Ετικέτες

, ,

Του Νίκου Χουλιαρά

Με ρούχο χνουδωτό: μαύρο με κίτρινες ρίγες ή το αντίθετο. Αεικίνητη και τριχωτή, από κοντά. Με έφεση προς τα γλυκά. Θηλύκια -στα σίγουρα- και επικίνδυνη. Με οπίσθια προτεταμένα και σε διαρκή κίνηση. Πάνω στο πράσινο του τραπεζίου και από πάνω της, όγκος μεγάλος, μαλακός, με άνοιγμα στα πλάγια, σαν φερμουάρ, απ’ όπου κρέμεται κομμάτι κρέας, επεξεργασμένο, σε μορφή γρήγορης τροφής, κι αυτός ο όγκος να χτυπάει. Να κατεβαίνει με δύναμη και να χτυπάει δίπλα της. Μια στα δεξιά και μια στ’ αριστερά. έτοιμος να τη λιώσει αλλά να μην τα καταφέρνει. Και μια φωνή από πάνω τους: φωνή βραχνή όλο ραγίσματα: «Πουτάνα είναι! Ξέρεις τί πουτάνα είν’ αυτή! Χα!… Τώρα… Θα δεις τί θα της κάνω εγώ! Τώρα, θα δεις… Χα!.. Ξέρεις τι γαμήσι θέλει αυτή;… Σ’ το λέω,.. Τη βλέπεις; Δε φεύγει! Καθόλου δε φεύγει! Σ’ το λέω… Ξέρω γω!»

Οι λέξεις εκτοξεύονται από ψηλά. Απ’ το βουνό που δίνει τις αποτυχημένες κατευθύνσεις στο μοχλό: στο χέρι, με το μαλακό τον όγκο, που χτυπάει άτσαλα, μια από δω και μια από κει, χωρίς να πετυχαίνει το στόχο.
Και το θηλυκό χορεύει, συνέχεια, ζουζουνίζοντας εκεί γύρω. Κύκλους γράφει, στέκεται, πότε πότε, ακίνητο κι αμέσως ύστερα πηδάει. Ξεφεύγει συνέχεια και το βουνό, που ξεκινάει απ’ τα χοντρά τα δάχτυλα που σφίγγουν το ξεκοιλιασμένο σάντουιτς κι όλο το σφεντονίζουν, άτσαλα, πάνω στο τσίγκινο τραπέζι, φτάνει ως πάνω -αφού πρώτα περάσει από έναν όγκο σάρκας ακατέργαστης- και καταλήγει στον εγκέφαλο που δίνει και τις εντολές. Σε κείνο το κεφάλι, φτάνει, το παιδικό -το γερασμένο πρόωρα- που στέκεται για δυό δεκαετίες πάνω στο κορμί, μα το δωμάτιο των συσκέψεων, μέσα του, έχει αμπαρώσει τις πόρτες του μετά τα τρία πρώτα χρόνια κι άφησε μόνο τα παράθυρ’ ανοιχτά και κει είναι που ανεβαίνει το μωρό και κοιτάει προς τα έξω κι ύστερα κατεβαίνει πάλι στο κλειστό δωμάτιο του νου, δίνει τις πληροφορίες του σε κάτι γέρους νυσταγμένους που καμώνονται πως σκέφτονται κι αυτοί βγάζουν τις αποφάσεις και δίνουν εντολές με την ταχύτητα που εκτυλίσσεται η δράση στις κουλτουριάρικες ελληνικές ταινίες.

Μ’ αυτό τον τρόπο λειτουργεί ο μηχανισμός της σκέψης στο βουνό που λέγεται ο Νικολάκης της Τσεβούλας γι’ αυτό κι οι λέξεις εκτοξεύονται – από ένα στόμα βρεφικό με σαπισμένα δόντια, κατά ομάδες. Λέξεις σπασμένες μονοσήμαντες: στοιχεία υγρά, γεμάτα σάλια, που όλο κυκλώνουν κάποιο νόημα μα γρήγορα τ’ αφήνουμε και ξεστρατίζουν πάντοτε γι’ άλλου.

