκεπαστό χώρο, γύρω από τον οποίο ανοίγονται τα καλοκαιρινά δωμάτια, καθώς και κάποιο «χειμωνιάτικο». Η «κρεββάτα» συγκεντρώνει ένα σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων, κυρίως το καλοκαίρι. Τα δωμάτια του ορόφου επικοινωνούν με την «κρεββάτα» τόσο με πόρτες, όσο και με παράθυρα.
Τα χειμωνιάτικα δωμάτια βρίσκονται στα πιο απρόσβλητα σημεία του σπιτιού και έχουν λίγα παράθυρα. Τα καλοκαιρινά τοποθετούνται σε πιο περίοπτα σημεία του σπιτιού και έχουν περισσότερα παράθυρα, καθώς επιδιώκεται η επαφή με το περιβάλλον. Οι τοίχοι τους γίνονται από ελαφρότερη κατασκευή, αφού δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας από το κρύο.
Στα εβραϊκά σπίτια δεν συναντούμε τζάκια, εκτός από τα σπίτια λίγων ευκατάστατων και τη θέρμανση το χειμώνα αναλαμβάνει το μαγκάλι με τα κάρβουνα.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Απόστολου Παπαϊωάννου «Οι  Εβραϊκές συνοικίες των Ιωαννίνων».

Advertisements