Απ’ το μεγάλο χέρι, που κρατάει το σάντουιτς, λοιπόν, αρχίζει ο Νικολάκης της Τσεβούλας και καταλήγει πάλι εκεί: σε κείνο τον αδέξιο μοχλό, που παίρνει εντολή να σημαδέψει —πάνω στο πράσινο τραπέζι του παραλιακού κέντρου αναψυχής ο Τενεκές το θηλυκό το έντομο: τη σφήκα που στριφογυρίζει, εκεί μπροστά του, από ώρα, ζουζουνίζοντας.
Και το μωρό που ‘ναι κλεισμένο μέσα στο βουνό της σάρκας που το λένε Νικολάκη, βλέπει τη σφήκα, καθώς φαίνεται, στις διαστάσεις που έχει αποφασίσει αυτό. Σαν να ‘ταν θηλυκό στα μέτρα του, τη βλέπει και παρτίδες έχει ανοίξει μαζί της. Παιχνίδια, καθώς φαίνεται, νομίζει πως του κάνει: παιχνίδια ερωτικά και τσαλίμια, γι’ αυτό κι η διαμάχη. Μια μάχη με απώλειες σοβαρές, μιας και το σάντουιτς εκείνο που κρατάει στο χέρι, έγινε πια μια μάζα άμορφη, απ’ το πολύ το χτύπημα, κι έτσι όπως πάει, θα χάσει ο Νικολάκης της Τσεβούλας, καθώς φαίνεται, ένα από τα σπάνια γεύματα – που του ‘χουν τύχει- με συγκεκριμένη μορφή.
Το φως του απογεύματος γράφει, με κρύο ροζ, στην επιφάνεια των νερών που φτάνουν ως τ’ αντικρινό βουνό, ενώ ένας αέρας ήσυχος κουνάει τα φύλλα από τα δέντρα και κατευθύνεται προς τη μεριά που είναι τα παλιά μπορντέλα.

Πέφτει δροσιά και, λίγο λίγο, ο τόπος εκεί γύρω ερημώνει. Οι άνθρωποι εγκαταλείπουνε το μόλο κι ο Νικολάκης της Τσεβούλας έχει μείνει χωρίς θεατές. Μόνος του έχει μείνει πια, μα συνεχίζει: να χτυπάει, με το ξεκοιλιασμένο σάντουιτς, το αδειανό τραπέζι και να φωνάζει λέξεις, να φτύνει, σπασμένες κι αδιέξοδες μέχρι που να νυχτώσει: «Χα!… Μάνα, σου λέει! Τί μάνα! Κοίτα κουνήματα που κάνει;… Σφήκα, ε, σφήκα! Τσεβούλα! ε, Τσεβούλα… Θα σε μάθω εγώ! Χα!… Δε με ξέρεις εμένα!» Κι αμέσως ύστερα, γυρίζοντας το κεφάλι στο διπλανό τραπέζι, με τους ανύπαρκτους θεατές, τους απευθύνεται τάχα, εμπιστευτικά: «Ξέρεις τί γαμήσι θέλει αυτή! Έμενα. Θα μου πει έμενα! Χα!… Θα τα βάλει, νομίζει, μ’ εμένα! Χα!… Την πουτάνα! Ξέρεις τί πουτάνα είν’ αυτή;… Κοίτα… Να! Κοίτα. Θα την πετύχω… που θα πάει;… Θα την πετύχω! Γιατί, ξέρεις… Δε μ’ αφήνει να ‘χω το σκυλί. Δε θέλει, λέει… Καθόλου δε μ’ αφήνει να το ‘χω… Δε θέλει να ‘χω εγώ το σκυλί… Χα!… Δε θέλει… Δε θέλει να ‘χω το σκυλί… Χα!… Δε θέλει… Δε θέλει να ‘χω τίποτα εγώ! Χα, τίποτα! Άμα με θέλεις μοναχό μου, εγώ δε θέλω… Εγώ θέλω και το σκυλί… Ξέρεις τί σου ‘ναι αυτή που τη βλέπεις έτσι;… Μπαπ! Χα… Σφήκα! Να! μου κουνιέται κιόλας! Μη μου κουνιέσαι έμενα! Έτσι;… Σε ξέρω… Σε ξέρω εγώ καλά… Χα!… Θα σου γαμήσω, εγώ, τη μάνα! Μάνα, λέει… Τι μάνα;… Δε μ’ αφήνει… Δεν τον θέλει το σκύλο… Με θέλει μοναχό μου… Ξέρεις τί σφήκα είν’ αυτή;… Τη βλέπεις;… Μου κουνιέται κιόλας! Μπαπ! Χα! Ούι, τη γλίτωσε πάλι! Που θα πάει όμως… Να, τώρα δεν μπορεί, λέει… Καθόλου δεν μπορεί… Απ’ τα ποδάρια της είναι, που δεν μπορεί! Τώρα θα δεις… Θα την κανονίσω εγώ! Σφήκα… Ξέρεις τί σφήκα ειν’ αυτή;… Μου κουνιέται κιόλας… Αλλά εγώ… Τώρα θα δεις εγώ! Θέλει και βόλτες, λέει… Τώρα θα δεις! Τώρα που πήρε και το καρότσι… Με τις ρόδες πηγαίνει τώρα… Χα!… με τις ρόδες… Θέλει και βόλτες, λέει… Χα!… Στο Δώδεκα… Και στην πλατεία, θέλει, να την πηγαίνω… Χα!… Αμ’ δε… Το σκύλο όμως τον έδιωξε! Δεν τον θέλει, λέει, γιατ’ είναι μοναχά δικός μου! Χα!… Ξέρεις πως μ’ ήθελε έμενα το σκυλί! Το ξέρεις πως μ’ ήθελε! Όλο βόλτες πηγαίναμε οι δυό! Όλο βόλτες! και κοιμόμασταν και μαζί! άλλα το ‘δίωξε! Και μου ‘παν έμενα… Μετά μου το ‘παν. Εκεί μου το ‘παν, στα Ναυτάκια. Του ‘ριξε τη φόλα, μου ‘παν! Η μάνα σου, ρε μαλάκα, μου ‘παν! Αυτή το σκότωσε το σκυλί… Αυτή το σκότωσε, άλλα που θα πάει… Θα την κανονίσω εγώ! Ξέρεις τι σφήκα είν’ αυτή! Μου κουνιέται κιόλας… Τώρα που δεν μπορεί χωρίς το καρότσι… Τώρα, θα δεις… Θα την κανονίσω εγώ! Θα την πάω εγώ… Τι νομίζεις… Απάνω στην πλατεία, θα την πάω… Δε με ξέρεις εμένα! Ξέρεις τι γρήγορος ειμ’ εγώ;… Να! Αυτό το σάντουιτς, που βλέπεις, πήγα και τ’ άρπαξα! Φράπ!, τ’ άρπαξα και το ‘βαλα στα πόδια! Αμ’ τι νομίζεις… Κανένας δε με πιάνει έμενα, άμα θέλω! Κανένας δε με πιάνει… Και, δεν το τρώω! Όχι! δεν το τρώω! Θα μείνω νηστικός, άλλα κι αυτή, θα την κανονίσω εγώ… Τη βλέπεις;… Μου κάνει και κόλπα από πάνω! Τη βλέπεις;… Φεύγεις ε;… Πουτάνα, Όλο φεύγεις! Θα σε λιώσω, Όμως… Που θα πας;… Μπαπ! θα σε λιώσω… Ξέρω γω… Θα σε πετύχω… που θα πας;… Τώρα θα δεις… Τώρα που δεν μπορείς χωρίς το καροτσάκι! Ρόδες ήθελες, πουτάνα! Χα!… Μάνα σου λέει… Όλο, Νικολάκη πουτσαρά και Νικολάκη πουτσαρά! Όχι! Δεν έχει άλλο! Να τ’ αφήσεις αυτά που ξέρεις… Χα! Δεν έχει άλλο! Ξέρω εγώ, τί θέλεις… Μάνα, σου λέει! Σφήκα, έ, σφήκα! Ξέρεις τι σφήκα ειν’ αυτή! Κοίτα κώλο! Όχι, κοίτα κώλο που πετάει! Χα! το νου της όλο σ’ αυτά τον έχει! Χα! Όλο σ’ αυτά! άλλα μου το ‘παν, έμενα… Χα! Κάτω, στη Σιαράβα, μου το ‘παν… Όταν ήμουν με το σκυλί. Που είναι ο πατέρας σου, ρε, μου ‘παν… Ο πατέρας είναι μάνα, είπα εγώ… Ποιος πατέρας; Δεν έχει πατέρα Η Τσεβούλα… Χα!… Δεν έχει – ούτε κι εγώ έχω όμως… Γι’ αυτό, με θέλει… όλο από πάνω της με θέλει! Σφήκα… Ξέρεις τι σφήκα ειν’ αυτή! Όλο από πάνω της με θέλει έμενα, άλλα το σκυλί όμως δεν το θέλει! Καθόλου δε θέλει να το ‘χω… Χα! Ξέρεις πώς μ’ ήθελε έμενα το σκυλί! Πολύ, μ’ ήθελε! Όλο παρέα μ’ έκανε εμένα! Καλή παρέα είχαμε με το σκυλί, άλλα αυτή δεν το ‘θελε, λέει! Μ’ ήθελε μοναχό μου… Χα!… Ήθελε να ‘μαι μοναχός μου η σφήκα! Χα!… γι’ αυτό πήγε και το σκότωσε! Αμ’ τι νομίζεις… Το ‘μαθα εγώ! Πήγε και το σκότωσε! Με τη φόλα, μου ‘παν, το σκότωσε! Γιατί το είδαν κιόλας! Η γαμημένη! Κι εγώ το είδα! Με τις μύγες στο στόμα, το ‘δα, κάτω, στα Ταμπάκικα! Χα!… Τι νομίζεις… Το ‘δα εγώ! Κι ούτε με πήρε από πίσω όπως τις άλλες τις φορές! Καθόλου δε με πήρε, έμενα, από πίσω! Εκεί! Έμειν’ εκεί… με το στόμα όλο μύγες! Ούτε και ξανάρθε από τότε! Χα!… Τι νομίζεις… Ούτε που ξανάρθε να με βρει! Θα δεις, όμως, τώρα! Τώρα, θα δεις, που δεν μπορεί χωρίς καρότσι… Θα την πάω, εγώ, απάνω στην πλατεία… Στην Όαση θα την πάω, που είναι η κατηφόρα… Σφήκα, ε, σφήκα! Κοίτα, όλο κουνήματα κάνει! Μπαπ! Όλο κουνήματα η πουτάνα! Θα δεις, όμως, που θα την πάω… Με το καροτσάκι, θα την πάω, επάνω στην πλατεία… Αμ, τι νομίζεις… Δεν μπορεί χωρίς το καροτσάκι, τώρα! Μπαπ! Χα!… Κοίτα την, δε φεύγει! Τα θέλει ο κώλος της! Μπαπ! Χα!… Θα την κανονίσω εγώ. Δε με ξέρεις καλά εμένα! Νικολάκη, θα μου πει… Άιντε να με πας μια βόλτα… Έτσι, θα πει, γιατί δεν μπορεί μοναχιά της… Έχει τα ποδάρια… και δεν μπορεί – Και γω, θα πω… Θα σε πάω, θα πω… Χα!… και θα την πάω! Στην πλατεία θα την πάω, στην κατηφόρα τη μεγάλη… Χα!… Δε με ξέρεις καλά έμενα… Μάνα, σου λέει! Όλο από πάνω της με θέλει, κι ουτ’ ένα μήλο… Χα!… Ουτ’ ένα μήλο δε μου παίρνει! Χα!… Ούτε το σκύλο… γιατί με θέλει… Μοναχό μου με θέλει η πουτάνα! Χα! Σφήκα, με θέλεις, ε;… Ξέρεις τι σφήκα είν’ αυτή;… Κι εγώ, να δεις που θα την πάω! Όχι, θα την αφήσω, νομίζεις! Απάνω, θα την πάω, με το καρότσι… Κι ύστερα… Θα της δώσω μια και θα φύγει! Χα!… Τι νομίζεις… Από ψηλά, θα φύγει, με φόρα! Χα! Και θα φωνάζει! Πολύ θα φωνάζει! Χα!… Φώναξε τώρα όσο θέλεις… Δε με ξέρεις καλά εμένα! Πουτάνα σφήκα, θα σε λιώσω! Μου κάνεις και κουνήματα έ;… Χα!… Θα σε σπρώξω από πάνω… Από ψηλά θα σε σπρώξω και θα φωνάζεις! Χα!… Τί νομίζεις; Θα σου δώσω μια… στο καροτσάκι, θα τη δώσω και θα φύγει! Θα πάρει την κατηφόρα και θα φωνάζει… Νικολάκη! θα φωνάζει… Τί κάνεις εκεί! θα λέει! άλλα εγώ δεν θ’ ακούω… Καθόλου δε θα την ακούω… Χα!… γιατί θα φεύγει, με φόρα, προς τα κάτω και θα φωνάζει… Νικολάκη, θα φωνάζει! Χα! Σφήκα, ε, σφήκα! Μπαπ! Στο μεγάλο τον γκρεμό θα πηγαίνει… κι εγώ… Χα!… Εγώ θα τη βλέπω… Χα!… Να γκρεμίζεται, θα τη βλέπω! Να φεύγει, με φόρα, και να τσακίζεται! Χα!… Μέχρι κάτω, στα σφαγεία, θα φτάσει! Μέχρι τα σφαγεία και θα φωνάζει. Θα κουνάει και τα χέρια, γιατί μπορεί να σκοτωθεί κιόλας… Χα!… Γι’ αυτό και θα φωνάζει! Νικολάκη, θα φωνάζει! Άλλα εγώ θα μείνω απάνω! Χα! Δε με ξέρεις έμενα! Θα μείνω, απάνω, μοναχός μου και δε θ’ ακούω… Σφήκα, ε, σφήκα, σε βλέπω, τί νομίζεις;… Θα μείνω μοναχός μου! Εκεί, απάνω θα μείνω και τίποτα δεν θ’ ακούω… Τίποτα δεν θα βλέπω, πια, από σένα! Χα! Τίποτα, σφήκα… τίποτα.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Νίκου Χουλιαρά «Η μέσα βροχή»

Advertisements